ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Αγαπημένη αντλία καρδία μου



Αγαπημένη αντλία
καρδία μου.





Νάταν ν' αντλείς
το αίμα μου μόνο.
Αλλά εσύ αντλείς
και τα όνειρα
και τις αγάπες και
τους έρωτες
και τα δάκρυα και
το στεναγμό
και τους πόθους
μου και τα πάθη μου όλα,
αντλείς τις
αναμνήσεις μου
και με οδηγείς
προς τα μέλλοντά μου
και καθορίζεις τα
βήματα του παρόντος μου
επί των υπαρκτών,
μα και επί των
ανύπαρκτων δρόμων.
Εσύ, που είτε ο
ιστός σου ραγίζεται από πόνο,
είτε φλέγεται από
τρυφερότητα,
είτε σφίγγεται από
την αίσθηση του αδίκου,
είτε πετά από τη
χαρά του έρωτα,
ασταμάτητα από την
μέρα
της πρώτης
αναπνοής αγωνιά
όρθιον στα επίπεδα
να με κρατά.
Ο ιστός σου που,
και ραγισμένος ακόμα,
σημαία λουλουδιών
ανεμίζει προς τη ζωή
και μελοποιεί την
ομορφιά του κόσμου.
Εσύ, αντλία καρδία
μου,
ενάντια στου νου
μου την θλιβερή πεζότητα,
βόηθαγε την ψυχή
μου να ζει
εν αρμονία αγάπης
μέσα στο χάος των
ανθρώπων
και εν δικαίω
κατεύθυνέ με
προς την στιγμή
εκείνη που θα κουραστείς
και θα πάψεις πια
ν' αντλείς τα πάντα.
Ως τότε, κράτα με
Άνθρωπο, όσο μπορείς,
κι άξιον για αγάπη
κράτα με,
αγαπημένη αντλία
μου,
καρδία μου μικρή
κι άσβηστο
διατήρησε μέσα μου
το ζάθεον πύρ της
ύπαρξης,
εσύ, ω πολύ Θεϊκή
φωτιά μου!

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης
Από την «ΕΝ
ΠΤΗΣΕΙ»

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

'Άρρωστος κόσμος

Άρρωστος κόσμος

Διήγημα

Ήταν τόσο λαμπρή εκείνη η πέμπτη ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου, ημέρα Πέμπτη ήτανε κιόλας, όνομα και πράμα κι ήταν το άλσος τόσο χαρούμενο μέσα στον Ήλιο, εξαιρετικά χαρούμενο, μιας και είχε προηγηθεί μια ολόκληρη σχεδόν εβδομάδα αργής, συνεχούς, ποτιστικής βροχής. Ο Ήλιος από μόνος του είναι δολοφόνος. Όλα τα καίει , όλα τα στεγνώνει. Όμως μαζί με τη βροχή είναι οι μέγιστοι ευεργέτες, οι συνδημιουργοί της ζωής, είναι το τέλειο των συνδυασμών εντός του σύμπαντος, η τέλεια σύμπτωση. Αυτή καθευατή η ζωή είναι νερό και ηλιακή ενέργεια. Και αέρας για την ανάσα.
 Στο πεδίον του Άρεως ο κόσμος μυρμήγκιαζε.
Να εδώ. Γέροντες απόμαχοι της ζωής με στραβοφορεμένα τα κασκέτα τους, τριμμένα τα σακάκια στους σβέρκους, παπούτσια λερωμένα από τις λάσπες του άλσους. Αδύναμοι καταναλωτές μιας ανίσχυρης σύνταξης, πάμφτωχοι δηλαδή, απολάμβαναν όμως την δωρεάν εκ Θεού ευδαιμονία. Χαιρόντουσαν τον Ήλιο και τον αέρα, περπατώντας στο βρεγμένο έδαφος, χωρίς να πληρώνουν άμεσα ούτε ένα σεντς σε κανέναν. Χαιρόντουσαν δωρεάν. Η δωρεάν χαρά είναι η ακριβότερη μέσα στο σύμπαν.
Στο ξέφωτο, δίπλα από τα πανύψηλα δέντρα, υπό την ευωδία του λασπωμένου χώματος και των φύλλων που σάπιζαν, περιλουσμένοι από το υπέρλαμπρο του Ηλίου φως, κουβέντιαζαν αργοπερπατώντας. Κουβέντιαζαν με θέμα τους το τίποτα. Αλλά ήσαν αρκετά ευτυχείς διότι μπορούσαν ακόμη να κουβεντιάζουν, να απολαμβάνουν φως και να μη μισούν, ούτε να μισούνται πια  από κανέναν, σχεδόν ούτε να αγαπούν , ούτε και ν’ αγαπιούνται πλέον από κανέναν. Ζωές απαξιωμένες μεν, ξεχασμένες, ετοιμοπαράδοτες προς το άδηλο τέλος του θανάτου, υπερήφανες όμως και αξιοπρεπείς εν μέσω της ωραιότητας της φύσης. Ογδόντα πέντε χρόνων, αλλά ήσαν ευτυχείς , διότι αντάλλασαν λόγους. Διότι συνομιλούσαν, διότι αβασάνιστα άλλαζαν ανάξιες κουβέντες. Μα είναι ωραίες τελικά οι απλές, οι φτωχές κουβέντες. Σε κάνουν να είσαι ευτυχής, αδιάφορα ευτυχής, ενώ οι απόψεις , συνήθως, δυστυχισμένο σε κάνουν. Ευτυχώς, οι γέροντες δεν είχαν πλέον απόψεις. Αρκετά είχαν σπαταλήσει τη ζωή τους σε αυτές, που λίγα τους απέδωσαν εν τέλει.
Σε ένα παγκάκι πιο πέρα, τρεις ογδοντάχρονες γριές, αντάλλασαν κι αυτές κουβέντες. Απλές κουβέντες, χωρίς απόψεις. Οι γριές έμοιαζαν ευτυχισμένες επίσης, παρά το ότι ετοιμοπαράδοτες ήσαν κι αυτές. Ο Ήλιος και η βροχή ξεγελούν το θάνατο και τα θύματά του. Με την αιωνιότητα μοιάζει η ηλιόλουστη αποβροχιάρα ημέρα.
Ένα τσούρμο μαθητών διέσχιζε το άλσος χασκαρογελώντας αμέριμνα, σκούζοντας και φωνασκώντας. Δεν είχαν απόψεις κι αυτά, είχαν απλές κουβέντες και αστείες λέξεις. Ήσαν χαρούμενα. Μέσα στον κήπο της Εδέμ λες και τα είχαν αμολήσει. Και η Εδέμ είχε πλημμυρίσει με ωραία βρομόλογα και με ωραία νεανικά πρόσωπα ευτυχίας.
Μια αλλοδαπή κατάξανθη νταντά μάλωνε το μωρό που έκλαιγε ασταμάτητα μέσα στο καρότσι. Ήρθε και μια συμπατριώτισσά της με ένα άλλο μωρό και κάτσανε στο παγκάκι και τα κουνούσαν τα μωρά και τα έτρεφε εκείνα ο ήλιος και τις νταντάδες τις έτρεφαν οι αναμνήσεις των πατρίδων τους και η νοσταλγία για τους δικούς τους και χαιρόντουσαν που μπορούσαν να ανταλλάξουν δυο κουβέντες στη γλώσσα τους. Το να χειρίζεσαι τη γλώσσα των πατέρων σου , είναι μεγάλη ευτυχία.
Ένας άνεργος μεσόκοπος πιο πέρα κάπνιζε κοιτώντας ψηλά τα γαλάζια χρώματα του ουρανού και βήχοντας. Στο παγκάκι του είχε ακουμπισμένο ένα καφέ κι ένα κουλούρι. Με το ελάχιστο έδειχνε κι αυτός να είναι ευτυχής. Προσωρινά τουλάχιστον. Ο κατ’ ελάχιστον ευτυχής, είναι πολύ πιο ευτυχής από το δαίμονα ή τους δαίμονες που κατέχουν τον πλούτο και το χρήμα όλου του κόσμου. Α, ναι, ουδείς δυστυχέστερος του αχόρταγου, του άπληστου ανθρώπου.
Ένα μαύρο κοτσύφι με κίτρινη μύτη πετάχτηκε από τους μουσκεμένους θάμνους, παράτησε την αναζήτηση σκουληκιών μέσα στη λάσπη κι ανέβηκε κάθετα στην κορυφή του ψηλότερου δέντρου του άλσους. Ανεβαίνοντας από τη λάσπη προς τον ουρανό, ήθελε να υμνήσει τη Φύση , το Θεό και το τίποτα κι άρχισε να κελαηδάει έναν ύμνο αγγέλων. Ο ύμνος προς το τίποτα είναι η ακριβότερη αρμονία μες στο χάος. Είναι η ακρότατη και ανώτατη απόλαυση της μονάδας. Ο κότσυφας τραγουδούσε χαρούμενα, προς ικανοποίηση όλων των μονάδων , που περιδιάβαιναν το άλσος και τη ζωή εκείνη την ώρα. Των αποκομμένων από τα όνειρα γέρων, των γεροντισσών με τα άνευ ενδιαφέροντος λόγια. Όλοι όσοι είχαν αυτιά και μπορούσαν ν’ ακούσουν και οι γέροντες και οι γριές και το κλαψούρικο μωρό και οι νταντάδες απ’ τη Ρωσία και τα γυφτόπουλα παραπέρα που κυνηγιόντουσαν και το τσούρμο των μαθητριών και των μαθητών που ερχόντουσαν, χαρούμενο ερώτων μπουκέτο και ο περιπτεράς του άλσους, όλες οι μονάδες των ζώντων που βρέθηκαν εκείνη τη στιγμή σ’ εκείνον τον τόπο, απολάμβαναν τη συμπαντική ωδή της χαράς, σε μετάφραση του ύμνου προς το τίποτα, όπως την έψελνε ο μαύρος κότσυφας με την κίτρινη μύτη.
Όλοι απολάμβαναν μέσα στον ήλιο του άλσους. Πλην ενός. Πλην μίας μονάδας, που ήταν εκεί, αλλά ήτανε ήδη μηδενισμένη εν ζωή, πολύ πριν υπογράψει το μηδενισμό της ο θάνατός της. Που είχε αυτιά, αλλά δεν απολάμβανε ήχους. Που είχε μάτια, μα τον πόναγε το φως. Μελαψός σαν Άραβας, αλλά αγνώστου προελεύσεως. Σύρος, Ιρακινός, Αφγανός, Πακιστανός; Και Παλαιστίνιος θα μπορούσε να είναι και οποιασδήποτε εξαθλιωμένης χώρας γόνος. Αλλά για όλους εκεί ήταν αγνώστου προελεύσεως και αγνώστου ονόματος και αγνώστων λοιπών στοιχείων. Μία μονάδα διαφορετική από τις άλλες, τις φωτιζόμενες από τον Ήλιο, τις απολαμβάνουσες τον ύμνο του κότσυφα. Μία μονάδα χωρίς ταυτότητα, χωρίς μοίρα κάτω από τον υπέρλαμπρο Ουρανό, χωρίς σημασία ύπαρξης ακόμα και για τον ίδιο τον εαυτό της. Κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε, ποιους άφησε εκεί μακριά στην Ανατολή, ποιους και τι κουβάλησε εδώ, μέσω της ψυχής του. Σίγουρα κάπου κάποιοι θα τον αγαπούσαν, ως δικό τους άνθρωπο, σίγουρα κάποιους εδώ ολομόναχος τους νοσταλγούσε και τους αναζητούσε, διότι ανάγκη αγάπης δικών της έχει κάθε ψυχή ανθρώπου. Ιδιαίτερα η ψυχή του κατατρεγμένου φτωχού.
Ο μόνος που τον γνώριζε εξ όψεως εδώ και καιρό  ήταν ο περιπτεράς του άλσους. Αλλά δεν είχε μάθει τίποτα σπουδαίο για αυτόν, πλην ενός πιθανόν αληθινού, εξ ίσου πιθανόν ψεύτικου ονόματος. Ο ξένος δεν ήξερε καθόλου τη γλώσσα της χώρας που βρέθηκε, τη γλώσσα του περιπτερά. Δεν μπορούσε τίποτα να καταλάβει από όσα τον ρωτούσε.
- «Εγώ Μήτσος. Εσύ;…Γιού;», του έλεγε ο περιπτεράς προσπαθώντας να μάθει το όνομά του. Αλλά ο ξένος δεν ανταποκρινόταν.
-«Μήτσος, Μήτσος εγώ», έλεγε πάλι ο περιπτεράς, χτυπώντας  με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού το στήθος του. « Μήτσος εγώ». Ακουμπούσε μετά το δείχτη του δεξιού χεριού και τον ταρακουνούσε ελαφρά πάνω στο στήθος του ξένου:
- «Εσύ; Γιού; Πως διάολο σε λένε, μωρέ;».
Με τα πολλά ο ξένος κατάλαβε, «Χασάν» είπε, χτυπώντας με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού το στήθος του και γέλασε , δείχνοντας χαρούμενος. «Μήτσος» είπε μετά και έδειξε τον περιπτερά και γέλασε ακόμα περισσότερο, αποκαλύπτοντας ένα στόμα με ελάχιστα όρθια άσπρα δόντια. Ένιωθε επιτέλους ευτυχής , που στον ξένο για εκείνον τούτο τόπο, γνωρίστηκε με ένα άλλον άνθρωπο. Είναι υπέροχο να γίνονται οι μονάδες δύο. Η φιλία, ακόμα και στην πιο μικρή, στην ελαχιστότατη μορφή της, αυτήν της απλής γνώσης εκ περιεργείας, εξ ενδιαφέροντος απλού του ονόματος ενός ατόμου που βρίσκεται κάτω από συνθήκες απόλυτης δυστυχίας και μοναξιάς, αποτελεί για αυτό το άτομο αγαθό ισότιμο της τροφής και του αέρα. Το να σε ξέρει ένας, εσένα το δυστυχή, σου δίνει ελπίδες πως μπορεί να σε ξέρει και ο Θεός. Αβέβαιες, αλλά ελπίδες πάντως.
Ο Χασάν δεν ήταν μεγαλύτερος των σαράντα ετών. Αναζητούσε ο κακόμοιρος καλλίτερες μέρες, όπως τόσοι και τόσοι από τους δυστυχείς συμπατριώτες του κι είχε ξεπουλήσει το κορμί του σε σύγχρονους δουλέμπορους, ερχόμενος παράνομα εδώ, ως λαθρομετανάστης, σε τούτη τη χώρα του ανθρωπισμού και του αλτρουισμού, τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν οι μεγαλύτερες και ωραιότερες γέννες του πνεύματος του ανθρώπου.
Οι σύγχρονοι δουλέμποροι είναι αισχρότεροι από αυτούς του μεσαίωνα πάντως. Δεν τους πουλούν τους εξαθλιωμένους. Τους φέρνουν με τα σκάφη τους και τους αμολούν σε κάποια άγρια, αφιλόξενη ακτή, σε κανένα σεληνιακού τοπίου ξερονήσι και τους παρατούν εκεί άφραγκους και νηστικούς, μέχρι να τους βρουν οι Έλληνες και να τους σώσουν. Τους παρατούν στη τύχη τους, που ούτως ή άλλως είναι τραγική μέχρι εκείνη την ώρα. Και συνήθως τραγική παραμένει και μετά από εκείνη την ώρα της εγκατάλειψης, παρά το γεγονός ότι εγκαθίστανται σε μια χώρα με ανεπτυγμένες τις ανθρωπιστικές ιδέες και με υψηλά ανθρώπινα ιδεώδη. Πρόσφυγας όπου και να είσαι, είσαι δυστυχής. Καμιά χώρα υποδοχής δεν είναι πατρίδα.
Ο Χασάν εδώ και ένα χρόνο περίπου είχε βρεθεί, χωρίς να καταλάβει πως, μέσα σε αυτό το άλσος κι είχε κάνει στέγη του το λαμαρινένιο κουτί, δίπλα στο περίπτερο, που σκέπαζε μια αντλία νερού, βαλμένη εκεί για να ποτίζουν τα δέντρα το καλοκαίρι. Εκεί είχε φέρει μια κουβέρτα παλιά και άλλα κουρέλια που είχε βρει πεταμένα στα πεζοδρόμια και τα είχε κάμει κρεβάτι του. Εκεί κουβαλούσε και τα αποφάγια που έβρισκε στους κάδους των σκουπιδιών και έτρωγε τα υπολείμματα των πολιτισμένων. Από όταν έμαθε το όνομά του ο περιπτεράς, που και αυτός εξελληνισμένος Αλβανός οικονομικός μετανάστης ήταν, του έδινε που και που μια σοκολάτα ή ένα πακέτο μπισκότα. Έτσι διαβίωνε ο Χασάν από την Παλαιστίνη ή από το Αφγανιστάν ή από το Ιράκ, ο δυστυχής Χασάν που δεν ήξερε ούτε μία λέξη Ελληνικά, πλην από τη λέξη Μήτσος και που δεν είχε κατορθώσει εδώ και ένα χρόνο να έρθει σε επαφή με κάποιον συμπατριώτη του για να του βρει καμιά δουλειά της παρανομίας. Οι καλλίτερες μέρες δεν είχαν έρθει. Ίσως μάλιστα να ήταν πολύ χειρότερες από αυτές που ζούσε στην πατρίδα του. Δεν ήταν τυχερός και εδώ που ήρθε.
Στη λεωφόρο δίπλα στο άλσος γινότανε διαδήλωση. Οι ντόπιοι νόμιμοι πεινασμένοι ζητούσαν να τους δώσουν όσα τους αξίζανε, ζητούσαν να τους κλέβουνε λιγότερο το κράτος και οι έμποροι. Είχανε μπει ανάμεσά τους και οι συνήθεις ύποπτοι, οι αντεξουσιαστές, οι απόγονοι του Διογένη του κυνικού και τα είχαν σπάσει όλα. Η αστυνομία τούς πλάκωσε με δακρυγόνα και με χημικά. Τα μπαμ και μπουμ φοβίσανε τον κότσυφα και σταμάτησε προς στιγμή το κελάηδημά του. Οι γέροντες τα μάζεψαν και έφυγαν μάνι-μάνι για τα σπίτια τους κι οι μαθητές τραβήξανε κατά κει που ακουγόταν πως γινότανε η μάχη. Οι Ρωσίδες μάζεψαν κι αυτές τα μωρά και τρέξανε να τα κρύψουνε στα σπίτια των αφεντικών τους. Οι άνθρωποι όλοι άλλαξαν διαμιάς συμπεριφορά. Χάθηκαν από το άλσος το ηλιόλουστο, κρύφτηκαν από τον Ήλιο που ίδια φώτιζε και την ειρήνη και τη μάχη . Παράτησαν  τη μυρωδιά του χώματος, που ίδια πάντως εκείνο συνέχισε και μύριζε και το απαλό αεράκι , που ίδια όπως πριν φυσούσε. Τα της φύσης όλα είχαν μείνει ίδια κι απαράλλαχτα μέσα στην ευδαιμονία της ηλιόλουστης ημέρας, πλην ανθρώπων. Ακόμα και ο κότσυφας , σαν ένιωσε ότι τα μπαμ και μπουμ δεν τον αφορούσαν, άρχισε πάλι το τραγούδι του, τον ύμνο προς το τίποτα με όλην την χαρά του. Μόνο οι άνθρωποι είχαν λακίσει από τη Φύση κι είχαν δοθεί ή είχαν παρθεί από τα μπαμ μπουμ και απ’ το μπαρούτι.
Ξαφνικά μία μεγάλη ομάδα νεαρών όρμισε μέσα στο άλσος τρέχοντας δαιμονισμένα. Πίσω τρέχανε δαιμονισμένα επίσης οι μονάδες καταστολής, οι ειδικοί φρουροί , κυνηγούσαν με μανία τους ανυπάκουους νεαρούς , που καίγαν πριν από λίγο τα μαγαζιά και τις Τράπεζες στη Λεωφόρο και στις διπλανές γειτονιές. Φτάσανε στο περίπτερο και λες και πέρασε μπουλντόζα το έριξαν κάτω, απλώθηκαν παντού τα εμπορεύματα και ο περιπτεράς το έβαλε στα πόδια, έτρεχε μαζί τους να σωθεί από τις μολότωφ των αντεξουσιαστών και από τα χημικά και τις σφαίρες που έριχναν οι εξουσιαστές από πίσω. Η όμορφη ηλιόλουστη μέρα είχε γίνει κόλαση δακρύων και καπνού κι ο τραγουδισταράς ο κότσυφας είχε φτάσει στην άλλη άκρη του άλσους.Nα κρυφτεί προσπαθούσε στην πιο δασωμένη περιοχή του.
Ο Χασάν σαν είδε το περίπτερο να γκρεμίζεται, τα εμπορεύματα να απλώνονται κατά γης και τον περιπτερά να φεύγει, οπού φύγει, φύγει, έτρεξε κι άρχισε να μαζεύει σοκολάτες και μπισκότα και κρουασάν και καραμέλες κι αναψυκτικά, κακός χαμός, αλλά στην αναμπουμπούλα έγινε ευτυχής  αυτός, είχε εξασφαλίσει δέκα μήνες καλοπέραση ο εξαθλιωμένος, έτσι σκέφτονταν όπως τα μάζευε τα πλιατσικολογήματα, να οι καλλίτερες μέρες έλεγε μέσα του, ω δόξα τον Αλλάχ και όλους τους αγίους της Ελλάδας. Αλλά εκεί πάνω που είχε πιάσει τα φαγώσιμα και την ευτυχία με τα χέρια του και που δόξαζε τους αγίους των Ελλήνων και κοίταζε κατά Ανατολή δακρυσμένος κι ευτυχής και είχε γεμάτες πάνω από είκοσι σακούλες με κρουασάν, μπισκότα, σοκολάτες, κριτσινάκια και τσιγάρα ακόμα και πορτοκαλάδες, φτάσανε δίπλα του οι δυνάμεις εξουσίας και καταστολής, τον  είδε ένας αψύς με τις σακούλες επί ώμου και προσβλήθηκε. Ακούς εκεί ο ξένος να μου τρώει την πατρίδα! «Μαύρος πλιατσικολόγος» είπε μέσα του και δίχως να το επεξεργαστεί με νου, μπαμ, παρόρμησε το εθνικόφρον κτήνος. Του έριξε μία βολίδα στο ψαχνό. Δεν χρειαζόταν άλλη.
Τι απίθανο που είναι το στιγμιαίο μέσα στην απεραντοσύνη του χρόνου και του χώρου και των πληγών της ζωής! Ένας άγνωστος δολοφόνος σκότωσε έναν άγνωστο ξένο εξαθλιωμένο εν μέσω του χάους της ηλιόλουστης μέρας. Και ύστερα όλοι προσπέρασαν και επήλθε ησυχία, τάξη και ασφάλεια και ο κόσμος ήταν πάλι ωραίος χωρίς τη φασαρία των ανθρώπων. Μ’ ένα σκοτωμό, επήλθε ισορροπία στο χάος; Τι να πεις;
Ακούστηκαν σειρήνες ύστερα και ήρθε ασθενοφόρο. Τον βρήκανε μπροστά στην παράνομη στέγη του, δίπλα στις κρύες λαμαρίνες, μέσα σε μια λακκούβα που είχε κρατήσει  το βρόχινο νερό των προηγούμενων ημερών, νερό ζεστό από τον Ήλιο της ημέρας κι από το αίμα όλο του Χασάν, που είχε σμίξει, ένα είχε γίνει με το βρόχινο νερό μες στη λακκούβα. Οι σοκολάτες επέπλεαν κι αυτές μες στη λακκούβα των υδάτων, των αιμάτων, με αίμα είχαν βραχεί τα κρουασάν, δεν πρόλαβαν να γίνουνε τροφή για έναν παρανόμως πεινασμένο.
Όπως περνά η καταιγίδα, έτσι πέρασε κι η λαίλαπα αυτή, γοργά κατάστρεψε ο κεραυνός ό, τι βρέθηκε μπροστά του κι ύστερα ήλθε η ηρεμία. Στον τόπο εκεί επανήλθανε σε λίγο όλα στη προτέρα τους κατάσταση, πλην από το περίπτερο και ότι άλλο είχαν καταστρέψει οι άνομοι αναρχικοί και οι νομοθετημένοι μπάτσοι. Ο κότσυφας επανήλθε κι έκατσε ψηλά-ψηλά στην κορυφή του πιο ψηλού από τα δέντρα του άλσους. Ήρθε και ο περιπτεράς για να θρηνήσει όλο το βιος του. Μα όταν είδε μες στην λακκούβα των νερών και των αιμάτων τον Χασάν, πήγε και θρήνησε βαρύτερα εκεί, τον φίλο αυτόν το μελαψό, που όλο κι όλο ήξερε από αυτόν μόνο το όνομά του, αν ήτανε κι αυτό αληθινό. Στην Ελλάδα ένας Αλβανός θρηνούσε έναν Άραβα. Παράξενο , αλλά συνέβη εκείνη την ώρα, εκείνη την εξαίσια στιγμή μέσα στ’ απέραντο του χρόνου και του χώρου και των πληγών της ζωής.
- Γιατί; Γιατί αυτόν τον φτωχούλη του Θεού; είπε κι από τους τρεις του ασθενοφόρου που ήταν εκεί κανείς δεν του απάντησε. Σάμπως και ξέραν τι να απαντήσουν. Μέσα στο χάος των ερωτημάτων της ζωής, τέτοιου είδους ερωτήματα κανείς δεν ξέρει πώς να τα απαντήσει.
«Ο πιο αναρχικός από όλους είναι ο Θεός», είπε μετά ο περιπτεράς και έκατσε σε ένα σκαμπό σπασμένο να κοιτά με απορία τα ερείπιά του από τη μια, τα ερείπια του άγνωστου Χασάν από την άλλη.
Είχε ξεκινήσει τόσο λαμπρή αυτή η Πέμπτη ημέρα του Φεβρουαρίου, που κανείς δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί ότι αρκετά πριν από το τέλος της, θα ‘ρχόταν ένας επίλογος τόσο άσχημος, τόσο καταραμένος, τόσο αιματηρός.
Έφεραν το ασθενοφόρο και το πάρκαραν κάθετα στο πτώμα του Χασάν.  Ο περιπτεράς σηκώθηκε από το σκαμπό και πήγε κοντά στο γιατρό που έκλεινε τα μάτια του Άραβα.
«Πάρτε με και μένα μαζί σας, σας παρακαλώ» του είπε, «είμαι άρρωστος πολύ».
« Άρρωστος κόσμος, πολύς άρρωστος κόσμος», είπε ο οδηγός του ασθενοφόρου. Έπιασε ύστερα το Χασάν από τα πόδια και ο νοσοκόμος τον έπιασε από τις μασχάλες, πούπουλο ήταν, τον σήκωσαν και τον εναπόθεσαν στο φορείο. Τον έβαλαν οριζόντιο μέσα στο ασθενοφόρο. Ο περιπτεράς πήγε να μπει κι αυτός, μα ο γιατρός τον εμπόδισε.
-       Όχι εσείς, όχι, εσείς είστε μια χαρά, του είπε.
-       Είσαι μια χαρά που είσαι ζωντανός, είπε και ο τραυματιοφορέας και τον έσπρωξε μακριά.
-       Λάθος κάνετε , είμαι άρρωστος, άρρωστος βαριά, είπε ο περιπτεράς, λάθος κάνετε, λάθος, φώναζε και το έβαλε στα πόδια.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ που να κατέληξε, πάντως αυτά τα τελευταία του βήματα, δεν ήταν βήματα ανθρώπου που έχει σώας τας φρένας.
«Άρρωστος κόσμος, πολύς άρρωστος κόσμος» είπε πάλι ο οδηγός του ασθενοφόρου και έβαλε μπρος τη μηχανή. Μαρσάρισε. Έφυγαν προς το νεκροτομείο των αζήτητων πτωμάτων.
Μες στη λακκούβα του αίματος έμεινε ένα αποτύπωμα φτηνής ζωής μαζί  με το ένα παπούτσι του Χασάν , που έφυγε απ’ το πόδι του λίγο πριν φύγει η ψυχή απ’ το κορμί του. Στο παγκάκι επέστρεψε και έκατσε ο άνεργος και κάπνιζε ξανά και έβηχε και κοίταζε τα λίγα άσπρα σύγνεφα ψηλά στον ουρανό.
Ήρθαν και κάποιοι άλλοι γέροι κι έκατσαν εδώ κι έπιασαν την κουβέντα. Σκυθρωποί κουβέντιαζαν για την καταστροφή κι αναθεμάτιζαν τα νιάτα που την κάνουν. Οι δυστυχείς, δεν είχανε κατανοήσει τι είναι η καταστροφή και πως ο θάνατος σ’ αυτούς κυρίως ανήκει.
Ο καλλικέλαδος μαύρος κότσυφας με την κίτρινη μύτη, τουρλάροντας  στην κορυφή του πιο ψηλού δέντρου, έψελνε ξανάμανα απ’ αρχής  τον ύμνο της χαράς, μια μετάφραση στη γλώσσα του, τού ύμνου του τίποτα, να πούμε. Αλλά το άλσος ήταν τρομαγμένο τώρα πια. Και  από ζωή , λίγη του είχε απομείνει ανθρωπίσια. Κανείς δεν απολάμβανε τον ύμνο αυτό του τίποτα, πλην από τον τραγουδιστή του.
Στην καρδιά του άλσους αστραποβολούσε πάντως , κάτω από τις υπέρλαμπρες απογευματινές ακτίνες του Ήλιου μας, αστραποβολούσε σε αντανάκλαση των ρόδινων αχτίνων του φωτός τού Ήλιου του βασιλεύοντος  μία λακκούβα γεμάτη με κόκκινο υγρό, κάτι σαν κοκτέιλ βρόχινου νερού με αίμα και με χώμα. Ίσαμε αύριο θα το έπινε η γη , ελπίζαμε, χιλιάδες έχει πιεί τέτοια κοκτέιλ μες στους αιώνες. Κι αν το κοκτέιλ δεν το έπινε αυτή, θα το εξάτμιζε ο Ήλιος, κάποιος πάντα σβήνει τα σημάδια.
Από δω κι από κει στις γειτονιές απλωμένοι οι επαναστάτες και οι εξουσιαστές είχαν εκσπερματώσει πια και είχαν ηρεμήσει μετά τον οργασμό.  Όλες οι εκδηλώσεις της ζωής, πράξεις ερώτων είναι. Χαϊδέματα, φιλήματα, ύστερα πάθος, πάλη, η κορύφωση μετά, τα δακρυγόνα, οι σπασμοί και σκοτωμός, ανάλογα το πάθος κι ύστερα μια γαλήνη άπειρα γλυκιά, αδυναμία των μελών να κινηθούν, ένα τσιγάρο μόνο πάνω στην παχιά φλοκάτη και τα κορμιά να ξεϊδρώνουν. Να ξεφλογίζουν οι ψυχές και να κυλούν ξανά οι μέρες και οι ώρες όπως πρώτα. Με μόνη συνέπεια καμιά φορά το θάνατο ενός από αδέσποτα πυρά ή τη γέννηση ενός άλλου από αδέσποτο σπέρμα. Το αδέσποτο τυχαίο κυβερνά, να ποιος τη ζωή μας, ποιος την κυβερνά!!!
Στην καρότσα του ασθενοφόρου, που έτρεχε στη Λεωφόρο χωρίς να χρησιμοποιεί τη σειρήνα του πια, κοιμόταν ο λαθρομετανάστης που πιθανόν λεγότανε Χασάν κι έβλεπε στον ύπνο του καλλίτερες μέρες και λόφους από πιλάφια και χαλιά περσικά και αρώματα παραδείσια μύριζε και άλλα πολλά θεσπέσια ονειρευότανε μες στο βαθύ του ύπνο του θανάτου, του θεραπευτή, του βαλσαμιστή των πληγών και των πόνων της ζωής μας.
Ονειρευότανε κι όλους τους αγαπημένους του, όλους τους δικούς του κάτω στο Αφγανιστάν να είναι όλοι τους πολύ ευτυχισμένοι!!!
Τον ξεφορτώσανε στ΄ αζήτητα μετά. Ο οδηγός τ’ ασθενοφόρου κοίταζε  το νοσοκόμο, που τον είχε πειράξει η βρωμιά των δακρυγόνων και των χημικών και είχε γύρει δίπλα σε ένα άλλο ασθενοφόρο και ξερνούσε.
« Άρρωστος κόσμος, όλοι άρρωστοι είμαστε» είπε και καβάλησε ξανά το ασθενοφόρο και μαρσάρισε κι έφυγε για νέα αποστολή. Άραγε ποιος θα ήταν ο επόμενος που θα κουβαλούσε;
Ο μαύρος κότσυφας σταμάτησε να κελαηδά προσωρινά και έπιασε να βασανίζει το μυαλό του με ερωτηματικά. «Τι διάολο το θέλουν το δικαστήριο στη Χάγη κι εκείνο  κατά των εγκληματιών πολέμου και το άλλο , των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τι διάολο τα θέλουν, αφού είναι ούτως ή άλλως κτήνη και εχθροί ο ένας του άλλου και καλοί ποτέ δεν πρόκειται να γίνουν, ε.., τι στο διάολο τα θέλουν; Για να κάνουνε τους έξυπνους οι άνθρωποι το κάνουν;».
 Λογικά ερωτήματα μέσα στο άλογο χάος. Δικαστήριο της Χάγης! Μα τους εγκληματίες Ειρήνης ποιος θα τους δικάσει; Βλαστήμησε και έφτυσε ο κότσυφας κι ύστερα άρχισε ξανά , όλο κέφι,  τον ύμνο του τίποτα στην γλώσσα του να ψέλνει, άρχισε πάλι ο μαύρος κότσυφας να αηδονολαλεί μέσα στην άπλετη ομορφιά της άγριας Φύσης. Κι η λακκούβα με το αίμα και το χώμα και το βρόχινο νερό στέγνωσε γοργά. Σαν τις μνήμες μας.


Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή διηγημάτων μου με τίτλο
ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΕ ΤΑΦΟΥΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Όχι, δεν κλαίω

Γιώργη Π. Δρυμωνιάτη

Όχι…δεν κλαίω.

στη μνήμη ενός έρωτα ιερού.

Ποίημα

 Εκδόσεις ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ
Κύθηρα, 2015


Έφυγες, μα δεν απωλέσθης.
Κι εγώ
θα  διακόψω τον ερχομό τού  μέλλοντος
για να σε έχω πάντα μαζί μου.
-.-
 Κάθε φορά που θα έρχεται
το χάδι του ανέμου από τα μέρη της θάλασσας,
κουβαλώντας στην αναπνοή μου
το βουητό από τους βυθούς,
-θυμάσαι πόσο αγαπούσες  τη βουή των σπλάχνων;-
κάθε φορά, εγώ,
ξέρεις εσύ εκεί στους ασφόδελους που κρύβεσαι,
όχι όχι ποτέ δεν θα κλαίω,
δεν σε έχασα,
ποτέ δεν θα κλαίω,
στο λέω,
στο είχα πει και τότε που πέταξες - θυμάσαι;-
κάθε φορά εγώ θα σου χαμογελώ.
Θα κουβεντιάζω στις πέτρες
που ξάπλωσαν τα όνειρα τότε
και πάθιασαν
και πέτρωσαν
και στους σκαρμούς θα κουβεντιάζω,
που τρίζανε καθώς έσερνες το κουπί
στα νερά μας.
Θα κουβεντιάζω και στις σκιές που φοβόσουν τις νύχτες,
πριν γίνεις σκιά.
Στα μονοπάτια των ποδαριών σου θα τρέχω,
εκεί που σκόνταφτες όταν έπεφτες στα χέρια μου,
-θυμάσαι;-
στα τρυφερά χνάρια των αναμνήσεων θα μιλώ
για τις ξάστερες νύχτες μας,
μα όχι όχι δεν θα κλαίω,
αφού στο είχα υποσχεθεί .
-.-
 Χαμόγελο της πρόσκαιρης Άνοιξης
σε λέω
κι όχι, δεν θα κλαίω μες στα εαρινά
των τριζονιών τραγούδια.
Κάθε φορά που το άλλο χάδι,
από τον Άδη, θα έρχεται
πάνω στης λύπης μου την εικόνα
να εναποθέσει
της μορφής σου το λίκνισμα,
εγώ, όχι όχι δεν θα κλαίω,
δεν σε έχασα,
μα θα μιλώ στην αφή που άφησες
πάνω στα σεντόνια μας,
στην υφή των αρωμάτων
που σκόρπαγες πριν τον έρωτα,
-θυμάσαι;-
θα τους μιλώ για σένα
που ο αμίλητος χρόνος, αχ
και τι να τους πω;
αλλά όχι όχι δεν θα κλαίω,
αφού η υπόσχεση ήταν όρκος
στο τελευταίο μας φίλημα,
καθώς η ανάσα σου χανόταν
κι έμενε ορφανή η αναπνοή μου.
Όχι  η αγάπη μου
δεν έμεινε ορφανή,
γιατί εσύ δεν πέθανες μες στην ψυχή μου.
-.-
 Μου είχες πει στη στερνή μας στροφή:
«Μύρισέ με». Μου είχες πει απλά
-θυμάσαι;-
κι εγώ ασφάλισα την όσφρηση του μέλλοντος.
Θάνατο μύρισα πάνω στα μύρα σου,
μα όχι της αγάπης,
αφού εκεί στα σκοτεινά που ξανοίχτηκες,
στο είχα υποσχεθεί, νεκρή δεν θα είσαι.
Νεκρός δεν θα είμαι.
Κι αν σκοτεινός μπρος στη μοίρα θα είμαι,
χωρίς εσένα που ήσουν το φως.
Μα φωτεινός μπροστά στο τώρα θα είμαι,
μαζί με σένα που φως έμεινες.
-.-
 Εκεί τώρα σε κρατώ μέσα στο ρο του ονείρου,
μέσα στο πι του παντός.
Στο ο το μέγα με το χι το μικρό θέση δεν δίνω όμως.
Ωχ δεν θα πω, όσο σε αγαπώ.
Αδιαφορώ για των θεών τις βουλές
αφού μπορώ και σε κρατώ στα ανθρώπινα.
Με ωχ δεν θα ικανοποιήσω την επιθυμία τους
για υποταγή. Στ’ αναστάσιμα μέρη
της νεκρής μου καρδιάς σε κρατώ, επιτάφιο φως,
οδύνη μου  και χαρά μου.
Σκεπασμένη με τις ηδονικές αναταραχές της μνήμης μου
θα σε κρατώ ζώσα
κι αν άλλος κυβερνά τις ζωές μας,
εγώ τον ύπνο σου κυβερνώ,
βαθιά μέσα στο σώμα μου που πλανιέται
κι αρνιέται να δεχθεί του πεπρωμένου τον ερχομό.
Στης μεγάλης απροσδιοριστίας τον ουρανό,
αόριστος κι εγώ εκεί πετώ, μα στο τυχαίο δεν υποτάσσομαι, όσο σε αγαπώ.
-.-
 Ματαιώθηκε ο πόνος στα κλειστά σου μάτια.
Αναβλήθηκε ο ερχόμενος και ο περασμένος διεκόπη.
Είσαι  η κοιμωμένη μου κι είμαι  ο Χαλεπάς σου,
μα δεν είσαι από μάρμαρο κι ας έχεις πια
τόσην κρυάδα στο κορμί σου. Τα χέρια μου
του έχουν κλέψει το λάφυρο του θανάτου
και σε ζεσταίνουν, όχι για ν’ αναστηθείς,
μα μόνο από αγάπη ατέρμονη,
καν νεκρή, ως οι άλλοι νομίζουν.
Άθυρο  μνήμα η ψυχή μου , εκεί ετάφης,
εκεί  πελεκώ το χρόνο
και τον γδέρνω με τα νύχια μου.
Μπορεί να απουσιάζει η ύπαρξη,
μα ποιος μπορεί να πει
πως η ανυπαρξία δεν αγαπιέται;
Κι εγώ, εσένα που δεν υπάρχεις αλλού,
σε λατρεύω ένδον μου, έρωτά μου.
Κάπου υπάρχει πάντα τ’ ανύπαρκτο. Έτσι κι εσύ.
Στο μέσα μου έρεβος  δεσπόζει το φως σου,
μετέωρο όνειρο, ψυχή μου ενεστώσα.
Τελετουργώ εις το όνομα της αιώνιας μορφής σου.
Ναός σου το σώμα μου, Αγία Αγάπη.
-.- 
 Πόσοι Μάηδες αρνηθήκανε τη ζωή σου!
Μα εγώ θα σου χτίζω Άνοιξες
στα περιβόλια των ουρανών
για να έχεις τους ανθούς που σου λείψανε,
να έχεις των αγοριών τις ματιές ξανά,
που τρόμαζα μη σε κλέψουν.
Πού να ήξερα ποιος είναι ο κλέφτης,
ο κλέφτης, ο κλέφτης  των κλεφτών,
μα δεν κλαίω,
όχι δεν κλαίω, καθώς στις ουρανότοπες στροφές τριγυρνώ.
Αγκαλιάζω την κοφτερή σου σκιά
να μου κόψει το αίμα,
να ποτίσω τις Άνοιξες για χάρη σου.
Κανείς δεν θα με κάνει να κλάψω,
αφού εσύ δεν το θέλησες.
-.-
 Στο Ηλιατόριό μας τώρα μόνος διαβιώ
θεραπεύοντας θλίψες.
Κι όσο μεγάλο το σύμπαν,
τόσος κι εγώ γίνομαι κάθε φορά
που η αγάπη σου διαστέλλει την ψυχή μου
στον μικρόκοσμο τούτον που ζω.
Κι όχι, δεν κλαίω δεν κλαίω,
όνειρο εαρινό!
Βυθίζομαι μόνο στο χώμα που και που,
στο χώμα που σου απήγαγε το σώμα
και μες στο κενό
του κλέβω πάλι την ηχώ.
Σ’ αγροικώ, ψυχή μου, μες στην ψυχή μου.
Σ’ αγροικώ, εαρινό μου κεραύνωμα.
Στο σύμπαν αυτό
που οι θεοί δεν αδικούν τους κακούς
κι οι δαίμονες πάντα τους δικαιώνουν,
πρέπει ν’ αντέξουμε το κακό , αγάπη μου.
-.-
 Στις αμυγδαλιές το Φλεβάρη σε στεφάνωνα
και ζήλευαν οι πασχαλιές,
ώσπου τον Αύγουστο στην αλμύρα βουτούσαμε
και στολιζόσουν με την ορμή τη θάλασσας
και οπλιζόμουν με τη δύναμη των νερών.
Μακρινός ο βυθός
που κρεμόταν στα πόδια μας,
ποιος να πιστέψει πως  ορέγονταν
την ωραιότητά μας;
Και στα κιτρινόφυλλα το Φθινόπωρο
και στα μανουσάκια τον Δεκέμβρη
και που δεν σ’ αγάπησα!
Ερατεινός ο ουρανός του προσώπου σου
ανείπωτα πιο όμορφος από τ’ άστρα
κι η ευέραστη θάλασσα ζηλόφθονη
που εσένα αγάπησα πιότερο.
Εϊ αμυγδαλιές και πασχαλιές κι αλμύρες
και κιτρινόφυλλα νεκρά
και του Δεκέμβρη μας εσείς
μανούσια, λευκοφόρα,
δεν κλαίω για όσα χάθηκαν ,
δεν κλαίω για όσα καίνε.
Χαμογελώ στον ίσκιο της
κι όλο το πένθος σβήνει
καθώς μέσα στα σπλάχνα μου
άχρονη αγάπη σπαρταρά
κι η κοιμωμένη μέσα μου
χαμογελά κι Εκείνη.
-.-
 Παραμονή τ’ Αη-Γιαννιού,
γενέθλια δικά μου
κι είκοσι τρεις του Θεριστή,
 -θυμάσαι;-
στο περβόλι, κάτω από τη λεμονιά
που παράβγαινε σε αγιότητα τη φύση,
εκεί μέρες που ο Ήλιος
είχε σταθεί στην άκρη άκρη της εκλειπτικής
και μας κοίταζε με καυστική αγάπη,
εκεί πρωτοφιληθήκανε οι ψυχές μας
με χείλη σάρκινα.
Πηδήσαμε τις φωτιές και το ηφαίστειο της χαράς
τη μέρα εκείνη,
εκκολάψαμε τον έρωτα
στη θερμότητα του Ιούνη.
"Εσείς δεν θα πεθάνετε ποτέ"
τραγούδαγε στη λυγαριά
ένα αηδόνι, αχ αηδόνι,
ψέμα δεν είπες, πουλί της νιότης μας, ψέμα δεν είπες
κι εγώ δεν κλαίω,  αηδόνι της χαράς μου εκείνης,
δεν κλαίω,
χαμογελώ μπροστά στην ιχνηβατούσα ανάμνηση
του φιλιού, της φωτιάς, του ηφαιστείου της χαράς.
Αγάπη μου, ο έρωτας δεν πέθανε μαζί σου.
Νιώσε τον. Ολοζώντανος βαθιά μου μ’ ανταριάζει
τούτη την άδικη στιγμή
που στέκω αιωρούμενος
στης θλίψης το περβάζι.
Εικοσιτρείς. Ιούνιος. Σαράντα χρόνια τώρα.
-.-
 Τα μάνταλα στις πόρτες του τάφου
πόση ζωή;πόση;…πόσο κάλλος
μας  κλέψανε;
Αλλ’ η αγάπη που έμεινε έκταφη
τι είναι λοιπόν; Τι είναι;
Άκου με, κόσμε,
που νομίζεις ότι κλαίω,
καθώς ο γκιώνης μες στη νύχτα
μοιρολογάει τους θνητούς,
άκου με κόσμε,
η αγάπη θάνατο δεν έχει
και δεν κλαίω,
όσο ακόμα το μπορώ να λέω «την αγαπώ».
Τα μάνταλα στις πόρτες του τάφου
δεν έχουν δύναμη, δεν έχουν
και δεν μπορούν τον έρωτα
να θάψουν. Δεν μπορούν.
Γιατ’ είναι απ’ όλα πιο ισχυρή
η θέλησή μου εντός μου.
Κι εγώ την θέλω την νεκρή.
Ο τάφος και τα μάρμαρα
διόλου δεν μ’ εμποδίζουν.
Και αν στις συμπληγάδες της ζωής συνθλίβομαι,
μπορώ, μπορώ και αγαπώ την,
όχι την μνήμη τη θλιβή, μα την ωραίαν εκείνη.
-.-
 Ποιο ήταν το τραγούδι που σου ψιθύριζα
τις μετερώτιες εκείνες στιγμές μας;
 -θυμάσαι;-
«Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο».
Κι αφού με αγαπάς,
το ξέρω μετά βεβαιότητας  αυτό,
εγώ δεν θα ξυπνήσω πριν από σένα, όχι,
ποτέ ας μην ξυπνήσω, αγαπημένη.
Θα καρτερώ απ’ τον ύπνο
να θυμηθεί το νερό,
να πιω πριν ο κόσμος ξυπνήσει,
πριν εσύ, πριν όλα…
Πριν τη φυγή των αστεριών απ’ τα μάτια μου,
συ δεν θα φύγεις απ’ την ψυχή μου.
-.-
 Έλα να παίξουμε , λοιπόν, έρωτα με το θάνατο,
έλα,
απόψε που η ψυχή μου σε ποθεί
όπως στο πρώτο μας φιλί.
Α! Μη μου αρνηθείς της ψυχής το ψέμα!
Εσύ που ποτέ δεν αρνήθηκες
το χαμόγελο στα παιδιά με τις πληγές,
μη μου αρνηθείς το ωραίο ψέμα,
έλα…
Έλα να παίξουμε έρωτα με το θάνατο,
να τον νικήσουμε,
αγαπημένη των ματιών και της ψυχής μου,
να τον σκοτώσουμε τον κακό,
στη γωνία των ονείρων,
να υψώσουμε πάλι τον έρωτά μας
στα φεγγαρολημέρια μας.
Ας μας ζηλέψουν οι Θεοί την ώρα των ερώτων.
Θάνατο άλλον,
πιότερο κακό,
δεν έχουν να μας στείλουν.
-.-
 Έλα...
μού έμεινε η ψυχή σου στο περβάζι,
κοίτα με μες στα μάτια πάλι ,
κοίτα μ’, έρωτα, ω ψυχή!
όχι δεν κλαίω όχι,
μη βλέπεις υγρή τη φωτογραφία που βαστώ,
όχι…δεν κλαίω, το είχες ζητήσει
και στο είχα υποσχεθεί,
ούτε το φως δεν κλαίει για σένα, για μένα,
για εμάς.
Και το σκοτάδι δεν χαίρεται.
Δεν μας έσβησε.
Αδύναμο το σκοτάδι
μπρος στα πνεύματά μας.
Κι αν χάνεται συνήθως
ανάμεσα στους πολλούς το πολύ,
εγώ δεν σ’ έχασα, αγάπη μου.
Εδώ, χαμένος  ανάμεσα
στο σκοτεινό πλήθος
που δεν σε θυμάται,
εγώ
φωτίζομαι από σένα. Αέναα.
-.-
 Με τι χορεύαμε το μπάλο; Θυμάσαι;
Χα...όχι...ναι το θυμάσαι, όχι με τα πόδια μας.
Ίδια θα σε χορέψω κι απόψε
στ’ αερικό μας σπιτικό.
Μυστικό. Μυσταγωγία.
Θ’ αναβοσβήνουν στο πέλαγος
τα φώσφορα μες στη νύχτα
κι εμείς θα χορεύουμε πάλι,
όχι δεν κλαίω σου λέω,
εμείς θα χορεύουμε πάλι
ενάντια στη φθορά που σου άρπαξε το σώμα.
Θα λέω το όνομά σου με το μου το κτητικό από κοντά,
-δική μου είσαι, όχι του θανάτου-,
θα σε στροβιλίζω ξανά στην αιωνιότητά μου κι απόψε,
στο μπάλο ήσουνα και θα είσαι
η κορυφαία  αγάπη μου!
Ασώματος χορός είναι η ζωή μου τώρα,
που σε έχω μόνο σε σκιά.
Μήπως και τότε, αγάπη μου,
που τα χέρια μου κυκλωτικά σε σφίγγανε,
μήπως και τότε
ασώματος δεν ήταν ο χορός μας;
-.-
  Κι αν μας καθήλωσε μες στα πράγματα
το απραγματοποίητο όνειρο,
όχι, δεν θα κλαφτώ του Θεού να μου στείλει
κάτι άλλο, κάτι που δεν θα είσαι εσύ.
Όχι, δεν κλαίω.
Ας κλάψουν οι άγιοι για τις αμαρτίες τους,
εμείς ήμασταν άνθρωποι απλοί,
σαν σταφύλια δροσιάς στην έρημο.
Δύσκολος χρόνος ο νεκρός, αγάπη μου,
μα όταν ξέρεις ν’ αγαπάς,
ξέρεις και να μην κλαίς.
-.-
 Ήσουν μικρή ακόμα, πολύ μικρή
και με ρώταγες για να μάθεις
αυτά που δεν ήξερα.
Κι εγώ, που αναζητούσα στο βαθύ σου είναι
την αλήθεια μου, σου έλεγα ένα μόνο.
Σε αγαπώ αυτό μονάχα είχα να σου μάθω,
καθώς μέσα σ’ αυτό είχα συμπεριλάβει
όλου του κόσμου τη σοφία.
Μ’ άρεσε που ανοιγόκλεινες τα μάτια σου
και τρυποπέρναγε το φως στην ψυχή μου.
Μα βλέπεις, ήρθαν οι ώρες μετά
εκείνες οι μαβιές,
που αφαιρούν απ’ τ’ ανθρώπινα  τον άνθρωπο.
Άργησα, όμορφό μου, άργησα
να σου μάθω πλήρως την αγάπη,
συγχώρεσέ με, τον ζωντανό, συ η νεκρή μου,
συγχώρεσέ με αγάπη μου,
μα είμαι εδώ ακόμα κι εσύ εδώ,
δεν κλαίω σου λέω, είμαι εδώ
να σε διδάξω πως ένας θνητός ποτέ δεν πεθαίνει,
αν έρωτας ζήσει διακαώς μέσα του.
Κι εμείς, όχι, ούτε εσύ, ούτε εγώ
δεν πεθάναμε, όχι,
είμαστε πάντα ζωντανοί, αγαπημένη μου,
μέσα στο χάος  το μέγα,
μέσα στον έρωτα ζουν οι ψυχές μας  ετερόχρονα.
Εσύ στην αιωνιότητα, εγώ στη μηδαμινότητα,
ζούμε ο ένας για τον άλλον πάντα .
Στ’ ανακάτεμα της ζωής με το θάνατο,
αθάνατοι εμείς.
-.-
 Στιχάκια της νύχτας που δεν ξημέρωσε
θα σου τραγουδώ
στο φως που με παιδεύει.
Κι αν σκοτεινό με βλέπεις,
μη μου λυπηθείς.
Το όραμά σου όλο
βαθύτατα εντός μου
κυοφορεί έρωτα.
Ανιστορώ αγάπη
στα ίχνη της ψυχής.
Είμαι καλά, αγάπη μου,
όσο βαθιά μου ζεις.
-.-
 Ναι, γονατίζει ο χρόνος εκείνες τις στιγμές
που ο θάνατος χωρίζει τις δίδυμες ψυχές.
Αλλά οι ώρες, στων ρολογιών τις στροφές,
εμάς μας κράτησαν δεμένους με τα δευτερόλεπτα,
αγάπη μου,
με τα χέρια μας που ψηλαφούν
το εδώ μέσα στο αιώνιο,
το αιώνιο μέσα στο εδώ.
Ας κρατήσουμε το εκλεχτό απ’ το όλον
και απ’ το τίποτα.
Δεν τα μπορεί όλα κι ο θάνατος, μη νομίζεις,
δεν τα μπορεί
Για δες την άφθαρτη αγάπη μας και πες μου:
Μπορεί να μου στερήσει το άπειρο;
-.-
Πλήν από σένα,
μου πήρε και την πατρίδα ο θάνατος
τούτες τις άρρωστες μέρες.
Τυχεροί οι νεκροί, αγάπη μου,
όταν ο όλεθρος θερίζει τη γη μας.
Μα εγώ έχω πατρίδα μου τον έρωτα
στων Ολυμπίων θεοτήτων τα λημέρια,
έχω πατρίδα μου τον τάφο που σκέπασε
τον έρωτα δίπλα στη ζωή μου,
έχω ακόμα και πορεύομαι
και ρέω στα προς το ζην,
έχω πολλά αποθέματα φωτός στα σπλάχνα μου.
Όσο κι αν τα σκοτάδια
κυνηγάνε την ψυχή μου
ποτέ δεν θα σκοτεινιάσω μέσα μου.
Φανός θυέλλης η αγάπη εντός μου.
Άκου με δεν κλαίω
ούτε για την νεκρωμένη χώρα.
Όπως παλεύω με το θάνατό σου,
θα παλέψω και μ’ αυτούς τους ζωντανούς
που θάνατο σκορπίζουν στην πατρίδα.
Όχι, δεν κλαίω αγάπη μου,
συ μ’ έμαθες με το χαμόγελο να πολεμώ,
πολέμιος κάθε κακού του κόσμου.
Με το χαμόγελο νικώ
κι αυτόν το θάνατό μας.
-.-
 Σου έχω ψήσει αγκινάρες στη φωτιά,
-θυμάσαι εκείνη τη γεύση; πόσο σου άρεσε!-
να τις ξεφυλλίσουμε, φύλλο προς φύλλο,
όπως τότε, που ξεφυλλίζαμε
το βιβλίο με τα ποιήματά μου,
αχ, δεν πρόλαβαν όλα ν’ απαγγελθούν,
βιαζόταν ο χρόνος και ζήλευε,
-θυμάσαι;-
«μας ζηλεύει μου έλεγες,
Κρόνος που τρώει τα παιδιά του
ο κάθε μας θεός».
Μου άρεσαν τα χείλη σου
πασαλειμμένα από  λάδι κι από αλάτι.
Ήταν η γεύση σου
μία λαχτάρα , μία ζωή, ένα άπειρο.
Αν θες και κάτι πιο πολύ από μένα απόψε,
μην κουμπωθείς, αγάπη μου,
πίσω απ’ το τείχος του θανάτου.
Ζήτα μου όλα τα αζήτητά μου
και τ’ ακριβά που έκρυβα
στο σεντούκι των πόθων
και τ’ άλλα  τα μη
τα ίσως, τ’ απαγορευμένα
που είχα σκοπό να σου πω,
μη δειλιάσεις να μου πεις «σε θέλω»,
σκιά είμαι κι εγώ
κι οι σκιές μας αγαπιούνται
μέσα στο έρεβος, μάτια μου!
Ζήτα μου, πέρ’ από το θάνατο,
τη ζωή μου.
-.-
 Όχι, δεν κλαίω υπνωτισμένο μου όνειρο.
Έχω πυξίδα που μ’ οδηγεί στην Ασφοδελία.
Κοίτα με που έρχομαι συρτός. Μες στο σκοτάδι
των αναμνήσεων έρχομαι και σε προσκυνώ.
Το σταυρουδάκι κάτω απ’ το λαιμό σου τρέμει.
Ω, σώμα μου, ω, σώμα μου,
τρέμεις κι εσύ ,
αλαφιασμένο μες στο κυνηγητό της αγάπης
που σου έκλεψε ο Κύκλωπας θεός.
Με το ένα του μάτι να με κοιτάζει,
με το ένα του χείλι να μου γελάει σαρκαστικά.
Μα εγώ δεν έχω τέρατα βαθιά μου.
Έχω εσένα,
καντηλάκι που το λάδι του έρωτα
σού τρέφει φλόγα άσβηστη
στου μισεμού σου τα μέρη.
Εσένα, που άγριες φράουλες, σαν των χειλιών σου το πορφυρό, στολίζουν
μες στην ψυχή μου τον καθαρμό σου.
Μονολογώ έναν έρωτα μη θνητό.
Εις το όνομα της αιωνιότητας,
ποτέ δεν θα μου πεθάνεις!
Ποτέ, έρωτά μου, ανέσπερε!
-.-
Χαμήλωσε μέσα στη νύχτα ο Ουρανός
κι απαλοκάθισε στη στέγη
του αόρατου σπιτιού μας.
Θα το διασχίσω, του είπα,
το πέλαγος των στεναγμών,
όχι δεν κλαίω, μην νομίζεις,
αφού την ώρα εκείνη,
δευτερόλεπτα πριν από την αναχώρηση,
«Θέλω να μείνεις Ήλιος γελαστός,
δεν θέλω να κλάψεις για μένα», φώναξε
κι έσβησε.
Θα σεβαστώ την επιθυμία της αγάπης, Ουρανέ,
με όλες τις δυνάμεις της ψυχής
που μπορώ να επιστρατεύσω
εναντίον του οδυρμού.
Με το χαμόγελο θα θρηνήσω τον έρωτά μου.
Μ’ ακούτε εσείς οι γύρω γύρω
στα περίχωρα του κόσμου;
Δεν κλαίω, σας λέω.
Χαμογελώ μέσα στον τάφο των ονείρων,
αγκαλιασμένος με τον άλλον μου εαυτό.
Εκείνη είμ’ εγώ κι εγώ Εκείνη.
Τεθνηκότες; Ζωντανοί;
Κανείς από σας δεν ξέρει να το πει.
Μα ο άνεμος μου λέει:
«Ζείτε, πεθαμένοι ερωτευμένοι,
μες στο αιώνιο, το πολύ του φωτός ζείτε».
-.-
 Έτσι, ψυχή μου, έτσι.
Στο Ηλιατόριό μας θεραπεύω το νου,
στον Φεγγαρότοπό μας
μαστιγώνω τις θλίψες
κι όλων των ανομιών του κόσμου
τις αμαρτίες ξεπλένω στην υδράνη μας.
Δυνατός μες στο θάνατο ζω
εν μέσω των ανθρώπων,
χωρίς εσένα, μαζί με σένα,
στις ενάλιες συναντήσεις μας έξω,
έξω από των ανθρώπων τον οίκτο
κι απ’ των θεών το παραμιλητό.
Να με θυμάσαι στην κάθε στιγμή που σ’ αγάπησα,
που σε πλησίασα με την αφή της ανάσας,
ωραίος σαν ουρανός ανέφελος
που στη γαία του παραδίνεται.
Να με θυμάσαι.
Και να θυμάσαι πως σ’ αγαπώ.
Αλλιώς πώς θα ξεκάνουμε
την βαρβαρότητα της αιωνιότητας;
Αλλιώς πώς;
-.-
 Να μου φιλήσεις τη μάνα μου αν την δεις,
αύριο πρωί με την αυγή,
που  θα κρυφτείτε πάλι στο σκοτάδι.
Όχι δεν κλαίω , πες της, όχι.
Σε αγαπούσε άπλετα κι εκείνη,
-το θυμάσαι;-
και σου έλεγε:
«Αγαπάς το γιό μου;
Τη ζωή μου αγαπάς!»
Κι εσύ της γέλαγες , ίδια φεγγάρι
ολοπρόσωπο.
( Δες το! Είναι ολόγιομο κι απόψε
που οι θύμησες ήρθαν αστρόφεγγες
στου νου τον Ουρανό).
«Τον αγαπώ», της έλεγες
κι ήτανε όλ’ η θηλυκότητα του κόσμου εντός μου,
μέσ’ από σας, που δεν σας έχω πια,
παρά μονάχα στο απόν παρόν μου.
Να φιληθείτε, αν βρεθείτε κάπου εκεί
που είμαι κι εγώ, χωρίς να είμαι.
-.-
 Πέρασε η ώρα. Πάει μεσάνυχτα.
Το ξέρω…περιμένεις παραμύθι.
Ποιο θέλεις να σου πω, αγάπη μου;
Πώς να σε νανουρίσω;
Εκείνο που ήταν μια ευτυχία
που δεν χώραγε στων άστρων τις συνήθειες;
Ή τ’ άλλο με τους δώδεκα κακούς
που κλέψανε του αγοριού το θηλυκό του μέρος;
Ή μήπως θέλεις πάλι να σου πω
εκείνο εκεί με την κουτσή ανατολή
που χάθηκε μια νύχτα
μες στο βάρος των ανθρώπων;
Χμ θέλεις εκείνο τ’ άλλο
που ο πρίγκηπας τής έδωσε φιλί
και ξύπνησε….ναιιιιι!  Ξύπνησε
μέσα στο παραμύθι!
Πόσο φιλί μπορώ ακόμα ν’ αναλώσω
πριν τελειώσω;
Όσο μου μένει πάρ’ το αγάπη μου νεκρή.
Να σ’ αναστήσω δεν μπορώ,
μα να πετάξω ως τον Άδη να σε βρω  μπορώ.
Κι αν όλο το φιλί, όλης μου της ζωής,
αν χρειαστεί να σου το δώσω,
θα στο χαρίσω, αστεφάνωτή μου ορμή,
κι ίσως μπορέσω μες στο χάος να σ’ ανταμώσω.
Άκου με μέσα στη σιωπή.
Όχι, δεν κλαίω. Καινό κι ωραίο παραμύθι
τρυφερά σου λέω
μέσα στης νύχτας τούτης την κατάμαυρη οπή.
-.-
 Νύσταξες , όνειρό μου; Νύσταξες;
Έλα, εσύ που στον αιώνιο ύπνο αφέθηκες
με τα μαλλιά λυμένα,
έλα και γείρε στην μικρή
της ύπαρξής μου αγκάλη.
Αρνούμαι να χαρίσω τη χαρά
σ’ εκείνον που με καρχαρόδοντο δρεπάνι
θερίζει την ομορφιά του σύμπαντός μου,
αλωνίζει τη ζωή και ψίχουλα την κάνει.
Δεν λογαριάζω την ισχύ του δαίμονα-θεού,
πριν καν μηδενιστώ κι εγώ από εκείνον.
Φίλα με, δεν κλαίω…δεν κλαίω.
Στο Ιόνιο μόνο,
όταν θα  ρθει η ώρα να κοιμηθώ αξύπνητα,
μόνο τότε θα κλάψω,
βυθισμένος όλος μέσα στο νερό,
μέσα στην αθάνατη θάλασσα.
-.-
Ένας ο δρόμος.
Μ’ όποιαν ταχύτητα κι αν τρέξεις,
ένας κι ο προορισμός, αγάπη μου.
Βιάστηκες. Μα εκεί που είσαι
κάποτε θα φτάσω.
Από χαρά, χαρά μου, εκεί  θα κλάψουμε μαζί.
Μόνο μαζί το κλάμα μας αξίζει.
Κι εγώ εδώ, δεν κλαίω μοναχός.
Όχι, δεν κλαίω.
-.-
 Κοίτα με, αγάπη μου σκιά. Κοίτα τα μάτια μου.
Αφού ήταν όρκος η υπόσχεσή μου
στο τελευταίο μας φίλημα ,
καθώς η ανάσα σου χανόταν
κι έμενε ορφανή η αναπνοή μου,
όχι δεν κλαίω, πίστεψέ με , αγάπη μου.
Ενάντια στις συμφορές των θνητών
που θεοί και δαίμονες συνεργούν για να συμβούν,
όχι, δεν κλαίω αγαπημένη.
Ενάντια στις βουλές των ισχυρών,
κραταιός ως ο θάνατος εγώ,
όχι δεν κλαίω, δεν κλαίω.
Κοιμήσου ελαφρά πάνω στον άνεμο.
Χαμογέλα μου, πρόσωπο του φωτός μου
κι εγώ κρατώ τον όρκο μου,
στο λόγο μου, ψυχή μου.
-.-
 Θα σε προσέχω
σαν τα μάτια που έχω.
Για να σε θωρώ
στο μνήμα ερωτόμορφη.
Θα σε προσέχω,
σαν εικόνα άγια που έχω για να προσκυνώ.
Άμορφη και θαμπή σκιά με όμορφη μορφή,
αγάπη μου ...αγάπη μου σβησμένη στο σκοτάδι.
Μα, όχι δεν πενθώ ως οι συνήθεις.
Μέσα στην νύχτα ρέω, καταρρέω,
μα δεν κλαίω. Κοίτα με!
Απλά …τα μάτια μου
τα πήρ’ ένα ποτάμι πάλι απόψε.
Μα…
Όχι…δεν κλαίω…σου λέω,
στο είχα υποσχεθεί…
Απλά , τα μάτια μου
τα βρέχει μια βροχούλα πάλι απόψε,
καθώς στο σκότος μέσα, στην ευρεία μοναξιά
ψάχνω εκ νέου να σε βρω ,
να σε φιλήσω, να σου ζεφυρίσω
στην ψυχή σου την ανάσα μου,
να σιγοψιθυρίσω:
σε αγαπώ, απλά σε αγαπώ,
αιωνιότητά μου.
Όχι…δεν κλαίω …
Απλά τα μάτια μου τα πήρε μια βροχούλα πάλι απόψε.
-.-
Καληνύχτα Φως…σε αγαπώ.-

                                    

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης