ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Ύμνος των Αιώνων



Mητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,
δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·
του συντριμμού σου τα σπαθιά στα κάμανε
φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες.

Kαι οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου
το νικηφόρο χέρι του Pωμαίου,
κ' η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Bυζάντιο,
στον τόπο του πολύστυλου ναού του αρχαίου,

Kι αυτό το κάστρο που μουγγρίζει μέσα του
της Bενετιάς ακόμη το λιοντάρι,
κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης
και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,

Kαι του Σλάβου το διάβα αντιλαλούμενο
στ' όνομα που μας έρχεται στο στόμα
-με το γάλα της μάννας που βυζάξαμε-
σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα,

Όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,
σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,
στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε
κ' είναι σα σπλάχνα απ' το δικό σου το αίμα.

Ω τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα,
ω διαβατάρικα, από σας πλάθετ' αιώνια,
κόσμος από παλιά κοσμοσυντρίμματα,
η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια!

Κωστής Παλαμάς

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009


Καλό και τούτο

Εγώ δεν είμαι ποιητής,
όπως εσείς,
σας το δηλώνω.
Είμ’ ένας τύπος φευγαλέος,
π’ από μέσα μου τσινούν
άναρχα γράμματα
και λέξεις ξεχασμένες,
προτάσεις μελωδίας άλλοτε
κι εικόνες ανορθόδοξες
και άτακτες αιρετικές ατάκες,
ανορθόγραφες, σαχλές,
π’ ο ίδιος, θορυβοσιωπή
το λέω όλ’ αυτό το νταβαντούρι.
Και δεν το κάνω
απ’ ανάγκη τάχα κάποια
ή από δύναμη μυαλού,
ούτ’ από γνώση ποίησης,
μηδ’ εκ σοφίας φούσκας
ή απ’ αιτία όποιαν άλλην, να,
πλην από τρέλα μάλλον μόνο.
Γλυκοτρέλα δηλαδή,
ημιτελούς νοός αρρώστια,
διαφθορέα του λογικού
και της ψυχής σαράκι.
Αυτήν που κάνει τους θνητούς
κάπως να μην πεθαίνουν.

Συνεπακόλουθα,
δεν την γνωρίζ’ ουδόλως
αυτή την τέχνη του ποιείν,
παρ’ όπως μούρθει τ’ αραδιάζω
τα αυγά του νου μου
και τρέχει η ψυχή ξοπίσω
και κλωσά τού νου τ’ αυγά,
κάθε φορά
που η γλυκοτρέλα
μέσα μου αντρειώνει,
κάθε φορά π’ ο οίστρος
με δαγκώνει .
Και να!
Χωρίς να είμαι ποιητής,
ποιήματα τάχα γράφω.
Καλό και τούτο!!!
Έν’ απ’ τα πολλά,
έν’ απ’ τα μύρια λάθη
μες στο σύμπαν είμαι.

Θα πρέπει όμως να το πω:
Είμαι πολύ ευδαίμων,
είμαι ευτυχής,
με τούτη την αρρώστια
που με βρήκε!
Είθε να την πάθετε και σεις.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από την συλλογή "ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ"



Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ ΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙ


Πλήν ενός
Τα πάντα γύρω απ’ το τίποτα γυρίζουν.
Πλην του ενός,
που είν’ εχθρός του μηδενός,
προσωρινός
και ρέει σε ανάποδη ροή
μέσα στο σύμπαν.
Το ένα του εαυτού μου
το μοναδικό και μονοσήμαντο
εννοώ,
πριν εκραγώ,
πριν μηδενίσω,
πριν πάψω πια να είμαι
ένθερμος εχθρός εγώ,
ο ένας,
του μηδενός,
πριν αντιστραφώ
και ρέω, όπως ρέει το σύμπαν,
προς το τίποτα
κι εγώ.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΑΝΘΟΛΟΓΟΔΟΧΕΙΑ"

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Άκου τι ρωτώ!
…..κάποιαν ημέρα του κακού καιρού,
π’ ο Ήλιος χλόμιασε και μύριζαν άσχημα οι ακτίνες,
πόναγαν πάλι τα καρούμπαλά μου,
πύον το ποιόν μου, μ’ αίμα μαζί.
Τι μέρα και τούτη της δυσκολίας!
Πόσο μού αρνήθηκε ο χρόνος
τη δικαίωση! Γιατί; Πονούσα, βριζόμουνα,
αδικούσα κι εγώ το εγώ, λες κι εξαρτιόταν από μένα
το να γίνω σπουδαίος…..
Θυμάμαι, πόναγαν πάλι
τα καρούμπαλά μου εκείνη την ημέρα
του κακού καιρού,
χαλάζι καρύδι εξ ουρανού είχε πέσει
ανάμεσα στα εκατομμύρια νόμους των ανθρώπων
κι είχα ακάλυπτη την κεφαλή, ω τι πόνος!!
Καθόμουν απέναντι και η δικαιοσύνη
του Θεού μού ήταν εχθρός χωρίς αιτία,
τη μέρα εκείνη του κακού καιρού.
Οι άλλοι, οι πολλοί, οι ημιάγριοι του πολιτισμού,
δίπλα και παραδίπλα , δεν πόναγαν ,
καμπουριασμένοι μεν, καλοκουρδισμένοι δε,
συνεπείς με την εργασία τους στην κλοπή
ή όχι, όμως ήσαν συνεπείς στην αγορά
του αγοραίου έρωτα, του αγοραίου εγώ τους,
κύριοι σαν άρχοντες, με τη θέση τους στρογγυλή,
οι πολλοί μέσα στην νομιζόμενη ευδαιμονία τους.
Χαζά ευτυχείς εξ αιτίας της ευμάρειας, τύποις ευτυχία,
ζωντανοί και ζωηροί μέσα στον τάφο της καθημερινότητας.
Γελούσαν και πίνοντας ουίσκι, βότκα, τζίν, …χα,χα,χα….
ξύναν τους όρχεις τους οι πολλοί, πολύ ευχαριστημένοι…..
…..κι εγώ σήμερα πια,
ξύνοντας τα καρούμπαλά μου εγώ,
που με πονούν διαρκώς,
πύον με αίμα, κακή πληγή αυτά τα ακρούμπαλα
κι όπως τα ξύνω, ρωτώ, εσάς ρωτώ:
Αν δεν ήμασταν κακοί, θα είχαμε χρεία νόμων;
Αν δεν ήμασταν ηλίθιοι, θ’ αναγκαιούμασταν εξουσίες;
Άκου τώρα τι ρωτώ κι εγώ!!
Στην έκθεση μηδέν. «Εκτός θέματος»,
θα ειπούν οι δάσκαλοι, «ρωτάς αναπάντητα, ανόητε».
Αυτό θα μου ειπούν, να μου το θυμηθείς….
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή " ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ"

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Το ποίημα του Κωστή Παλαμά ''κακή φωτιά'' απ' τα Παράκαιρα (1919),ερμηνεύει η Μαρία Σπυροπούλου με μουσική Κωστή Ζευγαδέλλη. Στο πιάνο Νικος Πιτλόγλου και στη κιθάρα Κωστής Ζευγαδέλλης.
Και δεν φοβούνται πλιο.


Πεθαίνοντας , αναρρώνει κανείς
απ’ την κακιά αρρώστια
που του ‘τρωγε τα σκώτια,
θεραπεύεται κι η ματιά του
από τον πόνο του φωτός
επί της ωχρής κηλίδας,
όλα περνούν
κι ο νους περνά
και δεν τυραννά
και δεν παιδεύει πλιο,
μένουν μονάχα η ραχοκοκαλιά
και το κρανίο με τις δυο κώχες,
ωραιότατο,
κάμποσα παγίδια κι η ωλένη ,
η κερκίνη, κνήμη, λεκάνη
χωρίς εντόσθια,
όλα άδεια, πολύ άδεια,
άδεια κι από πόνο
κι από χαρά κι από έρωτα,
τα ερείπια της πρώην ψυχής,
ακατοίκητα,
ολομόναχα είναι τούτα
τα κόκαλα,
αλλά όλο χαρά μες τη θλίψη τους
και δεν φοβούνται αρρώστια πλιο.
Σαν δεν φοβάσαι το θάνατο,
τίποτα δεν φοβάσαι…
Ωραία που είναι!!

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΠΗΛΙΚΟΝ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ"


Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΓΑΛΑΝΗ-ΝΤΑΛΑΡΑΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΑ Ο ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ


Δυο μοναξιές , μια θλίψη

Ως είδος θανάτου,
η μοναξιά με περιέλουσε
με ολόλευκη θλίψη,
λες και το φως των ασθενών
αισθήσεων
καταφέρνει να σβήσει
το έσω μου σκότος.
Δεν πονηρεύτηκα καθόλου λοιπόν;
Αχ…Και στο τέλος,
εκεί που σε βρήκα νεκρή,
δεν ήμουν κι εγώ ζωντανός,
εκεί,
πέρα.
Δυο μοναξιές, μια θλίψη.
Κι εκατέρωθεν του νοός
το άπειρον του τίποτα.
Το ανελέητο μηδέν.
Το αχόρταγο χώμα!
Τι να το κάνω το όνομα,
όταν πια δεν θα υπάρχω;
Δεν λες….
….καλά που πρόλαβα
και συλλάβισα κάπως,
δίπλα στα σκότη μάτια σου
εκείνο το εύφλεκτο δίλεξο:
« σ’ αγαπώ»!
……αν θυμάσαι……


ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ ΦΡΑΠΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΓΛΥΚΟΛΕΜΟΝΟ"
Τότε που ήταν Φεβρουάριος

Ήταν και τότε Φεβρουάριος
δίσεκτου έτους.
Τους σταματήσαμε
αφού καταστρέψανε.
Ήταν αργά και ο Θεός απουσίαζε
από το πανταχού παρόν του
ως συνήθως.
Έτσι πέθαναν πολλοί αβοήθητοι,
άλλοι σακατεύτηκαν στα πνευμόνια τους,
άλλοι πάλι δεν πρόλαβαν καν
να γνωρίσουν τον Ήλιο.
Οι βάρβαροι βλέπεις,
παραμονεύουν αόρατοι, πίσ’ απ’ το φως ,
με σκοτεινή ενέργεια βαριά οπλισμένοι.
Οι βάρβαροι βλέπεις
έρχονται πάντα κάποτε.
Τότε που δεν τους περιμένεις.

Το καλό όμως είναι
ότι και οι καταστροφείς
καταστρέφονται.

Αν και ο πατέρας μου έλεγε,
τότε που ήταν Φεβρουάριος πάλι,
πως ο θάνατος ποτέ
με θάνατο δεν εμποδίζεται
και πως την Αλεξάνδρεια
θα την ανοικοδομήσουμε,
κάνοντας έπαρση της οδύνης του νου
και ναρκώνοντας τους βαρβάρους
στον ύπνο τους, με νάρκωση καθολική ,
καταπλακώνοντας ταυτόχρονα
την καιόμενη πίσσα με τα αέρινα τείχη μας,
χωρίς καν να απασχολήσουμε το Θεό,
το μέγα, που συνήθως λείπει
και χωρίς ποτέ να σκοτώσουμε κανέναν.

Έτσι πρέπει να γίνει!
Εφόσον τα έχουμε τα προσόντα,
μπορούμε να ηγηθούμε,
ενάντιοι εναντίον βαρβάρων
ορατών τε πάντων και αοράτων
και να νικήσουμε σύντομα.
Τον ερχόμενο Φεβρουάριο ίσως.
Νίκη μακράς διάρκειας.
Νίκη αορίστου χρόνου.
Μόνο αυτό μας πρέπει.
Μόνο αυτό δικαιούμεθα.
Να διακόψουμε την έλευση
άλλων δίσεκτων πρέπει.
Να καταστρέψουμε την αλληλουχία
των αγίων βαρβάρων.
Να στερεωθούμε καλά ξαπάνω
στο φωτεινό εγώ μας.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ"

Ως ξέρει όλος ο κόσμος

Ωκεανοί τα δάκρυα
του καλού Θεού μας,
πλοία οι ελπίδες μας,
επιβάτες τ’ όνειρα.
Στο λιγοστό το χρόνο,
στο άδηλο μέλλον,
στον όμορφο κόσμο
των δούλων του Θεού,
ταξίδια παντού
μικρά ή μακρινά,
εξερεύνηση, δόξα,
γνώση και χαρά,
παιχνίδι εδώ,
τραγούδι εκεί,
το γέλιο ευλογία, θεϊκή.
Πιο πέρα όμως δάκρυ,
η πίκρα τ’ ανέμου,
η θύελλα μετά,
μικρά τα καράβια,
μεγάλα τα όνειρα,
φορτία βαριά,
όλα αναμενόμενα,
καλά και κακά.
Δεν πλέουμε στραβά,
αλλά η ρότα πάντα
προς το ίδιο τέλος
μονότονα τραβά.
Στο λοξό ορίζοντα
καταλήγοντας,
χάνονται εσφαλμένα
προς το λάγνο άπειρο
οι χυμοί των ψυχών.
Όνειρα φαντασμένα,
γκρεμοτσακισμένα,
στην άβυσσο του χάους,
ναυάγια όλα ,
βυθισμένα στο ψέμα.
Υγρό πυρ γενναίο
το άλικο αίμα,
που έσβησε κι εκείνο
καρτερικά.
Μας βλέπει, λέει, και κλαίει.
Κλαίει, λέει, για μας.
Ωκεανοί τα δάκρυα
του καλού Θεού μας,
ανεξίτηλο μπλάβο
για να κολυμπά
στον μπλάβο πλανήτη,
αμύθητη κι ωραία
η ρευστή χαρά,
που πάντοτε όμως
τελειώνει οδυνηρά.
Διότι, ναι, διότι
-ως ξέρ’ όλος ο κόσμος-,
ωκεανοί τα δάκρυα
του καλού Θεού μας,
γεμάτοι ξέρες όμως.
Την ξέρα του θανάτου
ποιος την προσπερνά;




ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ"



Όμορφος γέρος

Ποιος είπε
πως ο γέρος δεν είν’ όμορφος;
Κοιτάξατε ποτέ
κάτ’ απ’ τις ζάρες;
Ψάξατε μήπως
πίσω απ’ τους καταρράχτες
των ματιών;
Διερευνήσατε
το τρέμουλο των άκρων;
Διαβάσατε
τους άρρυθμους παλμούς
της στενευμένης του
καρδιάς;
Αντιληφθήκατε
πόση ψυχή
ακμάζουσα,
αγέρωχη,
σοφή,
πάλλεται πορευόμενη
στου σώματος
το ρήγμα;
Πόση ψυχή
αναδεύεται
με νοσταλγίας
θλίψη;
Θλίψη ψυχής
αγέρωχης
σε σώμα γκρεμισμένο!
Κι αν προσπερνάτε
μ’ έπαρση,
ένα λεπτό ρυθμίστε
προς χάριν του
τα μάτια σας.
Ναι.
Ο γέροντας
πατέρας μας!
Ω Θε μου,
πόση ομορφιά
κάτω απ’ το ερείπιο
κρύβεται
πλακωμένη!!!


ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΑΝΘΟΛΟΓΟΔΟΧΕΙΑ"



Τ’ όνειρο τ’ ορφανού παιδιού.

Κοιμάμαι
και στα μάτια,
στα κλειστά μου βλέφαρα
πάνω
κάθεσαι συ, αέρινη
χαϊδεύεις τ’ όνειρά μου
κι εποπτεύεις
την ανάσα μου
και πίσ’ απ’ την κουρτίνα
βλέπεις
μέλλον φωτεινό,
δικό μου όλο
το φως του.

Αλλ’ είσαι αέρινη
κι εγώ από κάτω
στο όνειρο, να,
βλέπω τον τάφο σου
ν’ ανοίγεις και
να έρχεσαι, να,
ζωντανά,
φιλί στο μέτωπο,
θέρμη χειλέων,
στων μαλλιών μου
τα κύματα
βάρκα, βαρκούλα
το χεράκι σου μανούλα!

Ώι, αχ, αχ, αχ!!!
Ας μη ποτέ ξανά,
ποτέ μην ξημερώσει.
Ποτέ μην έρθει
καθαρό το φως,
ποτέ ας μην έρθει
πια ο Ήλιος
και μου σβήσει
το ψεύδος τ’ ονείρου,
μανούλα μου!

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΕΦΤΑΖΥΜΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ"


Αστεροειδής 2000 RD53


Κανένας δεν πρόκαμε να δει
τον αστεροειδή που μας την έπεσε.
Διότι έτρεχε ως σφαίρα πυρός
και μας την άναψε στα Ιμαλάϊα
άϊα, άϊα, άϊα δεν προκάμε να πούμε.
Διότι θάφτηκαν διαμιάς τα όμματα
μέσα στα χώματα.
Διότι έσβησαν αστραπηδόν
όλα τα φώσια των εγκεφάλων.
Έμειναν μόνο τα οικόπεδα
περιφραγμένα, τοπογραφημένα,
με όρια και σύνορα,
ιδιόκτητα οικόπεδα σοβαρών
ανθρώπων ιδιοκτητών
με προσωπικότητα σπουδαία πριν
-τι σου είναι ο άνθρωπος!-
-στραγάλι γι’ αστεροειδή-
-ναι, ναι, στραγάλι-
και εντός των οικοπέδων
τα πτώματα των οικοπεδούχων τώρα
παρήλαυναν οριζοντίως
τσουρουφλισμένα ως κάρβουνα,
ενώ οι ακτήμονες ετάφησαν
στη θάλασσα νομίζω, ως δάκρυα.

Αστεροειδής 2000 RD53
μπαμ, μπουμ, σκόνη μεγάλη
ως τιμωρία του άπληστου.
Εκατό χρόνια συννεφιά.
Αυτή τη φορά
το είδος που εξέλειπε
ήταν ο ανθρωπόσαυρος.
Ξέρετε,
αυτός που προσπαθούσε τόσα χρόνια
να κάμει τη δουλειά του αστεροειδή μόνος του
και δεν τα κατάφερνε…,
έ…αυτός.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"

Όνειρο

Όνειρο θερινής νυκτός μου
είν’ ο εαυτός μου
κι όλα τ’ εντός κι εκτός μου
όνειρα θερινής νυκτός μου.

Όνειρο θερινό εντός μου
είν’ ο ουρανός μου
κι όλο το φως του κόσμου
όνειρο θερινής νυκτός μου.

Άραγε είσαι συ δικός μου,
φως τ’ έρωτός μου;
ή οπτασία είσαι του νοός μου
κι όνειρο θερινής νυκτός μου;

Και συ Θεέ μου, Ουρανέ μου,
σπήλαιο τ’ ανέμου,
είσαι και συ ‘να ψέμα κόσμου
κι όνειρο θερινής νυκτός μου;

Όνειρο θερινής νυκτός μου
είν’ ο εαυτός μου
κι όλα τ’ εντός κι εκτός μου
όνειρα θερινής νυκτός μου.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΠΗΛΙΚΟΝ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ"