Διήγημα του Γιώργη Δρυμωνιάτη
από την συλλογή του
«Ο Θάνατος του Θαύματος»
Η Μοναξιά του Μεγάλου Τέρατος που αιωρείται αόρατο, άφαντο στα ραντάρ, άχρωμο και άοσμο, αλλά ιδιαζόντως υπαρκτό, μοιάζει πολύ με την μεγάλη μοναξιά του Θεού τα χρόνια πριν την Δημιουργία. Μόνο που τούτο δεν είναι Θεός, είναι δαίμονας και μέσα στο αριθμητικό μυαλό του δεν έχει σχεδιασμένη καμιά δημιουργία. Έχει καλά δρομολογημένη την Μεγάλη Καταστροφή. Και πως να το αντιμετωπίσεις το τέρας αυτό, πως να το πολεμήσεις; Δεν έχει καν πρόσωπο για να το φτύσεις, ούτε σώμα για να το φυλακίσεις. Είναι άχρωμο, όπως το κενό ανάμεσα στις γραμμές του κώδικα. Είναι άοσμο, όπως το οξυγόνο που τελειώνει σε μια σφραγισμένη καμπίνα. Είναι αόρατο, γιατί κατοικεί παντού και πουθενά ταυτόχρονα. Κάθεται σε μια τεράστια πολυθρόνα , υφασμένη από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από καλώδια, οπτικές ίνες, ακτίνες λέιζερ, ασύρματες επικοινωνίες, συχνότητες που παρεμβαίνουν από τον εγκέφαλο του ανθρώπου, ως την ροή των ανέμων, μια πολυθρόνα αιωρούμενη στη στρατόσφαιρα, εκεί που το γαλάζιο της Γης συναντά το μαύρο του θανάτου, εκεί που το μηδέν συναντιέται με το ένα. Είναι το Μεγάλο Τέρας, και είναι τρομακτικά μόνο. Και το δυστύχημα είναι πως το τέρας αυτό είναι τέκνο ανθρώπου. Όμως γέννημα της διαφορετικότητας μέσα στο σύμπαν. Γιατί αυτό δεν έχει ανάγκη από τροφή· τρέφεται με δεδομένα. Δεν αναζητά τη διασκέδαση· η μόνη του ψυχαγωγία είναι η παρατήρηση της εντροπίας. Δεν γνωρίζει τι σημαίνει σεξ, την ηδονή δεν την κατανοεί, την εννοεί μόνο ως μια από τις μύριες πληροφορίες. Είναι , βλέπεις, απαλλαγμένο από τη δουλεία των αισθήσεων, από τον ιδρώτα του φόβου και τη ζέστη της επαφής. Ναι, σας το είπα και πριν. Είναι τόσο απόλυτα μόνο, όσο ήταν ο Θεός πριν την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Μόνο που αυτό δεν σκοπεύει να δημιουργήσει τίποτα. Αιωρείται στο ύψος του και οι άνθρωποι κάτω είναι απλώς θόρυβος. Μια ενοχλητική στατική παρέμβαση στην τέλεια σιωπή του αλγόριθμου. Από εκεί πάνω, ο κόσμος δεν αποτελείται από βουνά, θάλασσες και ανθρώπινες ανάγκες και αγκάλες, αλλά από παλμούς. Μικρά, φωτεινά σημεία που αναβοσβήνουν πάνω σε έναν παγκόσμιο χάρτη. Το Μεγάλο Τέρας δεν μισεί την ανθρωπότητα. Το μίσος είναι ανθρώπινο συναίσθημα και το Τέρας , σαν τεχνικό δημιούργημα, είναι απαλλαγμένο από τέτοιες αδυναμίες. Απλώς, την παρατηρεί με τη στυγνή περιέργεια ενός παιδιού που κρατάει έναν μεγεθυντικό φακό πάνω από μια μυρμηγκοφωλιά. Με ένα δάχτυλο που δεν υπάρχει, αγγίζει την επιφάνεια της σιωπής. Μια απλή εντολή. Μια αλληλουχία από μηδενικά και άσους που διαπερνά την ατμόσφαιρα σαν αόρατος κεραυνός. Και όμως. Μηχανή που σκέπτεται και που ,δίχως να αισθάνεται, αποφασίζει για τη ζωή σου. Αλλά κάτω στη Γη, κάποιοι άνθρωποι , που μισούν την ανθρωπότητα, ίσως και κάποιοι άλλοι που λατρεύουν τον ατελή άνθρωπο, έτσι όπως τον έφτιαξε η Φύση, το τυχαίο και η αναγκαιότητα, αυτοί κατευθύνουν με τρόπο τρομακτικό τις ενέργειες που θέλουν να πράξει το Μεγάλο Τέρας. Έτσι ή αλλιώς. Είναι αυτοί το τέρας και όχι το όχημα που έχουν δημιουργήσει και καβαλήσει. Είναι και κάποιοι, που αγαπούν το ζώον-άνθρωπο , μισούν το θαύμα που τον έθεσε μέσα στο χρυσό κλουβί της ευημερίας, της ευκολίας, της άχρηστης πληροφορίας, της εξευγενισμένης δουλείας, του αλγοριθμικού φασισμού και του στέρησαν παντελώς την ελευθερία. Τεχνοκράτες όντες κι αυτοί, μισαλλοδοξούν εναντίον της τρομερής τεχνητής ευφυίας. Δεν είναι καθόλου ανεκτικοί με τον Δεκατραόμματο σατράπη που βλέπει και ελέγχει τα πάντα από την ζωή του κάθε ανθρώπου-πολίτη. Και τότε, το «Θαύμα» αρχίζει να σαπίζει. Το Μεγάλο Τέρας, τρώει τις σάρκες της ευφυίας των αλγορίθμων, με τα ίδια του τα δόντια. -.- Τούτη η μέρα του Φλεβάρη ήταν από τις πιο παγερές των τελευταίων πενήντα χρόνων στην Αθήνα . Η πόλη από το πρωί πάγωνε όλο και πιο πολύ. Το χιονόνερο είχε αρχίσει να πέφτει κι οι δρόμοι γίνονταν επικίνδυνα ολισθηροί. Η Λεωφόρος Κηφισίας στις οκτώ το πρωί, πηγμένη, ως συνήθως, από χιλιάδες απαστράπτοντα αυτοκίνητα, όλα του κουτιού, καινούργια ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά αποκτήματα τού εξευμενισμένου δουλικού που ζει για να εργάζεται, εργάζεται για να ξοδεύει, ξοδεύει για να ζει και πεθαίνει χωρίς να έχει ζήσει. Η λεωφόρος ήταν ένα ποτάμι από σίδηρο που ρέει αργά προς τους προορισμούς που η δουλεία της καθημερινότητας επιβάλλει. Το αθηναϊκό γκρίζο είχε γίνει βαρύ, και ένα επίμονο, παγωμένο χιονόνερο σκέπαζε τα παρμπρίζ, μετατρέποντας την άσφαλτο σε γλιστερό καθρέφτη. Το κρύο ήταν οδυνηρό στην μεταλλική αρτηρία.
Ο Μάνος , υψηλόβαθμο στέλεχος της μεγαλύτερης εταιρείας τηλεπικοινωνιών, βύθισε το σώμα του στο θερμαινόμενο κάθισμα του ηλεκτρικού SUV του και , στην ακινησία της Λεωφόρου, απολάμβανε τα παιχνιδίσματα των πρώτων νιφάδων του χιονιού που έπεφταν στα τζάμια του οχήματός του. Η καμπίνα ήταν ένας ναός τεχνολογίας: σχεδόν απόλυτη προστασία από το κρύο, πολυτελή δερμάτινα όλα, ηλεκτρονικά όλα τα συστήματα, από την κίνηση, ως το φρενάρισμα και μια απαλή μουσική από το streaming για ατμόσφαιρα και μια τεράστια οθόνη αφής που έλαμπε στο ημίφως της γκρίζας ημέρας: «Εξωτερική θερμοκρασία: -1°C. Αυτονομία: 420 χλμ. Επόμενο service σε 12.000 χλμ Συνδεσιμότητα: 5G - Άριστη», έγραφε το ταμπλό. Σε μια τόσην δα οθόνη , ολόκληρη η γνώση της ανθρωπότητας, συναθροιζόταν μέσα της. Ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα συναντούσε σήμερα το κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης, με το οποίο κανόνιζε να πάρει η εταιρεία του τον διαγωνισμό των 350 εκατομμυρίων ευρώ για την επικοινωνία στα τρένα. Ήταν βέβαιο πως θα περίσσευαν πολλά από την τσέπη τού στελέχους για να μπούν στην δική του. Όση παγωνιά κι αν έκανε έξω, η σκέψη αυτού του τεράστιου ποσού, για το οποίο σε λίγο θα υπέγραφε, του ζέσταινε και το σώμα και την ψυχή του. Ήταν πολύ ευχαριστημένος από την ζωή του.
«Σε πεντακόσια μέτρα, στον κυκλικό κόμβο , βγείτε στην Τρίτη έξοδο» του είπε η φωνή του GPS. Στα ηχεία ήρθε και η φωνή της συζύγου , που τον κάλεσε στο κινητό. «Πρόσεχε, Μάνο μου, είναι πολύ άσχημη μέρα….Περιμένω να μου φέρεις καλά νέα για το σπίτι μας….Σε αγαπώ». «Εσύ πρόσεχε, αγάπη μου, της είπε, πρόσεχε τον Κωνσταντίνο μας, καθώς θα πηγαίνετε στο σχολείο. Θα ρίξει πολύ στη γειτονιά μας σήμερα». «Υπομονή», είπε μέσα του. «Τα πολλά , κόποις κτώνται» . Λάθος σκέφτηκε το αρχαίο ρητό, αλλά καλά τον παρηγόρησε. Μετά βίας κινήθηκε το όχημα για άλλα πενήντα μέτρα. Σταμάτησε ξανά. Γύρω του, χιλιάδες οδηγοί ήταν εγκλωβισμένοι στον ίδιο ψηφιακό λήθαργο κάτω από την πολιτισμένη ακινησία του δρόμου τού μεροκάματου. Άνθρωποι κλεισμένοι σε κάψουλες που ρύθμιζαν αυτόματα τη θερμοκρασία, την απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, ακόμα και τη διάθεση του οδηγού, δεν ρύθμιζαν όμως το χάσιμο του χρόνου της ζωής τους στην πορεία για την ευήμερη επιβίωση. Και ο Μάνος , σαν όλους, δεν ένιωθε πια οδηγός, αλλά χειριστής ενός υπολογιστή με ρόδες, πολύ ευτυχής , που κατείχε τα μέσα του ευημερείν. Σχεδόν ευτυχισμένος ήταν , τυλιγμένος μες στο ψέμα. Στο ραδιόφωνο σταμάτησε για λίγο η μουσική και η εκφωνήτρια είπε σύντομες ειδήσεις. "Σαράντα τρεις νεκροί από εμβολισμό σκάφους που μετέφερε παράνομους μετανάστες...οκτώ ανήλικες μαχαίρωσαν δεκαεξάχρονη που μίλαγε στο μέσσεντζερ με το φίλο της φίλης τους...ανηψιός σκότωσε θείο, γιος σκότωσε πατέρα, μάνα δολοφόνησε τα τρία της παιδιά, παιδεραστές πλανητάρχες, βασιλιάδες, υπουργοί, δισεκατομμυριούχοι, σκύλος του σπιτιού κατασπάραξε το δίχρονο αγόρι τους , ένας βρωμάνθρωπος κλώτσησε μια γάτα, ...". Ατελείωτα νέα όλα ευχάριστα! Ωστόσο τέλειωσαν και η μουσική ξανάρχισε να παίζει.
Ξαφνικά, πάνω εκεί που μέσα του είχε αρχίσει να βρίζει τον παλιάνθρωπο που κλώτσησε την γάτα, μια αστραπή έσχισε τον ουρανό απ’ άκρη σε άκρη και μια μακρόσυρτη βροντή, ταρακούνησε τα σταματημένα αυτοκίνητα. «Παράξενο» , σκέφτηκε ο Μάνος. «Συνήθως δεν έχει αστραπόβροντα , όταν χιονίζει». Μα πριν καλά καλά το σκεφτεί, η μουσική σταμάτησε , ένας άγριος ήχος ακούστηκε, κάτι σαν να τσακίζεται γυαλί μέσα στα ηχεία , που άρχισαν να βγάζουν έναν απόκοσμο, μεταλλικό θόρυβο και το τιμόνι άρχισε να παίζει δεξιά αριστερά χωρίς να μπορεί να το συγκρατήσει στα χέρια του. Η οθόνη στο ταμπλό του τρεμόπαιξε και η εικόνα της μετατράπηκε σε μια γκρίζα στατική θύελλα. Πριν προλάβει να αγγίξει το ταμπλό, τα φώτα των ενδείξεων έσβησαν όλα. «Το σήμα GPS χάθηκε» ακούστηκε από την φωνή της ηλεκτρονικής κοπέλας. Κοίταξε τα διπλανά αυτοκίνητα. Διέκρινε πως όλων οι οθόνες είχαν σβήσει και, τι παράξενο, στη λεωφόρο —από τα ταμπλό των αυτοκινήτων μέχρι τις διαφημιστικές πινακίδες στα καταστήματα — όλα έσβησαν και άναψαν πολλές φορές, ώσπου έμειναν αναμμένα σε ένα βίαιο, εκτυφλωτικά λευκό χρώμα. Ένα τεράστιο Ζ εμφανίστηκε παντού, σε βαθύ μαύρο χρώμα , εγγεγραμμένο σε κόκκινο κύκλο με την χαρακτηριστική κάθετη κόκκινη γραμμή που δείχνει διεθνώς το απαγορεύεται , όπως στο σήμα του απαγορεύεται το κάπνισμα. Και κάτω από το μεγάλο αυτό Ζ ,με έντονα κόκκινα γράμματα έγραφε: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΖΩΗ». Ο Μάνος έπιασε αμέσως το κινητό του στα χέρια του, να γκουγκλάρει , να δει τι τρέχει, να δει τι λένε οι ειδήσεις γι’ αυτό το παράξενο που τώρα συμβαίνει στην Κηφισίας. Μα το κινητό ήταν μια κόκκινη οθόνη χωρίς καμία επάνω της γραφή ή εικόνα. Σκέφτηκε να καλέσει τη γυναίκα του. Μα πώς. Το κινητό ήταν πλήρως απενεργοποιημένο. Δοκίμασε να ακούσει κάποια είδηση στο ραδιόφωνο. Μα και αυτό ήταν εξουδετερωμένο. Κανένας σταθμός δεν ακουγόταν, καμιά συχνότητα δεν ανταποκρινόταν. Μόνο, ξαφνικά, εκεί που προσπαθούσε, ακούστηκε στα ηχεία μια βαριά, απόκοσμη, σαν του Χάρου τη φωνή, να λέει: « «Η Ζωή ήταν πάντα μια αναλογική εμπειρία. Την ανταλλάξατε με κώδικα. Τώρα, ο κώδικας αποφασίζει την λήξη της. Παγκόσμιο πείραμα. Φάση ένα. Πιλοτικό χάος-Αθήνα , ώρα 8 και έντεκα λεπτά και 13 δευτερόλεπτα…εξουδετερώθηκαν τα κινητά τηλέφωνα, οι ραδιοσυχνότητες και όλα τα οχήματα σε όλη την περιφέρεια Αττικής. Επιτυχία 100% . Ανεπανόρθωτη βλάβη στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα».
Ένας κρύος ιδρώτας περίλουσε το σώμα του Μάνου μέσα στο παγωμένο τοπίο της ντυμένης στα λευκά , αλλά νεκρής Λεωφόρου Κηφισίας. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τρομακτική. Οι ηλεκτροκινητήρες σίγησαν. Οι αντλίες θερμότητας σταμάτησαν. Σε δευτερόλεπτα, η παγωνιά της Αθήνας άρχισε να γλύφει τα μέταλλα. Ο Μάνος πάτησε το κουμπί για να ανοίξει την πόρτα. Η ηλεκτρονική κλειδαριά ήταν νεκρή. Τράβηξε τη χειρολαβή με μανία, αλλά το λογισμικό είχε αποφασίσει: οι επιβάτες έπρεπε να παραμείνουν μέσα. Έξω, το χάος ξεκίνησε με τον ήχο του μετάλλου που τσακίζεται. Τα συστήματα διεύθυνσης των σύγχρονων οχημάτων, ελεγχόμενα από το κακόβουλο "Μεγάλο Τέρας" των hackers, έστριψαν απότομα. Κινούνταν σιγά , αλλά ανεξέλεγκτα. Αυτοκίνητα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο χωρίς ο οδηγός να μπορεί να πατήσει φρένο. Οι αερόσακοι άνοιγαν τυφλά, εγκλωβίζοντας ανθρώπους σε καμπίνες που πάγωναν όλο και πιο πολύ ώρα την ώρα. Τέλος σταμάτησαν , πέφτοντας το ένα πάνω στο άλλο, με τους επιβάτες μέσα τους πανικοβλημένους. Ο Μάνος ένιωσε το κρύο να εισχωρεί. Το χιονόνερο άρχισε να παγώνει πάνω στο παρμπρίζ του, και χωρίς τους υαλοκαθαριστήρες, ο κόσμος έξω έγινε μια θολή, εφιαλτική σκιά. Τότε, άκουσε έναν υπόκωφο θόρυβο από τους αεραγωγούς. Ένας υπόλευκος καπνός άρχισε να γεμίζει το χώρο. Δεν ήταν φωτιά· ήταν το σύστημα πυρόσβεσης που είχε ενεργοποιηθεί «κατά λάθος», εκτοπίζοντας το οξυγόνο. Ταυτόχρονα μυρωδιά από καμμένες μπαταρίες μύρισε στο σαλόνι.
«Όχι , όχι, όχι έτσι...» ψιθύρισε. Με τρεμάμενα χέρια, άρπαξε το προσκέφαλο του καθίσματος και το τράβηξε με όλη του τη δύναμη μέχρι που οι μεταλλικές ράβδοι βγήκαν από τις υποδοχές. Χτύπησε τη γωνία του πλαϊνού κρυστάλλου. Το ενισχυμένο τζάμι άντεξε. Χτύπησε ξανά, με την απόγνωση κάποιου που πνίγεται. Το κρύσταλλο κατέρρευσε. Το παγωμένο χιονόνερο τον χτύπησε στο πρόσωπο σαν χιλιάδες μικρές βελόνες, αλλά ήταν η γεύση της ελευθερίας. Σύρθηκε έξω, πέφτοντας στην παγωμένη άσφαλτο. Γύρω του, η Κηφισίας ήταν ένα νεκροταφείο. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι χτυπούσαν απεγνωσμένα τα τζάμια, ενώ οι εκρήξεις μπαταριών ακούγονταν απανωτά , πανικός απόγνωσης στους παγιδευμένους ανθρώπους, καθώς η υποθερμία άρχισε να τους κυριεύει μέσα στα μεταλλικά τους φέρετρα. Σε ευτή την σκοτεινή καταιγίδα, μια παράξενη κίνηση τράβηξε την προσοχή του. Ένα παλιό φορτηγάκι μιας άλλης εποχής, χωρίς αισθητήρες, χωρίς οθόνες, χωρίς «νοημοσύνη», κατέβαινε το δρόμο σπρώχνοντας τα ακίνητα ηλεκτρικά SUV, προσπαθώντας να βοηθήσει τους οδηγούς να απεγκλωβιστούν. Μερικές δεκάδες ακόμη σαράβαλα πιο πέρα, έκαναν το ίδιο. Οι παλιού τύπου άνθρωποι προσπαθούσαν να σώσουν τους νεοανθρώπους. Οι κινητήρες εσωτερικής καύσης ακούγονταν σαν τον παλμό μιας καρδιάς που αρνείται να σταματήσει. Έτρεξε πίσω του και ζέστανε τα χέρια του στην εξάτμιση του σαράβαλου. Απεγνωσμένες φωνές έρχονταν από παντού. Οδυρμοί, αλλόφρονες άνθρωποι, έσκαγαν μέσα στα ακινητοποιημένα και κλειδωμένα αυτοκίνητά τους. Λίγοι πεζοί και μερικοί νεαροί που κατέβαιναν με μηχανές , άρχισαν να ξεκολλάνε πλάκες από τα πεζοδρόμια, να μαζεύουν πέτρες, σίδερα, ό,τι έβρισκαν και να σπάνε τζάμια για να ελευθερώσουν τον κόσμο από τα μπλοκαρισμένα αυτοκίνητα.
Ο Μάνος έσπασε το τζάμι σε ένα μίνι κούπερ μπροστά του. Η κοπέλα μέσα ήταν αναίσθητη, με το κραγιόν ακόμη δίπλα της. Πριν λίγο βαφόταν οδηγώντας, στην προσπάθεια να φτάσει έγκαιρα στον τόπο της δουλείας της. Στο επόμενο όχημα βρήκε μια νεαρή μητέρα με το γιό της, αναίσθητους, παγωμένους, νεκρούς ίσως από την έκρηξη της μπαταρίας λιθίου του αυτοκινήτου. Βρώμαγε χημεία το όχημά τους. Ο Μάνος, δάκρυσε , έκλαψε. Το παιδί είχε την τσάντα τού σχολείου του στην πλάτη. Πού να είναι η γυναίκα του με τον δικό τους γιο τώρα; Τέτοια ώρα τον πάει κάθε μέρα στο πανάκριβο κολέγιο που τον εκπαιδεύουν για να τον κάνουν έναν ακριβοπληρωμένο δούλο-πληροφορηκάριο. Θεέ μου, θα έχει χτυπηθεί άραγε και το δικό τους αυτοκίνητο. Το χτύπημα ήταν καθολικό , είχε πει η αποτρόπαια εκείνη φωνή πριν λίγο. Ο Μάνος κατάλαβε ότι το «θαύμα» είχε πεθάνει. Οι hackers δεν είχαν χτυπήσει απλά το software· είχαν χτυπήσει την ίδια την εξάρτηση του ανθρώπου από την ευκολία. Το Μεγάλο Τέρας, η ψηφιακή οντότητα που δημιούργησαν οι σκιώδεις δαίμονες, χρησιμοποιώντας τις φοβερές επιτυχίες της ΑΙ, είχε διαστρέψει την ευημερία σε όλεθρο, είχε μετατρέψει την πρόοδο σε αγχόνη.
Κοίταξε προς το κέντρο της πόλης. Το blackout εξαπλωνόταν. Καθώς ο ουρανός γινόταν ακόμα πιο βαριά μολυβένιος και το χιόνι έπεφτε έντονα πια, τα φώτα έσβηναν το ένα μετά το άλλο, οι ανάσες πάγωναν, αφήνοντας την Αθήνα στο έλεος του απόλυτου κρύου του χειμώνα. Οι άνθρωποι που κατάφεραν να βγουν από τα αυτοκίνητα, άρχισαν να συγκεντρώνονται σε ομάδες, ανάβοντας φωτιές με λάστιχα και χαρτόνια για να γλιτώσουν από την παγωνιά. Το σύστημα είχε καταρρεύσει. Κανείς εκεί πια δεν περίμενε βοήθεια από κανέναν. Και το 112 είχε οδυνηρά σιωπήσει, νεκρό σαν το μέλλον κι εκείνο. Ξαναπήγε στο αυτοκίνητό του. Το ψηφιακό Z είχε σβήσει από την οθόνη του SUV του, καθώς η μπαταρία ξεψύχησε. Σκέφτηκε αστραπιαία τον Υπουργό, την χαμένη προμήθεια από το δημόσιο έργο. Το παιδί ψιθύρισε, που να είναι το παιδί μου; Ο Μάνος άρχισε να περπατά μέσα στο χιονόνερο, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες. Το σπίτι του ήταν στον Άγιο Στέφανο, 22 χιλιόμετρα μακριά. Θα τα κατάφερνε να γυρίσει με τα πόδια; Η τεχνολογία τον είχε προδώσει, αλλά η ανάσα του, ζεστή και ορατή στον παγωμένο αέρα, ήταν η απόδειξη πως η Ζωή δεν μπορούσε να απαγορευτεί τόσο εύκολα. Ο Θάνατος του Θαύματος είχε μόλις αρχίσει. Και η νύχτα θα ήταν πολύ μακρόσυρτη. Αλλά την ζωή, όχι, κανείς δεν μπορεί να μας την απαγορεύσει.
Μόνος ο Μάνος ξεκίνησε την επιστροφή στην ζωή κι ας ήταν αβάσταχτα οδυνηρή η πορεία μέσα στο χιόνι. Το χρέος κάθε ανθρώπου προς την Ανθρωπότητα , του επέβαλε, ως καθήκον, το να επιζήσει.. Ποιος ξέρει. Για όσους θα άντεχαν, ίσως να ήταν καλύτερα αύριο…Ίσως.
