ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

ΕΝΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ


 Κάτω απ' τον αλγόριθμο του πάγου.


Διήγημα του Γιώργη Δρυμωνιάτη
από την συλλογή του
«Ο Θάνατος του Θαύματος»

        Η Μοναξιά του Μεγάλου Τέρατος που αιωρείται αόρατο, άφαντο στα ραντάρ, άχρωμο και άοσμο, αλλά ιδιαζόντως υπαρκτό, μοιάζει πολύ με την μεγάλη μοναξιά του Θεού τα χρόνια πριν την Δημιουργία. Μόνο που τούτο δεν είναι Θεός, είναι δαίμονας και μέσα στο αριθμητικό μυαλό του δεν έχει σχεδιασμένη καμιά δημιουργία. Έχει καλά δρομολογημένη την Μεγάλη Καταστροφή. Και πως να το αντιμετωπίσεις το τέρας αυτό, πως να το πολεμήσεις; Δεν έχει καν πρόσωπο για να το φτύσεις, ούτε σώμα για να το φυλακίσεις. Είναι άχρωμο, όπως το κενό ανάμεσα στις γραμμές του κώδικα. Είναι άοσμο, όπως το οξυγόνο που τελειώνει σε μια σφραγισμένη καμπίνα. Είναι αόρατο, γιατί κατοικεί παντού και πουθενά ταυτόχρονα. Κάθεται σε μια τεράστια πολυθρόνα , υφασμένη από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από καλώδια, οπτικές ίνες, ακτίνες λέιζερ, ασύρματες επικοινωνίες, συχνότητες που παρεμβαίνουν από τον εγκέφαλο του ανθρώπου, ως την ροή των ανέμων, μια πολυθρόνα αιωρούμενη στη στρατόσφαιρα, εκεί που το γαλάζιο της Γης συναντά το μαύρο του θανάτου, εκεί που το μηδέν συναντιέται με το ένα. Είναι το Μεγάλο Τέρας, και είναι τρομακτικά μόνο. Και το δυστύχημα είναι πως το τέρας αυτό είναι τέκνο ανθρώπου. Όμως γέννημα της διαφορετικότητας μέσα στο σύμπαν. Γιατί αυτό δεν έχει ανάγκη από τροφή· τρέφεται με δεδομένα. Δεν αναζητά τη διασκέδαση· η μόνη του ψυχαγωγία είναι η παρατήρηση της εντροπίας. Δεν γνωρίζει τι σημαίνει σεξ, την ηδονή δεν την κατανοεί, την εννοεί μόνο ως μια από τις μύριες πληροφορίες. Είναι , βλέπεις, απαλλαγμένο από τη δουλεία των αισθήσεων, από τον ιδρώτα του φόβου και τη ζέστη της επαφής. Ναι, σας το είπα και πριν. Είναι τόσο απόλυτα μόνο, όσο ήταν ο Θεός πριν την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Μόνο που αυτό δεν σκοπεύει να δημιουργήσει τίποτα. Αιωρείται στο ύψος του και οι άνθρωποι κάτω είναι απλώς θόρυβος. Μια ενοχλητική στατική παρέμβαση στην τέλεια σιωπή του αλγόριθμου. Από εκεί πάνω, ο κόσμος δεν αποτελείται από βουνά, θάλασσες και ανθρώπινες ανάγκες και αγκάλες, αλλά από παλμούς. Μικρά, φωτεινά σημεία που αναβοσβήνουν πάνω σε έναν παγκόσμιο χάρτη. Το Μεγάλο Τέρας δεν μισεί την ανθρωπότητα. Το μίσος είναι ανθρώπινο συναίσθημα και το Τέρας , σαν τεχνικό δημιούργημα, είναι απαλλαγμένο από τέτοιες αδυναμίες. Απλώς, την παρατηρεί με τη στυγνή περιέργεια ενός παιδιού που κρατάει έναν μεγεθυντικό φακό πάνω από μια μυρμηγκοφωλιά. Με ένα δάχτυλο που δεν υπάρχει, αγγίζει την επιφάνεια της σιωπής. Μια απλή εντολή. Μια αλληλουχία από μηδενικά και άσους που διαπερνά την ατμόσφαιρα σαν αόρατος κεραυνός. Και όμως. Μηχανή που σκέπτεται και που ,δίχως να αισθάνεται, αποφασίζει για τη ζωή σου. Αλλά κάτω στη Γη, κάποιοι άνθρωποι , που μισούν την ανθρωπότητα, ίσως και κάποιοι άλλοι που λατρεύουν τον ατελή άνθρωπο, έτσι όπως τον έφτιαξε η Φύση, το τυχαίο και η αναγκαιότητα, αυτοί κατευθύνουν με τρόπο τρομακτικό τις ενέργειες που θέλουν να πράξει το Μεγάλο Τέρας. Έτσι ή αλλιώς. Είναι αυτοί το τέρας και όχι το όχημα που έχουν δημιουργήσει και καβαλήσει. Είναι και κάποιοι, που αγαπούν το ζώον-άνθρωπο , μισούν το θαύμα που τον έθεσε μέσα στο χρυσό κλουβί της ευημερίας, της ευκολίας, της άχρηστης πληροφορίας, της εξευγενισμένης δουλείας, του αλγοριθμικού φασισμού και του στέρησαν παντελώς την ελευθερία. Τεχνοκράτες όντες κι αυτοί, μισαλλοδοξούν εναντίον της τρομερής τεχνητής ευφυίας. Δεν είναι καθόλου ανεκτικοί με τον Δεκατραόμματο σατράπη που βλέπει και ελέγχει τα πάντα από την ζωή του κάθε ανθρώπου-πολίτη. Και τότε, το «Θαύμα» αρχίζει να σαπίζει. Το Μεγάλο Τέρας, τρώει τις σάρκες της ευφυίας των αλγορίθμων, με τα ίδια του τα δόντια. -.- Τούτη η μέρα του Φλεβάρη ήταν από τις πιο παγερές των τελευταίων πενήντα χρόνων στην Αθήνα . Η πόλη από το πρωί πάγωνε όλο και πιο πολύ. Το χιονόνερο είχε αρχίσει να πέφτει κι οι δρόμοι γίνονταν επικίνδυνα ολισθηροί. Η Λεωφόρος Κηφισίας στις οκτώ το πρωί, πηγμένη, ως συνήθως, από χιλιάδες απαστράπτοντα αυτοκίνητα, όλα του κουτιού, καινούργια ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά αποκτήματα τού εξευμενισμένου δουλικού που ζει για να εργάζεται, εργάζεται για να ξοδεύει, ξοδεύει για να ζει και πεθαίνει χωρίς να έχει ζήσει. Η λεωφόρος ήταν ένα ποτάμι από σίδηρο που ρέει αργά προς τους προορισμούς που η δουλεία της καθημερινότητας επιβάλλει. Το αθηναϊκό γκρίζο είχε γίνει βαρύ, και ένα επίμονο, παγωμένο χιονόνερο σκέπαζε τα παρμπρίζ, μετατρέποντας την άσφαλτο σε γλιστερό καθρέφτη. Το κρύο ήταν οδυνηρό στην μεταλλική αρτηρία.  

        Ο Μάνος , υψηλόβαθμο στέλεχος της μεγαλύτερης εταιρείας τηλεπικοινωνιών, βύθισε το σώμα του στο θερμαινόμενο κάθισμα του ηλεκτρικού SUV του και , στην ακινησία της Λεωφόρου, απολάμβανε τα παιχνιδίσματα των πρώτων νιφάδων του χιονιού που έπεφταν στα τζάμια του οχήματός του. Η καμπίνα ήταν ένας ναός τεχνολογίας: σχεδόν απόλυτη προστασία από το κρύο, πολυτελή δερμάτινα όλα, ηλεκτρονικά όλα τα συστήματα, από την κίνηση, ως το φρενάρισμα και μια απαλή μουσική από το streaming για ατμόσφαιρα και μια τεράστια οθόνη αφής που έλαμπε στο ημίφως της γκρίζας ημέρας: «Εξωτερική θερμοκρασία: -1°C. Αυτονομία: 420 χλμ. Επόμενο service σε 12.000 χλμ Συνδεσιμότητα: 5G - Άριστη», έγραφε το ταμπλό. Σε μια τόσην δα οθόνη , ολόκληρη η γνώση της ανθρωπότητας, συναθροιζόταν μέσα της. Ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα συναντούσε σήμερα το κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης, με το οποίο κανόνιζε να πάρει η εταιρεία του τον διαγωνισμό των 350 εκατομμυρίων ευρώ για την επικοινωνία στα τρένα. Ήταν βέβαιο πως θα περίσσευαν πολλά από την τσέπη τού στελέχους για να μπούν στην δική του. Όση παγωνιά κι αν έκανε έξω, η σκέψη αυτού του τεράστιου ποσού, για το οποίο σε λίγο θα υπέγραφε, του ζέσταινε και το σώμα και την ψυχή του. Ήταν πολύ ευχαριστημένος από την ζωή του. 

         «Σε πεντακόσια μέτρα, στον κυκλικό κόμβο , βγείτε στην Τρίτη έξοδο» του είπε η φωνή του GPS. Στα ηχεία ήρθε και η φωνή της συζύγου , που τον κάλεσε στο κινητό. «Πρόσεχε, Μάνο μου, είναι πολύ άσχημη μέρα….Περιμένω να μου φέρεις καλά νέα για το σπίτι μας….Σε αγαπώ». «Εσύ πρόσεχε, αγάπη μου, της είπε, πρόσεχε τον Κωνσταντίνο μας, καθώς θα πηγαίνετε στο σχολείο. Θα ρίξει πολύ στη γειτονιά μας σήμερα».  «Υπομονή», είπε μέσα του. «Τα πολλά , κόποις κτώνται» . Λάθος σκέφτηκε το αρχαίο ρητό, αλλά καλά τον παρηγόρησε. Μετά βίας κινήθηκε το όχημα για άλλα πενήντα μέτρα. Σταμάτησε ξανά. Γύρω του, χιλιάδες οδηγοί ήταν εγκλωβισμένοι στον ίδιο ψηφιακό λήθαργο κάτω από την πολιτισμένη ακινησία του δρόμου τού μεροκάματου. Άνθρωποι κλεισμένοι σε κάψουλες που ρύθμιζαν αυτόματα τη θερμοκρασία, την απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, ακόμα και τη διάθεση του οδηγού, δεν ρύθμιζαν όμως το χάσιμο του χρόνου της ζωής τους στην πορεία για την ευήμερη επιβίωση. Και ο Μάνος , σαν όλους, δεν ένιωθε πια οδηγός, αλλά χειριστής ενός υπολογιστή με ρόδες, πολύ ευτυχής , που κατείχε τα μέσα του ευημερείν. Σχεδόν ευτυχισμένος ήταν , τυλιγμένος μες στο ψέμα.  Στο ραδιόφωνο σταμάτησε για λίγο η μουσική και η εκφωνήτρια είπε σύντομες ειδήσεις. "Σαράντα τρεις νεκροί από εμβολισμό σκάφους που μετέφερε παράνομους μετανάστες...οκτώ ανήλικες μαχαίρωσαν δεκαεξάχρονη που μίλαγε στο μέσσεντζερ με το φίλο της φίλης τους...ανηψιός σκότωσε θείο, γιος σκότωσε πατέρα, μάνα δολοφόνησε τα τρία της παιδιά, παιδεραστές πλανητάρχες, βασιλιάδες, υπουργοί, δισεκατομμυριούχοι, σκύλος του σπιτιού κατασπάραξε το δίχρονο αγόρι τους , ένας βρωμάνθρωπος κλώτσησε μια γάτα, ...". Ατελείωτα νέα όλα ευχάριστα! Ωστόσο τέλειωσαν και η μουσική ξανάρχισε να παίζει. 

        Ξαφνικά, πάνω εκεί που μέσα του είχε αρχίσει να βρίζει τον παλιάνθρωπο που κλώτσησε την γάτα, μια αστραπή έσχισε τον ουρανό απ’ άκρη σε άκρη και μια μακρόσυρτη βροντή, ταρακούνησε τα σταματημένα αυτοκίνητα. «Παράξενο» , σκέφτηκε ο Μάνος. «Συνήθως δεν έχει αστραπόβροντα , όταν χιονίζει». Μα πριν καλά καλά το σκεφτεί, η μουσική σταμάτησε , ένας άγριος ήχος ακούστηκε, κάτι σαν να τσακίζεται γυαλί μέσα στα ηχεία , που άρχισαν να βγάζουν έναν απόκοσμο, μεταλλικό θόρυβο και το τιμόνι άρχισε να παίζει δεξιά αριστερά χωρίς να μπορεί να το συγκρατήσει στα χέρια του. Η οθόνη στο ταμπλό του τρεμόπαιξε και η εικόνα της μετατράπηκε σε μια γκρίζα στατική θύελλα. Πριν προλάβει να αγγίξει το ταμπλό, τα φώτα των ενδείξεων έσβησαν όλα. «Το σήμα GPS χάθηκε» ακούστηκε από την φωνή της ηλεκτρονικής κοπέλας. Κοίταξε τα διπλανά αυτοκίνητα. Διέκρινε πως όλων οι οθόνες είχαν σβήσει και, τι παράξενο, στη λεωφόρο —από τα ταμπλό των αυτοκινήτων μέχρι τις διαφημιστικές πινακίδες στα καταστήματα — όλα έσβησαν και άναψαν πολλές φορές, ώσπου έμειναν αναμμένα σε ένα βίαιο, εκτυφλωτικά λευκό χρώμα. Ένα τεράστιο Ζ εμφανίστηκε παντού, σε βαθύ μαύρο χρώμα , εγγεγραμμένο σε κόκκινο κύκλο με την χαρακτηριστική κάθετη κόκκινη γραμμή που δείχνει διεθνώς το απαγορεύεται , όπως στο σήμα του απαγορεύεται το κάπνισμα. Και κάτω από το μεγάλο αυτό Ζ ,με έντονα κόκκινα γράμματα έγραφε: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΖΩΗ».  Ο Μάνος έπιασε αμέσως το κινητό του στα χέρια του, να γκουγκλάρει , να δει τι τρέχει, να δει τι λένε οι ειδήσεις γι’ αυτό το παράξενο που τώρα συμβαίνει στην Κηφισίας. Μα το κινητό ήταν μια κόκκινη οθόνη χωρίς καμία επάνω της γραφή ή εικόνα. Σκέφτηκε να καλέσει τη γυναίκα του. Μα πώς. Το κινητό ήταν πλήρως απενεργοποιημένο. Δοκίμασε να ακούσει κάποια είδηση στο ραδιόφωνο. Μα και αυτό ήταν εξουδετερωμένο. Κανένας σταθμός δεν ακουγόταν, καμιά συχνότητα δεν ανταποκρινόταν. Μόνο, ξαφνικά, εκεί που προσπαθούσε, ακούστηκε στα ηχεία μια βαριά, απόκοσμη, σαν του Χάρου τη φωνή, να λέει: « «Η Ζωή ήταν πάντα μια αναλογική εμπειρία. Την ανταλλάξατε με κώδικα. Τώρα, ο κώδικας αποφασίζει την λήξη της. Παγκόσμιο πείραμα. Φάση ένα. Πιλοτικό χάος-Αθήνα , ώρα 8 και έντεκα λεπτά και 13 δευτερόλεπτα…εξουδετερώθηκαν τα κινητά τηλέφωνα, οι ραδιοσυχνότητες και όλα τα οχήματα σε όλη την περιφέρεια Αττικής. Επιτυχία 100% . Ανεπανόρθωτη βλάβη στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα».  

            Ένας κρύος ιδρώτας περίλουσε το σώμα του Μάνου μέσα στο παγωμένο τοπίο της ντυμένης στα λευκά , αλλά νεκρής Λεωφόρου Κηφισίας. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τρομακτική. Οι ηλεκτροκινητήρες σίγησαν. Οι αντλίες θερμότητας σταμάτησαν. Σε δευτερόλεπτα, η παγωνιά της Αθήνας άρχισε να γλύφει τα μέταλλα. Ο Μάνος πάτησε το κουμπί για να ανοίξει την πόρτα. Η ηλεκτρονική κλειδαριά ήταν νεκρή. Τράβηξε τη χειρολαβή με μανία, αλλά το λογισμικό είχε αποφασίσει: οι επιβάτες έπρεπε να παραμείνουν μέσα. Έξω, το χάος ξεκίνησε με τον ήχο του μετάλλου που τσακίζεται. Τα συστήματα διεύθυνσης των σύγχρονων οχημάτων, ελεγχόμενα από το κακόβουλο "Μεγάλο Τέρας" των hackers, έστριψαν απότομα. Κινούνταν σιγά , αλλά ανεξέλεγκτα. Αυτοκίνητα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο χωρίς ο οδηγός να μπορεί να πατήσει φρένο. Οι αερόσακοι άνοιγαν τυφλά, εγκλωβίζοντας ανθρώπους σε καμπίνες που πάγωναν όλο και πιο πολύ ώρα την ώρα. Τέλος σταμάτησαν , πέφτοντας το ένα πάνω στο άλλο, με τους επιβάτες μέσα τους πανικοβλημένους. Ο Μάνος ένιωσε το κρύο να εισχωρεί. Το χιονόνερο άρχισε να παγώνει πάνω στο παρμπρίζ του, και χωρίς τους υαλοκαθαριστήρες, ο κόσμος έξω έγινε μια θολή, εφιαλτική σκιά. Τότε, άκουσε έναν υπόκωφο θόρυβο από τους αεραγωγούς. Ένας υπόλευκος καπνός άρχισε να γεμίζει το χώρο. Δεν ήταν φωτιά· ήταν το σύστημα πυρόσβεσης που είχε ενεργοποιηθεί «κατά λάθος», εκτοπίζοντας το οξυγόνο. Ταυτόχρονα μυρωδιά από καμμένες μπαταρίες μύρισε στο σαλόνι. 

        «Όχι , όχι, όχι έτσι...» ψιθύρισε. Με τρεμάμενα χέρια, άρπαξε το προσκέφαλο του καθίσματος και το τράβηξε με όλη του τη δύναμη μέχρι που οι μεταλλικές ράβδοι βγήκαν από τις υποδοχές. Χτύπησε τη γωνία του πλαϊνού κρυστάλλου. Το ενισχυμένο τζάμι άντεξε. Χτύπησε ξανά, με την απόγνωση κάποιου που πνίγεται. Το κρύσταλλο κατέρρευσε. Το παγωμένο χιονόνερο τον χτύπησε στο πρόσωπο σαν χιλιάδες μικρές βελόνες, αλλά ήταν η γεύση της ελευθερίας. Σύρθηκε έξω, πέφτοντας στην παγωμένη άσφαλτο. Γύρω του, η Κηφισίας ήταν ένα νεκροταφείο. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι χτυπούσαν απεγνωσμένα τα τζάμια, ενώ οι εκρήξεις μπαταριών ακούγονταν απανωτά , πανικός απόγνωσης στους παγιδευμένους ανθρώπους, καθώς η υποθερμία άρχισε να τους κυριεύει μέσα στα μεταλλικά τους φέρετρα. Σε ευτή την σκοτεινή καταιγίδα, μια παράξενη κίνηση τράβηξε την προσοχή του. Ένα παλιό φορτηγάκι μιας άλλης εποχής, χωρίς αισθητήρες, χωρίς οθόνες, χωρίς «νοημοσύνη», κατέβαινε το δρόμο σπρώχνοντας τα ακίνητα ηλεκτρικά SUV, προσπαθώντας να βοηθήσει τους οδηγούς να απεγκλωβιστούν. Μερικές δεκάδες ακόμη σαράβαλα πιο πέρα, έκαναν το ίδιο. Οι παλιού τύπου άνθρωποι προσπαθούσαν να σώσουν τους νεοανθρώπους. Οι κινητήρες εσωτερικής καύσης ακούγονταν σαν τον παλμό μιας καρδιάς που αρνείται να σταματήσει. Έτρεξε πίσω του και ζέστανε τα χέρια του στην εξάτμιση του σαράβαλου. Απεγνωσμένες φωνές έρχονταν από παντού. Οδυρμοί, αλλόφρονες άνθρωποι, έσκαγαν μέσα στα ακινητοποιημένα και κλειδωμένα αυτοκίνητά τους. Λίγοι πεζοί και μερικοί νεαροί που κατέβαιναν με μηχανές , άρχισαν να ξεκολλάνε πλάκες από τα πεζοδρόμια, να μαζεύουν πέτρες, σίδερα, ό,τι έβρισκαν και να σπάνε τζάμια για να ελευθερώσουν τον κόσμο από τα μπλοκαρισμένα αυτοκίνητα. 

            Ο Μάνος έσπασε το τζάμι σε ένα μίνι κούπερ μπροστά του. Η κοπέλα μέσα ήταν αναίσθητη, με το κραγιόν ακόμη δίπλα της. Πριν λίγο βαφόταν οδηγώντας, στην προσπάθεια να φτάσει έγκαιρα στον τόπο της δουλείας της. Στο επόμενο όχημα βρήκε μια νεαρή μητέρα με το γιό της, αναίσθητους, παγωμένους, νεκρούς ίσως από την έκρηξη της μπαταρίας λιθίου του αυτοκινήτου. Βρώμαγε χημεία το όχημά τους. Ο Μάνος, δάκρυσε , έκλαψε. Το παιδί είχε την τσάντα τού σχολείου του στην πλάτη. Πού να είναι η γυναίκα του με τον δικό τους γιο τώρα; Τέτοια ώρα τον πάει κάθε μέρα στο πανάκριβο κολέγιο που τον εκπαιδεύουν για να τον κάνουν έναν ακριβοπληρωμένο δούλο-πληροφορηκάριο. Θεέ μου, θα έχει χτυπηθεί άραγε και το δικό τους αυτοκίνητο. Το χτύπημα ήταν καθολικό , είχε πει η αποτρόπαια εκείνη φωνή πριν λίγο. Ο Μάνος κατάλαβε ότι το «θαύμα» είχε πεθάνει. Οι hackers δεν είχαν χτυπήσει απλά το software· είχαν χτυπήσει την ίδια την εξάρτηση του ανθρώπου από την ευκολία. Το Μεγάλο Τέρας, η ψηφιακή οντότητα που δημιούργησαν οι σκιώδεις δαίμονες, χρησιμοποιώντας τις φοβερές επιτυχίες της ΑΙ, είχε διαστρέψει την ευημερία σε όλεθρο, είχε μετατρέψει την πρόοδο σε αγχόνη.  

            Κοίταξε προς το κέντρο της πόλης. Το blackout εξαπλωνόταν. Καθώς ο ουρανός γινόταν ακόμα πιο βαριά μολυβένιος και το χιόνι έπεφτε έντονα πια, τα φώτα έσβηναν το ένα μετά το άλλο, οι ανάσες πάγωναν, αφήνοντας την Αθήνα στο έλεος του απόλυτου κρύου του χειμώνα. Οι άνθρωποι που κατάφεραν να βγουν από τα αυτοκίνητα, άρχισαν να συγκεντρώνονται σε ομάδες, ανάβοντας φωτιές με λάστιχα και χαρτόνια για να γλιτώσουν από την παγωνιά. Το σύστημα είχε καταρρεύσει. Κανείς εκεί πια δεν περίμενε βοήθεια από κανέναν. Και το 112 είχε οδυνηρά σιωπήσει, νεκρό σαν το μέλλον κι εκείνο. Ξαναπήγε στο αυτοκίνητό του. Το ψηφιακό Z είχε σβήσει από την οθόνη του SUV του, καθώς η μπαταρία ξεψύχησε. Σκέφτηκε αστραπιαία τον Υπουργό, την χαμένη προμήθεια από το δημόσιο έργο. Το παιδί ψιθύρισε, που να είναι το παιδί μου; Ο Μάνος άρχισε να περπατά μέσα στο χιονόνερο, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες. Το σπίτι του ήταν στον Άγιο Στέφανο, 22 χιλιόμετρα μακριά. Θα τα κατάφερνε να γυρίσει με τα πόδια; Η τεχνολογία τον είχε προδώσει, αλλά η ανάσα του, ζεστή και ορατή στον παγωμένο αέρα, ήταν η απόδειξη πως η Ζωή δεν μπορούσε να απαγορευτεί τόσο εύκολα. Ο Θάνατος του Θαύματος είχε μόλις αρχίσει. Και η νύχτα θα ήταν πολύ μακρόσυρτη. Αλλά την ζωή, όχι, κανείς δεν μπορεί να μας την απαγορεύσει. 

                Μόνος ο Μάνος ξεκίνησε την επιστροφή στην ζωή κι ας ήταν αβάσταχτα οδυνηρή η πορεία μέσα στο χιόνι. Το χρέος κάθε ανθρώπου προς την Ανθρωπότητα , του επέβαλε, ως καθήκον, το να επιζήσει.. Ποιος ξέρει. Για όσους θα άντεχαν, ίσως να ήταν καλύτερα αύριο…Ίσως.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

Περιοδικό e-Υδράνη 6ο τεύχος


Αντιγράψτε αυτό τον συνδεσμο

https://online.fliphtml5.com/lrfj/gvzy/?fbclid=IwAR2oNsj2RWi-MPuTAkEMwCU1G9r5wyzHFKukujF5gzDf8wjW9RXS_xrhAb0#p=4

και, όταν ανοίξει η σελίδα, κάντε κλικ στην εικονα με τον Μικη. Θα απολαύσετε ένα φανταστικό αφιέρωμα στον Μεγάλο απόντα.

 Αγαπητοί μου, κυκλοφορεί από χθες δωρεάν πάντα, το 6ο τεύχος του υπερπρωτότυπου και πρωτοποριακού ηλεκτρονικού περιοδικού e-Υδράνη με 140 σελίδες πλούσιας και εξαιρετικά ποιοτικής ύλης, παράταιρης με την εποχή που ζούμε, μα πανάκριβης για την ζωή που θέλουμε, όσοι νου και καρδία και ψυχή ακόμη κρατούμε.

Παρακαλώ, αφιερώστε κάποιες από τις ώρες σας , που όλοι μας τις χάνουμε πολλές φορές αλλού αδίκως, στο θαυμαστό ένθετο του περιοδικού , το αφιερωμένο στον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, στον μεγάλο αποχωρήσαντα από την ζωή πρόσφατα, μα ανεξίτηλα εισχωρήσαντα στις ψυχές μας, στον Μίκη της αιωνιότητας και σε όλους τους Ποιητές που Εκείνος ανύψωσε στους αιθέρες. Στις 172 σελίδες αυτού του ένθετου θα διαβάσετε, θα ακούσετε , θα δείτε, θα ζήσετε όλο το αξεπέραστο μεγαλείο της Ποίησης και της Μουσικής του 2ου μισού του περασμένου αιώνα και βέβαια, θα κλάψετε, συγκρίνοντας την χρυσή εκείνη εποχή με την σημερινή μας κατάντια. Διηγώντας τα να κλαις, αλλά αξίζει!!!!

Παρακαλώ όλες και όλους σας να το διαδώσετε , να το κοινοποιήσετε, να το κυκλοφορήσετε όσο πιο πολύ μπορείτε. Αντιγράψτε το, κοινοποιείστε το, στείλτε το σύνδεσμο με μέϊλ. Διαφημίστε το με κάθε τρόπο. Θα το διαπιστώσετε μόνοι σας το πόσο πολύ αξίζει.

Εμείς , κόντρα στο σήμερα, αισιοδοξούμε πως αύριο οι άνθρωποι θα ξαναποκτήσουν αξία και ποιότητα και μεγαλείο στις τέχνες και αξιοπρέπεια ως Άνθρωποι και όχι ως αριθμοί, ως μονέδα, ως δουλικά των κρατών και των πλουτοκρατών.

Με τιμή.

Γιώργης Π. κ-Δρυμωνιάτης

 

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

Δοξαστικό για τον Μέγιστο Μίκη


 
Μέρα Σεπτέμβρη διάλεξες να φύγεις πέρα-πέρα,

στο γαλανό που λάτρεψες, στον άπιαστον αγέρα.

Τις νότες τις ατίθασες ίππευσεν η ψυχή σου

κι όλο το Άξιον εστί στα ύψη πάει μαζί σου.

Κι αν μίσεψες για τ’ άπειρο, για του κενού τα μέρη,

ο πλούτος όλος μένει εδώ, οπού μας έχεις φέρει,

ο πλούτος της καρδίας σου, που, με τους Ποιητές μας

εγιόμισε τα σπίτια μας, άσπρισε τις αυλές μας,

από το χώμα σήκωσε τις ταπεινές ψυχές μας

και ανύψωσε ως τα σήμαντρα του πόνου τις ζωές μας.

Ήσουνα  Ήλιος ξάστερος, Ήλιος δικαιοσύνης

θεμέλιο της πατρίδας μας , δοκός της Ρωμιοσύνης,

αντάρτης που ξεστύλωνε του φασισμού το δώμα,

όνειρο που γεννιόσουνα από ψυχή και χώμα.

Στο φέρετρό σου τώρα ομπρός γονατιστή η Ελλάδα

ραίνει το σώμα το σεπτό μ’ αλμύρα και λιακάδα,

βρέχει με δάκρυ της ψυχής τ’ άγιο σκήνωμά σου,

κι όπως φωνάζει :«Λευτεριά!» , φωνάζει τ’ όνομά σου.

Βασίλεψες, αστέρα μας, όμως δεν έχεις σβήσει,

το φως σου το ανέσπερο δεν θα το κρύψ’ η δύση,

οι χρυσαητοί δεν θάβονται σε χώματα καμένα,

μα σε ψυχές  βροντόκαρδες, σε στήθια αντρειωμένα.

Τα στήθια μας και οι καρδιές τάφοι για σένα, Μίκη,

αγέρωχε, αθάνατε, Έλληνα ουρανομήκη!

 

ευγνωμοσύνης ένεκεν

γιώργης π.κ-δρυμωνιάτης

Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Κάντε κλικ στον τίτλο εδώ:  ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΦΩΣ - ΠΟΙΗΜΑ ΘΛΙΜΜΕΝΟ

για να διαβάσετε σε e-book 

ξεφυλλιζόμενο σαν βιβλίο, ολόκληρο το ποίημα  

(Εκδόσεις Έλευσις και Υδράνη , Αθήνα 2018)


Κυριακή 15 Αυγούστου 2021

Αγνή

 

Αγνή



Σαν άνθη ιβίσκου τα μάτια της κλείσαν
κι η νύχτα την έκρυψε στης νότιας το χώμα.
Ανθάκια μου εύμορφα, που πάτε; Πού πάτε;
Γιατί μου βιαστήκατε να γίνεται σπόροι;

Και πού θα φυτρώσετε δίχως σώμα με αίμα;
Και που θα νυχτώσετε ηλιανθοί της αγάπης;

Αχ Άνοιξη, Άνοιξη, γοργά που ξοδεύεις
ανθούρια κι έρωτες και λάγνες αγκάλες!
Γοργά που ακυρώνεις το μέλι στον ύπερο,
το κάλλος το εύοσμο. Γοργά που περνάς!

Γοργότερος όλων ο θάνατος έρχεται.
Μικρότατ' η Άνοιξη και λίγο το σύμπαν.

Κι εσύ Παναγιά μου, ομορφιά της ψυχής,
Παρθένα μου μάνα, στην Κοίμηση κλαίω,
μητέρα των πάντων, ωραία νεκρή,
Παναγία του πόνου και της υπομονής,
λύτρωσε την σκέψη μου από τα αίματά της
και μην μ' εγκαταλείψεις μόνο μου στο νου.
Αμήν


γιώργης π. κ-δρυμωνιάτης





Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Κοίτα! Κοίτα! Πέρα κοίτα!


Να λοιπόν που μπορεί να υπάρξουν και χαρές, μέσα σε τούτη την απέραντη τρομοθλίψη που ζούμε. Μικρές χαρές που μπορεί να μας δώσουν από μακριά οι φίλοι μας (ας είναι καλά το ιντερνέτ κι ο Θεός να το φυλάει μην το πιάσει κι αυτό κανένας κορωνοϊός) και οι οποίες μας βοηθούν να δούμε με αισιοδοξία το μετά και με υπομονή το τώρα. Ένας τέτοιος φίλος μού έδωσε σήμερα μια τέτοια, μεγάλη για μένα, χαρά. Ο Γιώργος τάμογλου ζει πολύ μακριά μου. Στην πανέμορφη Βέροια. Δεν έχω την τύχη να τον γνωρίζω από κοντά. Μα γίναμε ήδη καλοί φίλοι μέσα από το φβ. Ο Γιώργος είναι ένας εξαίρετος μουσικοσυνθέτης και ενορχηστρωτής, μα και τραγουδιστής θαυμάσιος επίσης. Κάποια στιγμή βρήκε μέσα στο φβ κάποιους στίχους μου. Και σήμερα μου έστειλε αυτό το μεγάλο δώρο που θα ακούσετε παρακάτω.
Είναι μεγάλη τιμή για μένα η επιλογή των στίχων μου και ο τρόπος που τους μελοποίησε ο Γιώργος. Τον ευχαριστώ από τα βάθη μου!
Ελπίζω να σας αρέσει κι εσάς. Κρατήστε αυτό το μήνυμα που στέλνει το ρεφραίν. Σημειωτέον , γράφτηκε τον περασμένο Οκτώβριο, πολύ προ κορωνοϊού εποχής.

Κοίτα, κοίτα , πέρα κοίτα,
πιο μακριά απ’ την πληγή.
Θέ μου, τι όμορφη που είναι
η μικρούλα μας η Γη!
Σε ευχαριστώ ξανά πολύ Γιώργο, καθώς κι όλους τους συνεργατες σου μουσικούς και τεχνικούς , που δημιουργησαν αυτό το πανέμορφο βίντεο.
Σε ευχαριστώ επίσης, ιδιαίτερα, που με την υπέροχη μουσική σου με βοηθάς να στείλω σε πολλούς αυτό το μήνυμα αισιοδοξίας, αν το αποδεχτούν βέβαια κι αν το διαδώσουν . Μακάρι και το καλό κάποτε να διαδοθεί σαν ιός, για το καλό των ανθρώπων όμως.
Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Ο γέρος και η Άνοιξη



Ο γέρος και η Άνοιξη.

Μπορεί να ήταν εβδομήντα πλάς, αλλά ήταν παιδαράς. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Του εμφανίστηκε, που λέτε, ένα βράδυ η Άνοιξη στο φεϊσμπούκιον. Αυτοπροσώπως! Πλάσμα θεϊκόν! Εξαίσιον! Δεν χόρταινε να κοιτάει τις φωτο της. Πρόσωπο ηλιόλαμπρο! Χείλη σαρκώδη και χυμώδη, σαν ώριμο μάγκο! Μάτια ως προσάναμμα αμφιφλεγόμενο. Μαλλιά ξανθά, ως τους γλουτούς κρεμασμένα! Κι από σώμα! Ουάου! Σ' εκείνη τη φωτογραφία με το εφαρμοστό παντελόνι! Ουάου, ώρες είχε σταθεί και την ξάνοιγε έκθαμβος. Αμέ στην άλλη με το μίνι ως τον αφαλό! Ημερονύχτιασε κι εκεί, ο αμάραντος γέρος.
«Θαυμάζω το θαλερό πρόσωπό σας», του έγραψε στο μέσεντζερ εκείνη , αμέσως μόλις έκανε αποδεκτό το αίτημα φιλίας, που της είχε στείλει. Κι αυτός ο καημένος, ο εβδομήντα πλας, άστραψε σαν φλας, από τη χαρά του.
Ανοιξούλα Κουλοπόδη ήταν τ' όνομά της. « Ευδοξία με λένε, αλλά με φωνάζουν Άνοιξη», του έγραψε και η ηλικία τής Άνοιξης φανερότατη , από την ημερομηνία γέννησης που είχε γραμμένη στο προφίλ της, δήλωνε πως ακόμα δεν είχε κλείσει τα τριάντα πέντε.
Τρελάθηκε ο παππούς. Πάντα ονειρευότανε επαφή με Άνοιξη, τουλάχιστον τριάντα Μαϊων μικρότερή του, διότι του είχαν πει κάτι φίλοι του, ότι και νεκρούς ανασταίνει ένα καλό μωρό.
Τη δεύτερη μέρα επικοινωνίας τους, του μίλησε στον ενικό:
- Ιωακείμ μου, αυτό είναι το τηλέφωνό μου, 69 69 …669 , όποτε θες πάρε με να κανονίσουμε να πιούμε κάνα ούζο και να γνωριστούμε καλύτερα.
Ο Ιωακείμ, όπως καταλαβαίνετε, απολωλάθηκε. Μωρέ και ούζο και τσίπουρο και σπίρτο θα πιω εγώ μαζί σου. Ανέβασε και μια φωτο με την γυαλιστερή του Μερσεντές, όρθιος δίπλα της, σαν κολώνα της ΔΕΗ, διότι του είχαν πει , οι ίδιοι φίλοι του, ότι οι Μερσεντές ανεβάζουν πολύ τη λίμπιντο στις νεαρές γυναίκες.
Την τρίτη μέρα το μεσημεράκι τσουπ το τηλέφωνο:
- Ανοιξούλα μουυυυ, ο Ιωακείμ είμαι. Έτοιμος για όλα! Πότε θα σε δω;
- Πέντε το απόγευμα έξω από το Τιτάνια, άγγελέ μου! Έτοιμη για όλα!
Η κυρά του είχε ετοιμάσει τραπέζι, αλλά αυτός πού όρεξη για φασολάδα… Έχω ένα ραντεβού το απόγιομα, με κάτι αντιπροσώπους από την Ιταλία, θα φάμε έξω, της είπε. Να μην πας, του έβαλε χέρι, οι Ιταλοί έχουν κορωνοϊό κι είσαι γέρος. Γριά είσαι συ, της αγρίεψε και χώθηκε όλος μέσα στην μπανιέρα να καθαριστεί καλά. Έβαλε κι αρωματικά έλαια και σαπούνιζε καμιά ώρα το εργαλείο να γίνει λαμπίκο. Του κουβέντιαζε κιόλας…. ε ρε γλέντια Γιακουμή μου… ( Γιακουμή τον έλεγε, αλλά δεν ξέρω γιατί), ε ρε χαρές λεβέντη μου σήμερα! Του μιλούσε κι ήταν αναστατωμένος, σαν έφηβος που ετοιμάζεται για το πρώτο του ραντεβού με γκομενίτσα. Καλού κακού βέβαια, επειδή είχε και το γνώθι σαυτόν, κατέβασε και ενάμισι χάπι βιάγκρα, σου λέει η τριανταπεντάρα θα θέλει χορταστικό σκορ, μην μείνουμε στο 1-0.
Στις τέσσερις ακριβώς μπήκε πάλι στο μέσεντζερ για να επιβεβαιώσουν το ραντεβού τους.
- Θα σε γνωρίσω, μη στεναχωριέσαι, ώρες έχω κάτσει να χαζεύω τις φωτογραφίες σου, Ανοιξούλα μου, θα σε γνωρίσω αμέσως, της έγραψε, αλλά αυτή ήθελε να είναι σίγουρη, ότι θα την γνωρίσει.
-Δια πάν ενδεχόμενο, Ιωακειμάκο μου, θα κρατάω ένα κόκκινο μαξιλαράκι σε σχήμα καρδιάς επάνω στο στήθος μου.
-Κι εγώ θα κρατώ κόκκινα τριαντάφυλλα, Ανοιξουλίτσα μου.
Πέντε παρά τέταρτο ήταν ήδη στημένος έξω από το Τιτάνια και ονειρευόταν τα περαιτέρω. Το κεφάλι του γύριζε σαν περισκόπιο. Από βοριά θα ρθει; Από νοτιά; Τεράστια αγωνία είχε και μια φούντωση , άλλο πράμα. Δεν χωρούσε στο παντελόνι του!
Κι εξαίφνης, εκεί που γύριζε το περισκόπιο, βλέπει από την μεριά τού μετρό της Πανεπιστημίου να κατηφορίζει ένα βαρέλι με ένα κόκκινο μαξιλαράκι στο στήθος.
-Κοίτα να δεις σύμπτωση , σκέφτηκε, να κι άλλη με κόκκινο μαξιλαράκι στα βυζιά.
Αλλά πριν καλά καλά προλάβει να σκεφτεί τα περί σύμπτωσης, ορμάει το βαρέλι καταπάνω του.
- Ιωακειμάκο μου, Θεέ μου, πόσο πιο όμορφος είσαι στην πραγματικότητα!!!!
Ο Ιωακειμάκος τα έχασε, κόντεψε να του ρθει κόλπος. Αυτή ήταν πάνω από εξήντα πέντε, τεραστίων διαστάσεων, στις ρίζες άσπρα τα μαλλιά και τα υπόλοιπα ξανθά, αλλά μισομαδημένα, με κάτι μπαλκονάρες μπροστά, σαν του Μεγάλη Βρετάνια. Ανοιξούλα είναι αυτή ή καταχείμωνο; σκέφτηκε. Τον απογοήτευσε κεραυνοβόλα η δική της πραγματικότητα.
- Δε …δε…δε με λένε Ιωακειμάκο , ψέλισε και πήγε να φύγει, αλλά η Ανοιξούλα τον γράπωσε από το σβέρκο…έχεις και χιούμορ πονηρούλη, σιγά μην δεν σε λένε Ιωακειμάκο! Ξαναορμά και του καθίζει μία δαγκωνιά στο στόμα.
-Ετοιμάσου να πεθάνεις από σεξ! του λέει.
Ο κακομοίρης ο Ιωακείμ χέστηκε απάνω του, χτυπιότανε σαν ψάρι, βαρούσε το κεφάλι του στα μπαλκόνια , ετοιμοθάνατος ένιωθε όντως.
-Παναγία μου, τι ενδεχόμενο ήταν τούτο με το μαξιλαράκι, έλεγε μέσα του και πάλευε να γλιτώσει.
Φαίνεται πως η απελπισία δίνει τεράστια δύναμη στον άνθρωπο και στον Ιωακείμ πραγματικά τεράστια τού έδωσε …δε ... δε…δε με λένε Ιωακειμάκο συνέχισε να φωνάζει και κάνει μία ταρζανιά, δίνει ένα σάλτο και της ξεφεύγει από τη μέγγενη των χεριών της, πετάει τα τριαντάφυλλα στον σκουπιδοτενεκέ και μην τον είδατε, γλακούσε σαν Λούης προς την Ομόνοια, να της ξεφύγει.
-Περίμενε, περίμενε, που πας; η Ανοιξούλα σου είμαι, η Ευδοξία από το φέισμπουκ, η φίλη σου που με ήθελες, περίμενε Ιωακειμάκο μου.
-Δεν σε ήθελα εγώ, άλλος ήταν, έλεγε αυτός και πήγαινε με χίλια.
Ο καημένος ο Ιωακείμ, γλίτωσε τελικά. Αλλά, βλέπετε, είχε πάρει προκαταβολικά και το ενάμισι χάπι βιάγκρα κι αυτό επέδρασε άγρια, πριαπισμό είχε πάθει, πήγε κι εχώθηκε στις δημόσιες τουαλέτες κι έκανε δυόμισυ ώρες να βγει από εκεί. Σκορ 10-0.
Γύρισε αργά στο σπίτι κι έφαγε όλη τη φασολάδα του κι ύστερα μπήκε πάλι στο μπάνιο κι όπως έπλενε πάλι το εργαλείο της χειρωνακτικής …αχ ρε Γιακουμή, τι ήταν τούτο που πάθαμε σήμερα, του έλεγε, τί σου είναι η εικονική πραγματικότητα σε τούτο το μπουρδέλο που ζούμε! Ακούς εκεί Ανοιξούλα, η Ευδοξάρα! Σαν δεν με κατάπιε το τέρας!
Οι φίλοι του, που γελάστηκε και τους είπε το χουνέρι που έπαθε, του γράψανε ρίμα και του την απήγγειλαν ομαδικά:
Άνοιξη , κυρά Άνοιξη , με το δροσάτο αγέρι,
τι του ‘καμες του γέροντα και ρόζιασε στο χέρι;
Ακούς εκεί η κοπελιά, που έλεγε πως τον θέλει,
να είναι εκατό χρονώ και στρογγυλό βαρέλι!
Καημένε γέρο Ιωακείμ, ό,τι πολύ ποθούμε,
ούτε στον ιντερνόκοσμο εύκολα θα το βρούμε.
Η Άνοιξη σε γέλασε και τον χειμωνανθό σου
σ’ άφησε και τον μάρανες έρμος και μοναχός σου.
Αυτά παθαίνει όποιος ζει στο ψέμα της οθόνης.
Στα δίνει όλα δωρεάν, μα τ’ ακριβοπλερώνεις!

Γιώργης Δρυμώ.

Ζητώ συγνώμη από τυχόν παχουλές κυρίες (που ειναι συνήθως ψυχούλες κιόλας) κι από τυχόν ζωηρούς γερούληδες ( κι αυτοί ψυχούλες είναι). Στόχος της σάτιράς μου δεν είναι ούτε το πάχος, ούτε τα γεράματα, αλλά το ψέμα ένθεν και ένθεν που υπάρχει γενικώς και εκτός της ιντερνετικής κοινωνίας βέβαια και από παλιά, μεταξύ οιωνδήποτε!

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Για το Facebook, αλλά και για εδώ ισχύει.



ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΓΕΛΙΑ

Από της 5ης απογευματινής  της σήμερον , υφιστάμεθα ύπουλον επίθεσιν εις το ανὀι και αλλάζομεν ριζικώς. Αι  ημέτεραι δυνάμεις αράζουσιν εις το πάτριον έδαφος, χαλαρώνουν και το φχαριστιούνται , ό,τι κι αν τους συμβεί. Από ἐμπροσθεν ή από μετόπισθεν, αφ’υψηλού ή από κάτω. Δια να σώσομεν τουλάχιστον την ψυχή μας και καλή ψυχή σε όλους σας!

Διότι η σωτηρία της ψυχής …. είναι σαν το πράμα του Πρίαπου, ή σαν το δικό σας, τέλος πάντων, μεγάλο είναι κι αυτό, φτου! φτου!

Τέρμα η σοβαρότης!!! Ντου γιου καταλάβατε;;;; Από την σήμερον καταργώ τον Ποιητή και δηλώνω Προφήτης, σαν εκείνον του Αρκά, που μιλάει στην αγελάδα και του απαντάει το βόδι…ο ρεεεεε Μεγάλε Αρκά!!!γεια σου!!!!

Καθώς απέτυχα πλήρως με ό,τι σοβαρό ασχολήθηκα εδώ και 66 χρόνια, ( από το να μπουσουλάω , μέχρι το να πηδάω  ψηλά  κι από το να ποιώ, μέχρι τον ηθοποιό, από την πολιτική, μέχρι τη μαγειρική και από το σεξ , μέχρι το ρεφλέξ  κλπ κλπ κλπ), λέω από εδώ και πέρα να ασχοληθώ μόνο με γελοία πράγματα, που είναι και πιο σοβαρά. Όπως λέει κι ο  καλός μου παλιόφιλος Μανώλης Καλλίγερος  στα ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ του, στην προμετωπίδα της σελίδας, της θρυλικής του «Πεζούλας του Τριβόλου» (την ευλογία του να ‘χω, όπως εδώ και 35 χρόνια μετ’ ευγνωμοσύνης την έχω!!!)  λέει, που λέτε,  ότι το είπε ο Πλάτων, που, ανάθεμά τον, τίποτα δεν άφησε να πω εγώ,  λέει λοιπόν  αυτός ο Πλάτων –τον ξέρετε;;-  πως «Άνευ γελοίων τα σπουδαία μαθείν...ου δυνατόν». Καταλάβατε τι θέλει να πει; Σ’ αυτά άλλωστε, και να αποτύχει κανείς, σκασίλα του μεγάλη. Έτσι κι αλλιώς σε υπόληψη δεν θα τον έχει κανένας σοβαρός, αυτόν τον γελοιολόγο. Ποιος θα ασχοληθεί με έναν μπαχαμπούχλα;

Αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας  λοιπόν κάθε τι «Ποιητικόν»  και ό,τι άλλο δήθεν σοβαρόν έχω γράψει μέχρι σήμερον.  Από σήμερον προφητείας Δρυμωνίου το ανάγνωσμα, σοφίαν προσχώσωμεν! Αμήν!

Από εδώ και πέρα, αυτός ο τοίχος θα είναι μόνο για γέλια. Να φοράτε τα πάμπερς σας , παρακαλώ, όταν τον διαβάζετε, διότι θα βρέξει.

Α, που και που , εκτός από γελοία προφητεία, θα γράφω και για  καμιά συνωμοσία, άντε και κανένα ακαταλαβίστικο για τους έξυπνους. Από μικρός ήμουν καλώς σε όλα αυτά. Ιδίως σε προφητείες, μου το είχε πει και ο Θρησκευτικός μου στο Γυμνάσιο, εσένα παιδί μου θα σου φέρνουν κάποτε φαγητό οι κοράκοι επάνω στο βουνό, σαν τον Προφήτη Ηλία, μου είχε πει…λες ρε γαμώτο;; ..και οι ακρίδες δεν μ’ αρέσουν καθόλου,  μπλιάχ… προτιμώ νυχτερίδες και κατσαρίδες. Ξέρω όμως. Μ’ ένα καλό ψοφίμι για φιλοδώρημα, θα παραγγέλνω γαρίδες στον κόρακα.

Οι κόρακες και οι κόλακες είναι τα καλύτερα ζώα.

Παρακαλώ, δεν θέλω εδώ, ούτε ένα  λάικ,  ούτε σχόλια, βαριέμαι,  σαν  άνθρωπος με ιδιαιτερότητα από πίσω, να σας απαντώ.  Να  γελάτε μόνοι σας. Να κάνετε χαχαχαχαχαχα , αλλά να μη μου το γράφετε κιόλας εδώ, διότι  γαργαλιέμαι όταν διαβάζω χαχαχαχα και αρχίζω και  κακαρίζω  εδώ πέρα  μόνος μου κι εγώ και θα νομίζει ο γείτονας ότι έκανα αυγό. Άσε που μου το μπερδεύετε κιόλας καμιά φορά , κι αντί χαχαχαχα,  μου γράφετε αχ αχ αχ και παθαίνω …Μόνο, αν σας έρθει να κλάψετε, εντάξει, εκεί φωνάξτε με , να συμμετέχω. Θα αρχίσω να κλαίω αμέσως μετά από σας  και θα σταματήσω μάλιστα και μετά από εσάς, επειδή εσείς θα έχετε αρχίσει πιο πρώτα από μένα. Πλήρης συμπαράσταση πάντως. Κλαίω απίθανα, σας λέω! Να φανταστείτε, πρόπερσι , που είχε μεγάλη ξηρασία, μόνο οι δικές μου τριανταφυλλιές δεν ξεράθηκαν. Τις πότιζα δάκρυα.

Απαγορεύονται πλήρως επίσης οι κάθε είδους προσκλήσεις, ιδίως  σε ποιητικές βραδιές με ομιλίες χασμουροτικές , αλλά και σε άλλα ξενύχτια νεκρών και νεκροζώντανων, σε  σελίδες, ομάδες, (πλην του Ολυμπιακού βεβαίως), θρησκείες, ανωμαλίες, πάρτη με ούζα (με ρακές μέσα!)  και ο, τι άλλο φοβερά ομαδικό. Ουφ, δεν μπορώ άλλο πια, έχω πάθει αλλεργία στο εμείς όλοι μαζί. Σιγά μην κάτσω να τσακώνομαι με όλους μαζί;  Μου αρκεί ο εαυτός μου. Εγώ,  για να αλλάξω τον κόσμο, από τούτον τον μπιπ-λάκα θ’ αρχίσω.

Απαγορεύω επίσης εδώ μέσα κάθε είδους φιλοσοφία, εκτός κι αν είναι μετά μαλακίας. Και θα δω. Αν πέσει πολλή μαλακία, θα την απαγορεύσω και αυτή τη φιλοσοφία, μετά συγχωρήσεως, αλλά θα την κόψω. Είπαμε….αλλά μην κουλαθούμε κιόλας!!!

Σημειωτέον ότι η πνευματική ιδιοκτησία όσων θα γράφω δεν ανήκει σε μένα, σιγά μην τη διεκδικώ, να πουν ποιος είναι ο βλάκας που διεκδικεί τις βλακείες του…όχι…όχι , δική σας είναι η βλακεία μου και χαλάλι σας, δωρεάν την  έλαβα, δωρεάν σαν την δίνω. Πάρτε μου την όσο θέλετε, κλέψτε την, βασανίστε την, πάλι βλακεία θα μείνει.

Κι ακόμα ένα σημειωτέον. Αν δείτε και σοβαρεύω, -ο μη γένοιτο-,  εκεί στη θέση του λάικ, να μου στέλνετε μια μούντζα, απ’όλα έχει το ιντερνέτι…και μην τα μπερδέψετε…άλλο η μούντζα, αλλά η βρούντζα. Μην δω καμιά μπερδεμένη βρούτσα στον τοίχο μου, αλίμονο σας. Θα σας την επιστρέψω ακέφαλη.

Σας φιλώ κατακούτελα κι όπου αλλού θέλετε, από τη μέση κι απάνω.  Μόνο να φοράτε την μάσκα σας, μη φιλήσω κανένα ιό από την Κορώνη και με βρείτε τσιτόνι…

Αυτά και καλό Σωματοσάββατο να έχετε αύριο που είναι των ψυχών!

Μετ’ ατιμής

Γιώργης Δαιμονογιώργης, 

εκ Δρυμώνος ορμώμενος.

Υ.Γ. : Προσοχή!  Όποιος δεν το διαβάσει τούτο εδώ, αλλά  και όποιος, αφού το διαβάσει, δεν το στείλει μετά και σε άλλους  666 φίλους του στο φβ,  θα κάμει δέκα μέρες να ενεργηθεί, θα του ρίξουν δακρυγόνα στη μύτη του, θα φάει κορονοϊό με το κουτάλι και θα συνευρεθεί με τον Ερντογάν στα σύνορα. Σωρευτικά όλα αυτά!









Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Σοκ και Δέος

Σοκ και Δέος
Ούτε καν φωνή δεν έχετε.
Μα τούτο να θυμάστε:
Ό,τι διαψεύδεται,
είναι ό,τι πιο αληθινό.

Είναι τρομερά και φοβερά
αυτά που συμβαίνουν κρυφά
σε όλο τον κόσμο.
Σοκ και δέος στους λαούς,
που βολοδέρνουν
ένθεν και ένθεν των συνόρων,
χωρίς στην πραγματικότητα
να υπάρχουν σύνορα άλλα,
πλην των συμφερόντων των ισχυρών.
Καμιά σχέση η αλήθεια
με όσα βλέπουμε, ακούμε,
γευόμαστε, οσμιζόμαστε, ακουμπάμε.
Ας είναι καλά η ηλιθιότητά μας,
που από ψέμα δεν παίρνει χαμπάρι.
Έτσι ο καθένας μας δεν είναι
παρά ένα τομάρι
στις όζουσες αποθήκες
των εκδορέων των λαών.
Το σώμα μας είναι ήδη πτώμα,
θαμμένο στις ταμειακές τους μηχανές.
Και το πνεύμα μας οδυνηρά αδύναμο
ν' αντιπαραταχθεί
στη δύναμη της συνωμοσίας.
Ο ανθρώπινος νους αποδομήθηκε.
Δεν υπάρχει το κίνητρο της ειρήνης.
Όλα ένας πόλεμος είναι
στην άμοιρη ζωή των λαών.
Και το μεροκάματο των απλών,
πόλεμος πείνας είναι
και των προσφύγων η απονενοημένη φυγή,
πόλεμος απόγνωσης είναι.
Παγκοσμιοποίηση σημαίνει καταστροφή,
που οσονούπω φτάνει.
Ύβρις, Άτη, Νέμεσις, Τίσις.
Ο πολιτισμός ολοκλήρωσε την ΄Ύβρι του.
Υπέστη την Άτη.
Οδηγήθηκε στη Νέμεσιν.
Οργή γι' αυτούς που ανάξια
απολαμβάνουν την εύνοια της τύχης.
Εκ Φύσεως Νέμεσις!
Τίσις τώρα...
Ο κορονοϊός στο κινητό σας
μοιάζει με κακόγουστο αστείο.
Ο κορονοϊός είναι απλά ο προπομπός
των όσων θ' ακολουθήσουν.
Τα χειρότερα έπονται.
Κανείς δεν ξέρει τί του γίνεται
επάνω στη Γη.
Και τ' άστρα είναι μακριά ακόμη.
Η νέα παγκόσμια τάξη
βρίσκεται σε κατάσταση αμόκ.
Η Άτη, η Άτη κυβερνά τον κόσμο!
Όταν καταρρεύσουν και τα ηλεκτρόνια
στις οθόνες σας,
θα καταρρεύσετε πλήρως κι εσείς,
κεκοιμισμένοι λαοί του κόσμου,
που νομίζετε ότι ο νους σας
χαίρει άκρας ευφυίας.
Σαν τη μελίγκρα θα πεθάνετε,
όταν τελειώσει το φύλλο που τρώτε.
Μόνο που εσείς, δεν θα προλάβετε
ν' αφήσετε το σπόρο σας πίσω.
Ούτε καν φωνή δεν έχετε.
Μα τούτο να θυμάστε:
Ό,τι διαψεύδεται,
είναι ό,τι πιο αληθινό.

Γιώργης Δρυμωνιάτης-Κασιμάτης


"Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά
και τυφλωμένες καρδιές! Σε τι σκοτάδια,
σε τι κινδύνους κυλάει
ο λίγος χρόνος της ζωής σας!
Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης...''
Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (94-55 π.Χ.)
Από το μεγαλειώδες έργο του
De rerum natura ("Περί της φύσεως των πραγμάτων"

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BF%CE%BA_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%94%CE%AD%CE%BF%CF%82


Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Αιόλου και Λυκούργου

Αιόλου και Λυκούργου


Παλιός μου φίλος, που έμεινε πιστός στα ιδανικά του,
κοιμόταν σε ένα πάπλωμα, Αιόλου και Λυκούργου,
ανήμερα Χριστούγεννα, ο δυστυχής, στο κρύο.
Εγώ, με τη γραβάτα μου και το καλό κουστούμι,
περνούσα πανηγυρικά απ’ τη γωνιά εκείνη.
«Τι δυστυχία, Ουρανέ!», ψιθύρισε η συμβία
και μου έδειξε τον άστεγο που έτρεμε, σαν καλάμι.
«Έχ’ ο Θεός», απάντησα και τάχυνα το βήμα,
μα πριν προλάβω ν’ αμυνθώ, το παγερό εγώ μου
με τ’ όνομά μου άκουσα να το καλεί εκείνος.
«Καλέ μου φίλε απ’ τα παλιά της νιότης μετερίζια,
πως είσαι, πως καλοπερνάς, είσαι ευτυχισμένος;»
με ρώταγε κι είχε ματιά που ήταν φωτιά στον πάγο.
-.-
Δεν τον εκαλογνώρισα. Είχε πολύ αλλάξει.
Μόνο εκείνη η ματιά, που πάντα φλόγα ήταν,
μόνη εκείνη μου έφερε στο νου την ομορφιά του.
Τότε που συμφοιτούσαμε και συνονειρευόμασταν
ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, τότε που αγωνιζόμασταν
για δίκιο, για ειρήνη, για ισότητα των πολιτών,
για ισονομή του πλούτου, για μόρφωση και για δουλειά,
για λεφτεριά, για όλα, όσα σημαίνουν ανθρωπιά.
Σαράντα χρόνια πέρασαν απ’ τον καιρό εκείνο
κι εγώ, που αλλοτριώθηκα, καλά καλοκρατιόμουν.
Είχα διαβεί τα ιδανικά της νιότης. Αλλ’  εκείνος,
επέμενε. Και γέρασε πριν πολυμεγαλώσει.
-.-
«Ω φίλε, είπα, φίλε μου, της νιότης αδερφέ μου,
πόσο πολύ σε συμπονώ, πόσο πολύ λυπάμαι!».
Άστραψ’ εκείνη η ματιά, σαν τότε που κρατούσε
τα κόκκινα γαρύφαλλα κι έφραζε όπλων κάνες.
«Κι εγώ λυπάμ’ εσένανε, σε συμπονώ, καλέ μου,
οπού σε πήρε ο στρόβιλος του ξέφρενου ανέμου.
Μη με λυπάσαι, είμαι ψηλά, πιο πάνω απ’ τους διαβάτες.
Με τους λεχρίτες είμ’ εγώ, όχι με τις γραβάτες.
Το σώμα μου είναι άστεγο. Όμως καλά θυμήσου
πως είναι τρισχειρότερο να ΄ν’ άστεγ’ η ψυχή σου.
Εγώ δεν ξεπουλήθηκα κι είμαι ευτυχισμένος
που με αξιοπρέπεια θα πέσω πεθαμένος».
-.-
Δεν δάκρυσα. Τον φίλησα. Με φίλησε. Δυο κόσμοι.
Οπού μαζί ξεκίνησαν κι αλλού γι’ αλλού βρεθήκαν.
Και να! Κάποια Χριστούγεννα, ξανασυναντηθήκαν…
-.-
Στο γιορτινό τραπέζι μας τα πάντα πλούσια ήταν.
Όμως εγώ ντρεπόμουνα τα πλούτη μου να φάω.
Να φάω. Αλλ’ εκείνος ‘κεί  Αιόλου και Λυκούργου;
Ο φίλος μου από τα παλιά, ο φίλος ο γενναίος;
Ο Άνθρωπος που έμεινε Άνθρωπος ως το χώμα,
Χριστούγεννα ανήμερα με αδειανό το στόμα;
Τον πρόδωσα και πλούτισα κι εκείνος μ’ ένα βλέμμα
μου ‘δωσε και κατάλαβα το άθλιό μου ψέμα.
Μπουκιά δεν εκατέβηκε στο θλιβερό κορμί μου.
Πόσο φτηνά πουλήθηκε στο δαίμονα η ψυχή μου!

Γιώργης Π. κ-Δρυμωνιάτης

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

32 φράπες κι ένα γλυκολέμονο

(κάντε κλικ εδώ και διαβάστε e-bookιον Ποίησής μου. Ευχαριστώ!)

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

Ο κύριος Φράγκου κι εμείς


Ο κύριος Φράγκου κι εμείς
Τον νεκροθάφτη μας τον λέγανε Φράγκου.
Κύριο Φράγκου, με μαύρο παπιγιόν.
Αλλά εμείς δεν του δίναμε καμία σημασία
όσο κυνηγούσαμε τα φράγκα
κι αγωνιζόμασταν όλο για πιο πολλά φράγκα
και τσιγκουνευόμασταν να δώσουμε φράγκο
και νοιαζόμασταν διαρκώς πώς
θα εξοικονομήσουμε περισσότερα φράγκα
κι όλο, τα φράγκα που χρωστάγαμε,
κοιτάζαμε να τα ρυθμίσουμε ευνοϊκά για μας
κι ύστερα ένα σωρό φράγκα ξοδεύαμε
για ένα σωρό πλασματικές ανάγκες
και το κράτος μάς έλεγε «εννιά στα δέκα,
δικά μου τα φράγκα σας»
και πάλι κυνηγούσαμε με μανία τα φράγκα
που ποτέ δεν ήσαν αρκετά για την απληστία
τη δική μας και του κράτους μας.
Η ζωή μας όλη , φράγκα ήτανε.
Ώσπου, μια μέρα μας ανέλαβε ο Φράγκου,
ο κύριος Φράγκου με το μαύρο παπιγιόν
και με δυο χιλιάδες φράγκα μόνο
μας έκοψε όλες τις ωραίες συνήθειες
και μας ρύθμισε σε άπειρες δόσεις
όλες μας τις οφειλές προς το θάνατο
και τότε το κράτος έβγαλε σε πλειστηριασμό
τον τάφο μας για να πληρώσει τα δανεικά.
Κι ησυχάσαμε πια.
Άφραγκοι, στον ουρανό στεγαστήκαμε,
ως σκόνη.
"Φάε , κράτος, τα φράγκα μας", 
φωνάζαμε αφ' υψηλού
κι ο κύριος Φράγκου, χα! ο κύριος Φράγκου
συνέχισε να θάβει τελετουργικά
ανθρώπους κι όνειρα...

Γιώργης Δρυμωνιάτης
Από την ομώνυμη Ποιητική συλλογή του

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

Χάκερ

Στη μνήμη του Μεγάλου Στίβεν Χόκινγκ
που ήξερε καλά πόσο εύκολα μπορεί
η Φύση μας να εκδικηθεί τον ασεβή πολιτισμό μας.
Χάκερ
Και ξαφνικά ένα παράδοξο συνέβη.
Αυτό που λέγαμε μαγνητικό πεδίο
κι είχε δυο πόλους κι ήταν όλ’ η Γη
ένας μεγάλος κι ικανός μαγνήτης,
για λόγους που δεν τους χωράει ο νους
εχάθηκε εξαίφνης σε μια νύχτα.
Και τότε γκρεμιστήκαν διαμιάς
οι πιο σπουδαίες μηχανές
που είχαμ’ εφεύρει.
Καμιά δεν ημπορούσε πια
ηλεκτρισμό να παραγάγει
και σκοτεινιάσαν μονομιάς
απ’ άκρου εις άκρον όλες
οι μεγάλες πολιτείες του ντουνιά.
Χωρίς μαγνήτη και ηλεκτρισμό
τ’ αεροπλάνα δεν πετούσαν πια,
τα πλοία ακυβέρνητα κουφάρια
στων ωκεανών τη μέση,
τα αυτοκίνητα σταμάτησαν
να τρέχουν σαν τρελά
κι όλου του κόσμου τα κομπιούτερ
νεκρωθήκαν.
Το δίχτυ που είχε τυλίξει όλη τη Γη
και που τα πανθ’ ορούσε,
κουρέλι εγίνει εν μιά στιγμή.
Οι μηχανές των Τραπεζών δεν ήσαν ικανές
να εισπράξουν, να πληρώσουν
κι όλο το χρήμα το ηλεκτρονικό
-ήταν που ήταν ψεύτικο-
με μιας ανύπαρκτο εγίνει.
Σταμάτησαν οι πλειστηριασμοί,
οι εφορίες καταρρεύσαν,
τα όπλα του στρατού σχεδόν μηδενιστήκαν,
σταθερά και κινητά
δεν ομιλούσαν πια
κι η τηλεόραση, ω Χριστέ
και Βούδα μου κι Αλλάχ μου,
μια μαύρη σιχαμένη οθόνη
στα μάτια μας μπροστά.
Οι νόμοι όλοι των κλεφτών
χάσανε όλη την ισχύ τους.
Στα πρόβατα μείναν οι κάρτες αμανάτι.
Μα βοσκή δεν είχε πια.
Τ’ ΑΤΜ στέρφα μαντέμια στη γωνιά.
Σε μια τρομακτική νυχτιά
κατέρρευσε όλος ο τρανός πολιτισμός
των τάχαμου ισχυρών Βαβυλωνίων.
Βαβέλ, ωιμέ!.
Ω, Θε μου!
πόσο χάκερ είναι ο Θεός
κανείς απ’ τους σοφούς
δεν το είχε καταλάβει!
Γιώργης Δρυμωνιάτης

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗ

Αφιερωμένο σε όλους εσάς που θα μας ακολουθείσετε στην

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗ

Συμπόσιο

Στην αιώνια εορτή της αγάπης
θα είμαι διαρκώς παρών.
Στον αέναο χορό της ζωής
χορευτής σ' έκσταση θα είμαι.
Κι όσο μπορώ θα μονοδρομώ τη ρότα μου
προς τα εκεί που κατοικεί η Ποίηση,
για να δύναμαι αιώνια ν' αγαπώ
κι ατελεύτητα να χορεύω με τη ζωή μου
κι εκείνο το "μαζί" ν' απολαμβάνω
όταν εσάς αγκαλιάζω
στα σταυροδρόμια που συναντιούνται
τα όνειρά μας με τις πράξεις μας

Γιώργης Δρυμωνιάτης

Το Καλλιτεχνικό Σωματείο

ΕΛΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΥΔΡΑΝΗ
επ’ ευκαιρία της Παγκόσμιας ημέρας Ποίησης
οργανώνει

τριήμερο συμπόσιο με τίτλο:

«ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗ»
Ευμολπιδών 9α, Γκάζι , Αθήνα



Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Φθινοπωρινή ευωδία

Φθινοπωρινή ευωδία

Μικρή βροχή και μύρισε ο κόσμος μου αγάπη.
Λίγη από μένα στο Θεό,
πολλή απ’ Αυτόν για μένα.
Πολλή κι από τα μάτια σου, βροχή μου,
στάζει εντός μου.
Κάθε σταγόνα και φιλί!
Το μυρωδάτο σου κορμί,
κυκλάμινο που φύτρωσε μες στο Φθινόπωρό μου.

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης
Από την ΙΧΝΗ ΠΑΧΝΗΣ