ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010


ΠΑΡΕ ΜΕ ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ ΜΕ ΑΣΤΡΟ

Τούτο το ρίγος δεν μου 'ναι ουδόλως συγγνωστό.
Ποιος Ουρανός να το στέλνει στο χτένι μ' απόψε;
Ποιος ποταμός θεϊκών σφριγηλών στεναγμών
φέρνει στη στήλη μου ρεύμα και πνεύμα δαιμόνων;

Έρωτα θείε, Συ Δαίμονα, αναρχικέ,
του αναπήρου απείρου πατέρα,
φέρε και δος μου ακτίνες βαρειές , κοσμικές,
μες στης ψυχής μου το αίμα καρφώσου.

Να μεγαλώσεις το είναι μου ως το εκτός
και το εγώ μου να γίνει φωτιά των αιώνων,
να λυτρωθώ, να χαραχθώ, να υψωθώ
ως τ' άκρα τόξα του σύμπαντος κόσμου.

Κι όταν θα 'ρθεί της ψυχής μου η ψυχή
κι από τα σπήλαια βγει η αυγή του νοός μου,
πάρε μ' αιθέρα, πουλί να γεννώ στο Βουνό
ή στην κοιλάδα εκεί να χαθώ, να ταφώ , των μαστών της.

Πάρε με νύχτα και κάνε με άστρο, να λάμψω,
στων ουρανίων ματιών της να μπω τον βυθό.
Χώρε και χρόνε κι ελπίδα των πάντων, Απάντων!!
Μη μ' αρνηθείτε μαζί της να γίνω Θεός!!!

Γιώργης Κασιμάτης -Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
Εκδόσεις ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ
Κύθηρα , 2010.

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Όταν άνθη εδένατε...
Όταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας,
και μες στην καρδιά σας
αντηχούσαν σάλπιγγες, κι ήρθατε σε χώρα
πιο μεγάλη τώρα ―
οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα, τα ρίγη,
είχαν όλοι φύγει.

Όταν άλλο επήρατε πρόσταγμα, άλλο δρόμο,
σκύβοντας τον ώμο,
τη βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλους,
στην άκρη του χείλους
ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση ―
είχε πια νυχτώσει.

Kι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέρια
πάνω από τ' αστέρια,
κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα, που ανεστράφη,
ο ουρανός εγράφη,
κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι ―
είχατε πεθάνει.

Καρυωτάκης Kώστας


ΥΜΝΟΣ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ω εσύ που έχεις γίνει
πικρή, κρυφή, αλόγιστη,
υποχρεωτική συνήθεια ανθρώπων,
και πουλιών κι εντόμων και ψαριών,
εσύ , ο ίδιος,
που βασιλεύεις στο απέραντα μεγάλο,
στο απίστευτα μικρό
και στο παντού,
εσύ που καταλύεις ό,τι δημιουργεί ο Μέγας
και φτιάχνεις απ' αρχής
όσα εκείνος μοναχός δεν καταφέρνει,
φοβερέ στα όρια της φαντασίας μου,
γλυκύτατε στα περιθώρια των αστέρων,
ω, μην αργήσεις να μου ρθεις κι εμένα
στο κελάρι εδώ,
στο υπόγειο των προσωρινών αναμνήσεων,
εδώ, που πίνω νέκταρ οράματος
και φιλώ τη χούμελη των ονείρων,
μην αργήσεις.
Ένα μονάχα , ετσι κρυφά και με πολλήν
εμπιστοσύνη σου ζητώ.
Ω θείε θάνατε!
βέβαιε κι ακριβέ
και λατρεμένε μου Θεέ,
έντιμε Θεέ, που μου δείχνεις πάντα
το άγιο πρόσωπό σου,
παρακαλώ, σαν έρθεις,
ναι,  να έρθεις να με βρεις,
ναι, έλα να με βρεις,
μα όχι απάνω εκεί που λιώνω και πονώ,
όχι την ώρα της μεγάλης σκοτοδίνης,
όπου, χωρίς κανένα βέβαιο Θεό,
ολοθλίβομαι και πάσχω.
Έλα την ώρα που είμαι ευτυχής.
το κορμί πούχει ορμή
και έπαρση ο νους μου.
Τη ώρα που, απ' την πολλ' ηδονή,
με γέλιο στεφανώνω
το απόγειο της δόξας.
Εγώ για σένα τότε , με χαρά,
τα όνειρα και τη ζωή
θα σβήσω εν ευλογία.
Θα σου οριζοντιωθώ λευκός.
Δικό σου το εγώ μου!
Και θα σ' αφήσω πίσω μου
τον λόγο τον καλό
να σε υπηρετεί, ως σου οφείλει.

ΓΙΩΡΓΗ Π. ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
Από την ομώνυμη ποιητική του συλλογή

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010


Δον Κιχώτες


Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ' το 'λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ' άλογό μου!»

Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν' απαρνηθούν τις πρώτες.

Τους είδα πίσω να 'ρθουνε -- παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο --
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

η μελωδία της θλίψης


Νόμιζα πως θα ήσουν πάντα….
…αλλά συ έφυγες νωρίς…
έσπασες το μικρό ιμάντα
και για αλλού αναχωρείς.

Δεν κοίταξες καθόλου πίσω
να δεις που βρέχει ολημερίς.
Το σπίτι μας το πελαγίσο
μοιάζει με δάκρυ της βροχής.

Μοιάζει με κάστρο εμπολέμων
που θλίψη πια το κατοικεί,
π’ έγινε σπίτι των ανέμων.
Εσύ δεν είσαι πια εκεί.

Δεν είσ’ εσύ που ισορροπούσες
το λόγο μέσα στη σιωπή
και μες τα μάτια ζωγραφούσες
φως απ’ των άστρων την κλοπή.

Ναι, σε ζηλέψανε τα άστρα
και βρήκαν την κλοπή αφορμή,
μια νύχτα, μια Θεοδαμάστρα,
ψυχή σού πήραν και κορμί.

Νόμιζα πως θα ήσουν πάντα…..
αλλά συ μίσεψες γοργά
και στην ψυχή μου πια, γιρλάντα
η θλίψη, δρα ραδιενεργά.


ΓΙΩΡΓΗ Π. ΚΑΣΙΜΑΤΗ ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
Από τη συλλογή
"ΠΗΛΙΚΟΝ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ"
υπό έκδοση

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

επιτάφιο πάρτι

….λοιπόν, χθες νοίκιασα ένα μνήμα
στο ρετιρέ του τρίτου άσπρου τάφου,
τρίτο νεκροταφείο δεξιά μεριά, με άγαλμα,
απέναντι απ’ το βράχο ακριβώς των κορακιών,
δίπλα στο αποξηραμένο κυπαρίσσι,
με τριπλά καντήλια πάνω του, χρωματιστά,
ευρύχωρο σαλόνι, αξίζει , είπαν , τα λεφτά του,
όσοι το είδαν και το θαύμασαν και λέω
το ψυχοσάββατο να οργανώσω πάρτι,
ω, καλοί νεκροί του πάνω κόσμου,
είστε όλοι καλεσμένοι μου εκεί,
θα φάμε κόλλυβα, θα πιούμε κονιακάκι,
θα τραγουδήσομε το «αιωνία ημών η μνήμη»
και χορό θα ρίξουμε, χορό,
και φοξ και μπλουζ, τανκό και βαλς,
σαν σκελετός με σκελετό, … αγκαλιασμένοι,
έγερση προς ανάσταση, διέγερση, πάθος πολύ,
λίμπιντο, καύλα πεθαμένων,
αλλά ξέγνοιαστοι ενταυτώ , ανέμελοι ,
αταρακτότατοι θα είμαστε όλοι,
χωρίς καθόλου εξουσιαστές ή άλλους επιβλέποντες,
δίχως νόμους επιτρέποντες ή νόμους τρισαπαγορευτικούς,
θα χάσετε αν δεν ρθείτε,
ελευθερία θα έχουμε πολλήν, οι δίπλα
και οι πάνω και οι κάτω μας δεν θα ενοχληθούν,
ούτ’ ο Θεός, όλοι τους πεθαμένοι,
και πεθαμένοι όλοι θα μείνουν όσην κι αν κάνουμε οχλοβοή,
ελπίζω νάρθετε και να είστε όλοι καλόβολοι εκεί
σαν θα μου ρθείτε να είστε όλοι σας κεφάτοι, όχι γκρίνιες,
στο ρετιρέ λοιπόν σάς περιμένω, σας καλώ,
στον χωρίς έπιπλα, οπού τον νοίκιασα εχθές για ώρα ανάγκης,
της αμαρτίας της θερμής κατάλοιπο είναι το άσπρο μνήμα!
σας περιμένω όλους σας εκεί
και δώρα άλλα μη μου φέρετε,
(ειπείν όνειρα νεκρά με κορδελίτσα κόκκινη,
ή σπερνά με ασημένια κουφετάκια πλουμισμένα
ή άλλα τέτοια δώρα πεθαμού),
τίποτα, …όχι τίποτ’ άλλο μη μου φέρετε,
παρακαλώ, πλην από τις νεκρές ψυχές σας.

ΓΙΩΡΓΗ Π. ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
Από τη συλλογή
"ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΑΣ"
Εκδόσεις ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ
Κύθηρα, 2010

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010



ΠΟΙΗΤΕΣ


Πώς σβήνετε,πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν...
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας...
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φώς, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ' όλα τριγύρω τ' άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλωσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν

K.Καρυωτάκης

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Το πρωί των μελτεμιών

Βρέθηκα τούτο το πρωί των μελτεμιών
νεκρός πάνω στο στρώμα του κορμιού μου.
Τριγύρω μου πεσμένα και πικρά νεκρά
κι όλα τα όνειρα του γκρίζου Ουρανού μου.

Αστέρια σεις, λιγόχρονα,
λιγόψυχο κορμί μου,
φάροι σβηστοί, ω μάτια μου!,
αδράνεια ορμή μου,
μηδενικό ψυχή μου!!!

Θρηνώ ετούτο το πρωί των μελτεμιών
το θάνατο του πρόσκαιρου ανθού μου.
Τα πέταλά του κείτονται ωχρά νεκρά
στ' άβουλα χέρια του αδίστακτου Θεού μου.

Αδέρφια σεις, αφόρητα,
φονιάδες μου, εχθροί μου,
μοιράστε τα κομμάτια μου,
αδράνεια η ορμή μου,
μηδενικό η ψυχή μου!!

Γιώργη Π.Κασιμάτη- Δρυμωνιάτη
Από την συλλογή του
"ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ"
Εκδόσεις ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ
Κύθηρα, 2010.

Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο




Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Mαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
H ευτυχία μου, σκέπτομαι, θά 'ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα
Aμάλθειο κέρας.

(Tαπεινή τέχνη δίχως ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα 'ρθώ κοντά σου
κατακορύφως.

Oι ορίζοντες θα μ' έχουν πνίξει.
Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Ά! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.

Καρυωτάκης Kώστας

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ...





Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει
απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.
Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,
κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάει

Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνον
μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.
Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,
της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!
Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός
νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,
εκεί, στο απόλυο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


ο χρόνος με τρώει


Θέλω να φύγω προς τα μέρη
π’ ο Βοριάς δεν ημερεύει.
Σάμπως ψυχή μου είν’ καλλίτερα εδώ;
Το ξέρεις. Δεν υπάρχω , σαν δεν ζω.

Κι αν απ’ τα σύγνεφα ψηλά πέσει χαλάζι
στ’ άδειο κορμί των στεναγμών,
ας μου σκοτώσει και τ’ ελάχιστο μου φως
που πίσω από τα μάτια βολοδέρνει σκοτεινό.

Δεν είναι που μού έλειψε Εκείνη.
Όχι, δεν είναι που πενθώ για μια φωνή.
Είναι που κόντυνε το μέλλον μου και βλέπω
μονάχη του θανάτου τη μορφή γυμνή.

Δεν το φοβάμαι το σημείο που τέμνει
ο χρόνος τον μη χρόνο και νεκρός
θα επανέλθω στην προτέρα ύπαρξή μου,
σκόνη και στάχτη και ενέργεια ψυχρή,

αλλά λυπάμαι που με γέλασε ο πλούτος
και νόμισα πως πάντα θα ενεργώ..
Τι ψέμα η ζωή!!!! Τι θεϊκή ατιμία!!!
Τέρας κι ο χρόνος.
Τρώει, κατατρώει το ατίθασό μου Εγώ……

ΓΙΩΡΓΗ Π. ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
Από τη συλλογή του
"ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΠΑΣΜΕΝΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ"

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ



Όποιος δεν έκλαψε, δεν έναι άνθρωπος.....
πλην όμως ο κόσμος βρίθει.......
ΝΥΧΤΑ


Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

η ζωή μου που φεύγει ανεπιστρεπτί
Η ευτυχία μου δεν είναι πια στην επικαιρότητα.
Μαύρος λαγός και δράμιξε κι έφυγε
κι ήρθε ο σκύλος των φτηνών μου κυνηγών
στο δρόμο και τον έπνιξε
το δόλιο μου λαγό
της λίγης ευτυχίας..
...αίμα στο χώμα το στίγμα της.
Αναπολώ τις μέρες και τις νύχτες,
τις λίγες,που μ' αγάπαγες μοναδικά
και σ' αγαπούσα
αποκλειστικά και απεριόριστα
και κανένας δεν είχε στηθεί ανάμεσά μας
-να μας θαυμάζει, να μας ακρωτηριάζει-,
παρά μόνο τα όνειρα για το σπιτάκι εκείνο
στο κοντικό μας 'κρωτήρι,
μόνο εκείνα ήσαν αρκετά
να με ευτυχήσουν.......
αλλά τώρα , στης σιωπής μου τ' αρμάρι,
ακούω σειρήνες να με εξυμνούν,
ακούω ψάρια να σου τραγουδούν,
ακούω δαίμονες να χορεύουν μέσα μου,
ακούω νεκρούς να σε χαϊδεύουν,
ακούω το πόνο της μοναξιάς μου να λιμνάζει,
ακούω τα δάκρυα της πικρίας σου να ποταμιάζουν.....
όλα παράταιρα, παρανοϊκά και δυστυχή
μού τα έπλασε τελικά
η ζωή της ζωής μου..η ίδια μου η ζωή......
....η ζωή μου που φεύγει ανεπιστρεπτί.......


Γιώργη Π. Κασιμάτη-Δρυμωνιάτη

από την ανέκδοτη συλλογή του

"ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ"

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010


άκου την ηχώ του τελευταίου λόγου

θάθελα να σου πω κάτι τώρα,
πριν ξεκινήσω να πάω στον άλλο κόσμο
να προλάβω κάτι να σου,
αν και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για σένα,
αλλά εγώ θα ήθελα να στο πω,
ούτε στεντόρια να το φωνάξω,
μα ούτε και σιωπηρά να στο ψιθυρίσω,
άλλωστε αυτό που θέλω τελικά να σου πω
αφορά πιο πολύ εμένα,
αλλά κι εσύ αν το ξέρεις, δεν είναι κακό,
μπορεί αυτός ο λόγος τις νύχτες των ξωτικών
να σε συνεφέρνει ίσως,
αν και να εγώ θα έχω φύγει για τον πέρα κόσμο,
μπα, δεν θα σε βοηθήσει σε τίποτα ο λόγος μου,
παρά μόνο να κλαις θα σου θυμίζει,
ωστόσο επιμένω εγώ να στον πω,
μικρός και φτωχός ο λόγος κι εγώ,
δυο λέξεις, εφτά γράμματα,
όσα τα μάτια μου, όσες οι αισθήσεις μου
πλέον των δυο ονείρων,
σιγά δηλαδή, τίποτα το σπουδαίο,
όλα τα χρόνια όμως, πριν γεννηθείς,
ακόμα τότε εγώ σ' έψαχνα να στα πω,
δύο λέξεις, εφτά γράμματα.
Αλλά να δεις που ο χρόνος κι ο θάνατος
με πάνε πάλι κόντρα κι εγώ, αναβολή στην αναβολή,
αμμοβολή στα όνειρά σου κάνω;
όχι ποτέ δεν σ' ανανέωσα, χέρι δεν έχω,
σφάλω, οκνός στο δράμειν,
τι σημασία έχει εντέλει να στο πω αυτό,
αν με τες πράξεις διόλου δεν το κάνω;
Χθες έκανα μια πρόβα στον καθρέφτη του χαμού.
Καλός δεν ήμουν, αλλά πέτυχαν οι μώλωπες
κι ο πόνος μπαίνει από παντού στο σώμα τώρα.
Είναι που δεν επρόλαβα να σου τον πω το λόγο
τον εφταγράμματο, τον δίλεξο,
απέτυχε η απόπειρα αναχώρησης,
αλλά να ξέρεις, την επόμενη φορά,
δίχως κουβέντα να σου πω,
θα πάρω μοναχός το δρόμο των συγνέφων.
Kαι τότε πάει πια ο λόγος ο προφορικός.
Πλην κι αν σου μείνει η ηχώ τού «σε αγαπώ» στα ώτα σου!!!!
Ξέρεις,
αυτή η ηχώ από την αντανάκλαση του λόγου
στα τοιχώματα του χάους.
Αυτή...........του εγώ η κραυγή…..
που λέει «σε αγαπώ» για να υποφέρει.

Γιώργη Π. Κασιμάτη-Δρυμωνιάτη
από τη συλλογή του
"ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΠΑΣΜΕΝΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ"
υπό έκδοση

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

ΕΙΣΑΙ ΨΥΧΗ ΜΟΥ - Κ. ΚΑΡΙΩΤΑΚΗΣ -Ν.ΞΥΛΟΥΡΗΣ- Λ.ΘΑΝΟΣ



ΑΓΑΠΗ
Κι ήµουν στο σκοτάδι.
Κι ήµουν το σκοτάδι.
Καιµε είδε µια αχτίδα
∆ροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της

κι εγώ ήµουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώςµ' έσεισε το ξύπνηµαµιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικράµου χείλη!
Σάµπως ταµάτια της ναµου είπαν ότι
δεν είµαι πλέον ο ναυαγός κι οµόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ πουµ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.
Κ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

για ένα παιδί που ξέφυγε απ' τους καπνούς

Νίκα το θάνατό σου

Σήμερα γνώρισα ένα κρίνο μαραμένο…
….το λέγανε Νεφέλη κι ήταν μόνο εικοσιδυό,
είχε το πρόσωπο από το φως κρυμμένο
κι η θλίψη κατοικούσε μες στα φώτα του τα δυό.

Κρατούσε τα ποιήματά του μες στα κρύα χέρια,
έντεχνα στο εντός του αναμόχλευε ουρανό
κι αναζητούσε σε θλιμμένα καλοκαίρια
το νόημα του πόνου του να βρει τ’ αληθινό.

Δεν ρώτησα αν κανείς λειψά τον αγαπούσε,
ούτε του είπα πως το κλάμα δίνει οδό προς το Θεό,
απλά τον είδα σαν ψυχή που εκλιπαρούσε
ζωή ν’ αναγεννήσει απ’ της τέφρας τον ορό.

Γλυκέ , του είπα, και αδύνατέ μου κρίνε,
ανθέ που σ’ έδειρε ο μεταξένιος σου εαυτός,
στων ποιημάτων την ανάσα πάνω σβήνε
το θάνατο που ορθώθηκε μπροστά σου, ο αισχρός

κι αυτό το θείο της νεανικής ζωής σου
το δώρο , το θεσπέσιο, το απίθαν’ ακριβό,
παίρνε το λίγο λίγο δόση και μ’ αυτό κοιμήσου.
Να ζήσεις πρέπει, κρίνε, κόντρα στον νεκρό σου εαυτό!!!!

Του πήρα αγκαλιά τ’ ωραία ποιήματά του.
Τον φίλησα την ώρα που χωρίσαμε . Θαρρώ
του είπα, " κρίνε, πάμε πέρ’ απ’ του θανάτου
τις πόρτες,  ακλουθώντας των ποιημάτων τον τορό.

Να ζήσεις πρέπει , κρίνε , κόντρα στων ανθρώπων
την απονιά, την μπαμπεσιά, τον ψυχοβιασμό.
Η δρόσος σου ας πνίξει τη βρωμιά των κακοτρόπων.
Νίκα το θάνατό σου με του πνεύματός σου οργασμό!!!!"

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης.
Από τη συλλογή
"ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΠΑΣΜΕΝΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ"
Εκδόσεις ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ
Κύθηρα, 2010.

(υπό τύπωση).