ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Εξόφλησε







Σαν παίρνει το μαύρο της

χρώμα η μέρα

κι η θλίψη

κεντάει με θάνατο

την ψεσινή χαρά,

πρέπει να δυναμώσεις

με υπομονή

τα υγρά θεμέλια

της άλλης σου ύπαρξης.

Πρέπει ν’ αντέξεις,

φουκαρά.

Δακρυρροώντας

έτσι κι αλλιώς γεννήθηκες.

Εκείνο το πρώτο σου κλάμα,

σαν ανάβλυσες από την μήτρα,

ήταν η προεξόφληση των πόνων

της ζωής σου όλης.

Και τούτο, το τελευταίο σου δάκρυ,

εξαγιασμός

του κακού σου εαυτού ας είναι.

Εξόφλησε

σήμερα το χρέος σου στον πόνο.

Υπομονεύοντας, όσο μπορείς,
Σίσυφε.


Γιωργης Π.Δρυμωνιάτης
Από την ΕΦΤΑΖΥΜΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

ονειροδρομώντας






Ποιήτρια της ψυχής μου!!!!
Τρέμω από συγκίνηση....άφωνος ονειροδρομώ....
στο λόφο θέλεις ή στο πέλαγος...
που να κλείσω ευτυχία;
το τραπέζι της αγάπης σου παντού χωρεί......
γιατί έχω δακρύσει μωρέ;;;; ξέρεις εσύ γιατί έχω δακρύσει;;;;
μάλλον ο άνεμος των ονείρων στα μάτια μου, μάλλον......
ήθελα λέω την μέρα εκείνη να βρέχει,
δάκρυα, ιδρώτας και βροχή μαζί,
όταν θα βγάλεις το πέπλο σου και πέσεις ζωντανή,
ολοζώντανη, θερμή, μετέωρη στο χάος του εγώ μου.
Εγώ δεν θέλω και πολλά για να πεθάνω......
μ' ένα φιλί, με δυο ανάσες , με τρία χαμόγελα,
εκεί στη Γιούκαλη θα φυτέψω φτερά, θα φυτρώσω αητός,
θα σε πάρω ψηλά, θα κοιτάμε τον κόσμο,
ο κόσμος θα κοιτά, εμείς ουρανός,
οι άλλοι επίγειοι, εμείς συννεφάτοι, οι άλλοι σερνάμενοι...
εγώ δεν θέλω και πολλά για να πεθάνω απ' ευτυχία...
λίγο σάλιο, υγρασία στα χείλη σου..
...μπορεί και να μου φτάνει.....

ΓΙΩΡΓΗΣ. Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την  ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

έρως προς την Ερατώ

Με τις πάμπολλες ευχαριστίες μου στη Λυράνθη, την πρώτη φίλη που απέκτησα ιντερνετικά μέσα από αυτό το μπλογκ εδώ και κάποια χρόνια και που η φιλία της με τιμά διαρκώς










έρως προς την Ερατώ


....πάρε με Ερατώ των κυμάτων,

μαζί  σου στα πέλαγα πάρε με,

στους αφρούς των μεγάλων θαλασσών,

στης χαράς και στης θλίψης τα ωκεάνια

αεικίνητα βουνά, πάρε με Ερατώ,

να χορέψουμε,

λόγο το λόγο να ημερέψουμε  τις ψυχές,

τις αλήθειες της γλώσσας

πέρ’ απ΄τα φιλιά να γευτούμε,

να ψάλλουμε άφωνοι κάτω απ’ τον Ήλιο,

μέσα στο πούσι, αραχνοΰφαντη

ωδή να ψάλλουμε

για τα μάτια που λάμπουν

κι αγαπούν και χωνεύονται μες στο καμίνι

των πύρινων λόγων της σιωπής, αχ Ερατώ,

επί των αφρών των κυμάτων σου

έλα πάρε με , τη λύρα σου ν’ ακούσω μέσα

στη βουή των πολλών, ρίγος,

εγώ ο λίγος,

αχ και να γινόμουν εραστής σου Ερατώ,

ν’ αγκαλιαστούμε ασφυχτικά,

Ερατώ μου της ποίησης , Καλλιέπεια εσύ,

των παγανών μου ονείρων αγία,

των ειδώλων μου εσύ παναγία ψυχή,

μύρο στων ανθών τη φλεγμονή,

ν’ αγκαλιαστούμε τη νύχτα,


με αγχέμαχο πάθος να ενωθούμε,

έρωτας, ψυχή με ψυχή, ένα εγώ κι εσύ,

στην εράσμια πράξη δοτοί,

του σώματος και του πνεύματος μίξη,

ω Ερατώ, στου χάους την κοίτη,

στην φάτνη του εγώ, (έλεος, έλεος!)

να μου γεννήσεις κάλλος θέλω! 

ΓΙΩΡΓΗΣ Π.ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την  συλλογή
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΡΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Ο θάνατος του ερωτοκτόνου




...και περπατούσε όλη τη νύχτα

μέσα στο κόκκινο το σκοτάδι του

κι ερχόταν ο Άδης του

να ξενυχτήσει

δίπλα στο χάδι του

που αέρα θώπευε

και λάθρα άγγιζε

φεγγαρίσιου φωτός αφή.

Κι όσο κι αν σκόπευε

τον έρωτά του να ξαναβρεί,

κενό αναμόχλευε.

"Όταν σκοτώνεις κι αν μετανοιώνεις,

μην περιμένεις ν' αναστηθεί",

του έλεγε ο Γκιώνης

περί την λύπη του περιφερόμενος.

Με τα μεγάλα φωσφόρα μάτια του ,

τα ευφυή,

φονέα τον έβλεπε.

Εξ αμελείας;  Εν βρασμώ ψυχής;

Τι σημασία; Όμως φονέα.

Και του τραγούδαγε

'κείνο το κλάμα το υπερκόσμιο,

των Ερινύων το τραγικότατο μακρυκλάμα

που ο ακροτελεύτιος στίχος  του,

άτεγκτος, πρόσταζε κι έλεγε:

"Πνίξου χαμένε, ειδεχθή

ερωτοκτόνε εγωιστή.."



...και περπατούσε όλη τη νύχτα

μέσα στο κόκκινο το σκοτάδι του.

Στ' άλικο αίμα του έρωτά του

σιγοπνιγόταν,

κι ίσως ν΄αρέσκονταν

στο τέλος-τέλος που θα χαθεί.

Αργά μετανοιωμένος,

σιγά-σιγά χανόταν στο αίμα μέσα

του σφάγιου έρωτα,

 χωρίς το εγώ του καθόλου τώρα

να τον χειραγωγεί.

Εν βρογχοφόρα

ώρα νυκτός αξημέρωτης,

ο  ερωτοκτόνος εγωιστής,

δεν ξημερώθηκε, ο δυστυχής...

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την "Μόνος στην οδό Δρυμώνος"