ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Δεν είναι απλό

....είναι κι αυτό το χώμα
που μυρίζει δίπλα μου,
λες και φωνάζει: "έλα μέσα...
έλα να ταφείς".

....είναι κι εκείνο το λουλούδι
που ανθίζει πλάι μου,
λες και φωνάζει: "ζήσε κι άλλο...
μάθε πως να ζεις".

Έχω μπερδέψει εντελώς
το θάνατό μου
στη ζωή. Διολισθαίνω...
Εκεί που ζω, εκεί πεθαίνω...

...κι έρχεσαι συ να με μπερδέψεις
πιο πολύ, καθώς φιλάς.
Τι λές;
"Δεν είναι απλό,
χωρίς να ζεις,
να αγαπάς;"

Μα ναι, δεν είναι απλό
να αγαπάς
χωρίς να ζεις....

....αχ , έχεις δίκιο,
Ουρανέ της Αφρικής μου,
Ήλιε του βόρειου Τροπικού!!!
Πάνω από την έρημό μου,
τι λοιπόν φεγγοβολάς;
Κάλλιο βομβάρδισε μ' αχτίνες,
κάψε την ψυχή μου,
παρά το άχρηστο κορμί μου
να φιλάς.....

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Χτένια ψυχής

Όταν ο Ήλιος θα μυρίσει
ψωμί και λάδι και κρασί
και με αλάτι θα ξομπλίσει
τ' αγαλματένιο σου κορμί,
θα 'ρθω κι εγώ να σε φιλήσω
στην άκρη του καλοκαιριού,
πουλί τ' ανέμου, πελαγίσο,
που μου 'χεις πάρει όλο το νου.

Όταν η θάλασσα θ' ανθίσει
και μύρο αλμυρών ανθών
το σώμα σου θα 'χει ποτίσει,
τ' ολόγυμν' επί των αφρών,
θα ' ρθω κρυφά στην αγκαλιά σου,
που φύκια θα μοσχοβολά
και με τα μάτια στα μαλλιά σου
θα σου χαϊδέψω τη χαρά.

Όταν οι φλόγες φτερουγίσουν,
άνομα εντός μου ως θα μπεις,
σαν φωτιστούν οι αφορισμοί μου
εκ της δικής σου αναλαμπής,
θα 'ρθω μικρή μου, ασημένια,
σ' απόσταση αναπνοής
και θα σου φέρω εγώ τα χτένια,
τα που ποθείς. Χτένια ψυχής.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα
ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Mέρες και νύχτες γήινες

'Ηταν η μέρα έμορφη.
Η Γη λαμποκοπούσε.
Φορούσε ρούχα Άνοιξης
κι άρωμα Παραδείσου
και χάνονταν χορεύοντας
στην πίστα της αβύσσου.
Ο Ουρανός καθότανε
στην άκρη του πελάγους
και την ερωτευότανε
την Γη τ' ωραίου άγους.
Κι εγώ, στην άκρη του γιαλού,
δυο μάτι' αναθωρρούσα
και την εντός μου άβυσσο
με φως χαϊδολογούσα.
Αχ, πόσο αγαπούσα
το φως και τη ζωή!!

Μα ήρθε η νύχτα σκοτεινή.
Η Γη μαυροφορούσε.
Διαγράφτηκαν τα χρώματα
και τ' όνειρα εξίσου
κι η Γη σέρνονταν άβουλη
στο χάος της αβύσσου.
Ο Ουρανός είχε σβηστεί
στα βάθη του πελάγους
κι έκλαιγε τη χρωματιστή
τη δύναμη του κάλλους.
Κι εγώ, στην άκρη του νησιού,
δυο μάτι' αναζητούσα
και την εντός μου άβυσσο
στη θλίψη ξεναγούσα.
Αχ, πόσο ήταν απούσα
στο σκότος η ζωή!!

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΕΝΔΡΕΙΑ

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Προεπιτάφιος ωδή Ηλιακή

Προεπιτάφιος ωδή Ηλιακή 


Η Ζωή σε τάφο, λουλουδιών μου ψυχή,
στων αστέρων το ασύλληπτο χάνομαι,
νεκρωμένος προχωρώντας προς τη Γη.

Ουρανέ , καλέ μου και συ Μαύρη Οπή,
στο απέραντο, που χάνομαι, κρύψτε με,
αιωρούμενον τυφλόν, σε στροφορμή.

Μακρινή αγάπη, πεθαμένο κρασί,
ακατάλυτη ουσία της ύπαρξης,
εν τω τάφω , μετ’ εμού, έλα και Συ.

Των Αγγέλων σχήμα, πεταλούδα, ορμή,
προσγειώσου στο μηδέν, ω Μητέρα μου,
Συ που έδωσες αξία στο κορμί.

Γοερά θα κλάψω των ερώτων το φως
που στο μνήμα , εν τω άμα, τυφλώνεται,
εν αγνοία των νεκρών μου ηδονών.

Θεία πόνου άκρη, το τετέλεσται, ω!
θα φωνάξω, στεντορία, το τέλος μου
υπέρ πάντων όλων όσων αγαπώ.

Παρελθόν μου Μέγα, τεθλασμένη ζωή,
σκιερά η πορεία μας σήμερον,
στην ευθεία που εκλείπει η πνοή.

Μυροφόρες ώρες, ω της Άνοιξης φως,
ω ανθοί μου επαρμένοι στο έπακρον,
καν νεκρός , ενώπιόν σας δυνατός.

Δυνατός , εντέλει, ο του τέλους χορός!
Στροβιλίζομαι στο άπειρον ήρεμος,
ως αστέρας, εκ βαρύτητος, νεκρός.

Προσδοκώ το χώμα, ως ο σπόρος τη γη.
Ζωοφόρος είν’ ο θάνατος , Ήλιε μου,
αν αφήσεις πίσω αίμα ‘πο πληγή.

Με τα χρώματά σας, ανθοφόρες καρδιές,
αποθέστε με στο τέλειον σήμερα.
Στο λυκόφως προσδοκώ το λυκαυγές.
-.-

Άξιον εστί
μακαρίζειν Σε, τον Θάνατόν μου,
τον επί της Γης διερχόμενον,
τον Ωραίον, ως το κάλλος του φωτός.

Άπειρη στιγμή!
Καθαρμέ, ω Συ, του λογισμού μου,
Θάνατε, αξίωμα άγιον,
καλώς όρισες στο τέλος του παντός.

Όλως κραταιός,
Συ καθήλωση του μέλλοντός μου,
όμορφος χτυπάς την καρδία μου
κι είμαι όμορφος κι εγώ, καν άψυχος.

Κράτα τη φωνή,
που ζεστότατη στο πριν πλανιόταν,
κράτα την, ω θάνατε, κράτα την
στον ερχόμενον ας γίνει οδηγός.

Κι από τα του νου,
τα των σπλάχνων επιτεύγματά του
σώσε προς τον νουν τον επόμενον.
Το αιώνιον τού νου αναλογεί.

Σώμα μου εσύ,
διχοτόμε του χωρόχρονού μου,
σώμα υλικό και αιθέριο,
αναπαύσου, σκότος, στ’ έλλειμμα φωτός.

Σάρκες και οστά,
λιγοχρόνια τεύχη του εγώ μου,
σκόνη του ανύπαρκτου αύριο,
ως αιώνιο εαυτό μου σας τιμώ.

Όνομα μικρό,
χαραγμένο πάνω στο σταυρό μου
συ, της ύπαρξης μου υπόλοιπον,
εν τιμή ας διανύσεις το κενό.

Γήινες πληγές,
ουρανόφερτα φαντάσματά μου,
ηρεμήστε τώρα στο μνήμα μου,
ότι έτεκεν το χάος το «καλώς».

Άνθρωποι εσείς,
πολυποίκιλτα της Φύσης δώρα,
πίσω που θα μείνετ΄ολόφωτα,
σεις δοξάστε την επόμενη στιγμή.

Κι από τον νεκρό,
τον ελάχιστο του κάτω κόσμου,
μην αναζητήσετε όνειρα.
Δεν ποθώ ο ταπεινός ν’ αναστηθώ.
-.-

Αι γενεαί ανθρώπων,
προστρέχουσι στο μέλλον,
ξεχνώντας σε, νεκρέ μου.

Αλλ’ όμως , ύπαρξή μου,
χαίρε, ότι επέστης
ως φλέγον πεφταστέρι.

Χαίρε ότι εφάνεις
εν μέσω των ανθρώπων,
άνθρωπος στιγμιαίος.

Λαμπρύνου όνειρό μου
ότι εναπετέθεις
στου λόγου σου την όψη.

Και συ καρδία μόνη,
που μόνη αιμορραγούσες,
χαίρε, ότι εζούσες.

Εζούσες κι η ψυχή σου
ευφράνθη , ως θεότης
που γεύθηκε το όλον.

Ω γλυκυτάτη πόρνη,
ω Άνοιξη , ερωμένη,
εσύ ας με ηδονίσεις,

Εσύ ας με τυλίξεις
με τη χαρά του τέλους,
ω, Άνοιξη , ανθοφόρα.

Ανάμεσα στα άνθη,
το άνθος μου ας εκλείψει
την ώρα τού μη χρόνου.

Και μέσα στο μη χώρο
των ευγενών αστέρων
το άρωμά μου ας μείνει.

Το άρωμά μου, μνήμη
στα εσώψυχα του κόσμου
-χαρά νεκρού ας γίνει-.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ