ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Μικρή σύνοψη










Στα πέλαγα όλα περιπλανήθηκα,
μοναχός,
τις νύχτες θεοσκότεινος
και τις μέρες,
με φως μικρό στα θολά μου μάτια
και με ουρλιαχτά
από φωνές ψαριών
κι άλλων ψυχρών θηρίων
στα ώτα μου τ’ άσπλαχνα.
Πέρα, πέρα,
στα πέρα πέλαγα,
μοναχός επάνω σε δέκα κύματα
αλμυρά και κρύα
και σε τρεις αέρηδες
που ευτυχώς εκείνοι
απ’ το νότο έρχονταν και με ζέσταιναν.
Κατά πως ερχόταν που και που
και μου έφεγγε
και κρυφά κρεμότανε
στο θρασύ μου όνειρο
το κυρτό φεγγάρι,
τ’ Αυγουστιάτικο,
μέχρι τον Οκτώβρη, πέρα απ’ τις ελιές.
Κι ύστερα τα σύννεφα,
χαμηλά πετώντας,
θέλαν και το κλέβανε
κι έμενα τις νύχτες μου πάλι μοναχός.
Σκοτεινές πορείες
πάνω σε νερό,
διάβολοι που ξύνονταν κάτω, στην καρίνα μου
κι έδειχναν το θάνατο
κρυμμένο στο βυθό
κι άγγελοι στα ξάρτια μου
κρυφοφτερουγίζανε,
αδιάφοροι όμως.
Διόλου δεν νοιαζόντουσαν
για το αν θα πνιγώ.
Ήταν τα ταξίδια μου βράχο κατά βράχο,
σκότος μες στα σκότη μου
τις νυχτιές τις δύσκολες
που με καταπλάκωνε
ο Άτλας Ουρανός.
Μόνο οι φάροι κάποτε του Καβο Μαλιά
του Σπαθιού του κάβου και του Ματαπά,
που αιώνια στέκονται,
σκλάβοι των αιμάτων μας
στο μεγάλο τρίγωνο των πολλών κυμάτων,
μόνο αυτοί με πρόσεχαν
κι όπως αγκαλιάζονταν
γύρω απ’ την καταιγίδα,
ελεούσαν πρόχειρα και την επαιτεία μου
με κομμάτι φως.
Κι ήτανε η σπίθα τους πάντα σωτηρία,
πύρινη ανάσταση, θείος λυτρωμός.
Τίποτα δεν μίσησα
πιο πολύ απ’ εκείνες
τις στριγκιές τις νύχτες
που ήταν απαραίτητες
για να ξημερώσει.
Μα τις μέρες άλλαζαν οι κοφτές πορείες μου,
τα πανιά μου κόντραραν κατά τον καιρό,
«ήλιος ηλιάτορας» έφεγγε στο νου μου,
στο πηδάλιο μου ο έρως οδηγός,
κέρδιζα τα ρινίσματα της κάθε ημέρας
κι έτσι, επιχρυσώθηκα διαχρονικά,
όπως στριφογύριζα στα ίδια και στα ίδια,
κυκλωτικά ταξίδια,
σαν την Γη π’ όλο γυρνά
γύρω από τον Ήλιο της κι από τον εαυτό της.
Έτσι κλωθογύριζα
και το σύμπαν μου ήτανε
όλα τα πελάγη
γύρω- γύρω απ’ τις ακτές
των παλιών Ελλήνων.
Και στ’ αμπάρι μέσα
φόρτωνα, όλο φόρτωνα,
χωρίς να ξεφορτώνω
τα όσα με πάθος τρύγαγα
στα δροσοπέλαγα
των δυνατών ανέμων.
Πέρα απ΄το γαλάζιο
του μακρύ Ουρανού
και το κάτω μπλάβο
της θάλασσας τ’ ατέλειωτο,
όλο το βιος εκείνων των λάγνων ημερών
στο εντός μου χάος
όλο τ’ αποθήκευσα,
μαζί με τη λάβα απ’ τη Νίσυρο
κι απ’ τη Σαντορίνη
και το νερό του Νείλου
που, υποθαλάσσια, έφτανε ως εδώ.
Κι έμοιαζε το ταξίδι μου αέναο,
λες και ο θάνατος είχε ματαιωθεί.

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης
Απόσπασμα από την ποιηματική μου αυτοβιογραφία με τίτλο
"Ρότα προς Δραγονάρες"

Φωτο: Φάρος Μουδαρίου, στο ακρωτήριο Σπαθί, στο βοριότερο σημείο της Μεσογείου. Ο μεγαλύτερος φάρος της Μεσογείου, στο πιο πολυσύχναστο θαλασσινό της στενό, μετά από το Γιβλαρταρ.