ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

μικρό μου σωματίδιο



μικρό μου σωματίδιο

..κι όταν ο χρόνος θα σου απαλλοτριώσει τα όνειρα,
εσύ εκεί, στη σκιά του Θεού,
μείνε ένα ίχνος ύλης και αντιϋλης
αιωρούμενο στο στερέωμα
κι ανάμεσα στα πρωτόνια, τα νετρόνια, τα μποζόνια,
ανάμεσα στους αστέρες και τους καινοφανής και τις μαύρες οπές,
κρατήσου εσύ ένα ταπεινό σωματίδιο του Χέϊγκς.
Έχοντας όχημα τον έρωτα,  ταξίδευε διαρκώς προς το πουθενά,
αποδεικνύοντας  σιωπηλά στο Θεό την ύπαρξή σου
μες στην ανυπαρξία Του και τανάπαλιν.
Έτσι που να μοιάζει πως τα πάντα είναι το τίποτα
και πως το τίποτα είναι τα πάντα.
Έτσι πορεύσου
μικρό μου σωματίδιο.

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης
Από την ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Φωτο...χθεσινή πανσέληνος στο λιμάνι των Κυθήρων

Χαράμι-Ποίηση Γιώργη Δρυμωνιάτη





Χαράμι


Πρόκες καρφώσαν στην καρδιά μου
κάτι ψοφίμια όνειρα.
Ανάπηρες στιγμές κακολογήσαν  τ' όνομά μου
κι ένας καιρός αψύς με λιάνισε.
Άλλος ο δρόμος της ζωής που είχα διαλέξει,
μα η ζωή σ' άλλα λημέρια με περπάτησε.
Μασούλαγα ψωμί κι έφτυνα αίμα
στις φάμπρικες που γύρω μου είχαν στήσει.
Κι αντί να ζω, επιβίωνα
μέσα σε χώρους που δεν ταίριαζαν στο εντός μου.
Η κόκκινη σημαία μου ξεθώριαζε
και μέρα με τη μέρα η σκουριά κατάτρωγε
και το σφυρί και το δρεπάνι της ορμής μου.
Νικούσαν οι δυνάμεις
που 'χαν δαίμονες στα χέρια τους.
Που κάναν πως πιστεύαν σ' έναν και μοναδικό Θεό
κι όμως Θεό κανέναν μέσα τους δεν είχαν.
Κι εγώ ποιος ήμουν μες  στην κτηνωδία του κόσμου;
Δεν ήξερα να πω
κι ούτε ήξερε να πει κανείς για μένα
αν ήμουν άνθρωπος στ' αλήθεια
ή πράγμα ποταπό.
Φτερωτό ή ερπετό, σκουλήκι ή αγέρι;
Περνούσε, όλο περνούσε ο καιρός
κι εγώ, που όλο για φως εσκάλιζα στης νύχτας το σκοτάδι,
κάρβουνο μαύρο ξέμεινα στη στάχτη της ζωής.
Ποιο ψέμα, Θε, με γέννησε;
Ποιο ψέμα με ανδρώνει;
Ποιο ψέμα με ξεγέλασε.
Ποιο ψέμα με σκοτώνει;
Κοίταξα πίσω. Μια ζωή αγώνας και καρτέρει.
Βαρκούλα μου ναυάγιο, ψυχή μου εμβολισμένη,
τώρα που κατρακύλησαν οι μέρες μου στο τέλος,
Αμλέτος και  Οθέλος, ρωτώ κι όλο ρωτώ!
Να ζει κανείς ή να μην ζεί;
Κι απάντηση δεν παίρνω από κανέναν εν ζωή.
Ίσως να μάθω τ' αληθή μετά το τίποτά μου.
Μα όσο κι αν ζώντας χάνομαι, θέλω ειπείν,
όσο κι αν πένθος μέσα μου φοριέται κάθε μέρα,
εγώ χαρά θα κυνηγώ
κι ας μη ποτέ την πιάσω.
Αλλιώς χαράμι μου που ζω.
Χαράμι μου που γράφω.
----------------------------------------------------------------------------------------------
Το ποίημα "Χαράμι" είναι από τη συλλογή του Γιώργη Δρυμωνιάτη με τίτλο "ΠΟΛΙΣ ΠΑΝΔΗΜΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ"