ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Πρόσωπα των ερώτων




Κι επειδή ίσαμ' αύριο
μπορεί και να πεθάνω,
κρατήστε το γέλιο μου
ζωντανό στις απλώστρες σας,
ω, πρόσωπα των ερώτων!
Να το βλέπει ο Ήλιος
και τα μάτια σας
να το βλέπουν οι κόρες
και τ’ αγόρια σας
κι ας μην βλέπω πια φως εγώ
κι ας μην έχω το γέλιο σας
οδηγό μου πλέον στο διάστημα.
Μου αρκεί που γελάσαμε
ένα λεπτό μαζί.
Κι ήταν φως το παν γύρω μας.
Κι ήταν έρωτας 'κείνο
το πυρφόρο γέλιο μας.
Μου αρκεί η πρόσκαιρη,
η μικρή ωραία αιωνιότητα
της στιγμής εκείνης...
Η μεγάλη μου  έκρηξη
ένα γέλιο ήταν,
διαστελλόμενο ως το άπειρο,
μέσ' από τις ψυχές σας,
τις ερωτόμορφες.
Ευχαριστώ σας πρόσωπα
των ερώτων μου.
Ευχαριστώ σας Εικόνες μου.
Κρατήστε μου το γέλιο
στο στόμα σας.…κραταιό!

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την "Μόνος στην οδό Δρυμώνος"

διαγραφή χρέους



Γίναν τα αίματα
εμπορεύματα
ωϊ
και οι ψυχές
συναλλαγματικές
ωϊ
γίναν τα όνειρα
ομόλογα κουρεμένα
ωϊ
γίναν οι ευχές
μετοχές
ωϊ
γίναν τα πνεύματα
άυλοι τίτλοι,
ωϊ
γίναν οι ελπίδες
αξίες χρηματιστηριακές
ωϊ
Γίναν τα όντα
προϊόντα
ωϊ
γίναν νομίσματα οι χαρές
κι εσύ τι κάθεσαι και λες;
ωϊ
σιγά μη και μ’ αγάπησες
σιγά μη και μου δάκρυσες
ωϊ
κοινωνία εκδιδόμενη
ωϊ
ε!, συναλλασσόμενη μ’ εκατό
στην Τράπεζα των διακορευτών σου
ωϊ
κι έγιν’ ο έρωτας τόκος ψυχρός
και πανωτόκι ο πόνος.
ωϊ
πόρνη ζωή,
μου δίνεσαι επί χρήμασι μόνο
ωϊ
ψυχή μου τι δουλειά έχεις εδώ
τούτες τις άγριες μέρες;
ωϊ,ωϊ,
ψυχή μου, λέω,
τι δουλειά έχεις εσύ
στων άθλιων το φέρετρο….
ωϊ
διαγράφω το χρέος,
το από πού, το έως
ωϊ κόσμε, πνίγομαι…
μες στην ευρεία φυλακή
της πολιτείας  σας
τι να ζω..τι να ζω…
φεύγω στο βουνό,
ωϊ μάνα μου..
φεύγω στο βουνό,
πάω με τ' άγρια άλογα,
αληθώς να ζω...

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΜΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΔΡΥΜΩΝΟΣ

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

όταν ο έρως στη ζωή μας άρχει





…και πήραμε, που λες,  εκείνο το καράβι
με τα ολόλευκα πανιά,
να πάμε πέρα
προς του Ήλιου την απέραντη νησίδα
που σ’ αχτίνες κολυμπά.
Κι ήταν εκείνη στο τιμόνι
κι εγώ το χέρι της κρατούσα,
σ’ ένα ταξίδι που  ήμασταν μόνοι.
Δυο σώματα που ένας Θεός τα είχε δέσει
με τη χρυσή τού έρωτα καδένα
κι ήμουν εγώ γι’ αυτήν
κι αυτή για μένα
πάνω στο πλοίο της ζωής
που τράβαγε προς τα μεγάλα πάθη.
Ανήκουστα για τον ανθρώπων τα αυτιά
τα όμορφά μας λάθη.
Μα η Φύση τα ευλογούσε
και φυσούσε
τα ολόλευκα πανιά
και πλέαμε..και πλέαμε…
γελούσαμε και κλαίαμε
μέσα σε πέλαγος χαράς.
Κι ουδόλως το ρωτούσαμε
αν η νησίδα του Ήλιου υπάρχει.
Άλλωστε όλα υπάρχουν
σαν ο έρως στη ζωή μας άρχει…

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την "Μόνος στην οδό Δρυμώνος"






Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Χάιδεψε με μες στη νυχτα




Τα χέρια είναι οφθαλμοί νυκτός
και η αφή ματιά μες στο σκοτάδι.
Έλα και δώσε μου ένα χάδι
εσύ, αφίσα του φωτός,
που την καρδιά μου κουμαντάρεις.

Τ’ αστέρια είναι λίγα μάτια μου.
Έλα εσύ με την αφή. Χαλάσου.
Φέξε μου με τα δάχτυλά σου
εσύ , αστερομάτα μου,
που την καρδιά μου εξιτάρεις.

Η αγάπη είναι ο δρόμος του παντός.
Κι ο έρωτας φωτιά μες στην καρδιά μου.
Έλα συ σκλάβ’ Αρχόντισσά μου,
δέσου στο σώμα μου εντός.
συ που το νου μου αλαργάρεις.

Θα σου χαρίσω τα κομμάτια μου.
Κι απ’ το κορμί όλα στα δωρίζω
στο σώμα σου σαν τριγυρίζω.
Θα σε λατρέψω, μάτια μου,
εσέ που εντός μου ξεμπαρκάρεις.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την "Μόνος στην οδό Δρυμώνος"



Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Τις αστραπές σου θα μαζέψω



….και χάιδευε ο αγέρας τα μαλλάκια της
και φώτιζε την κώμη το φεγγάρι
και ΄κείνη έκρυβε στα χέρια τα ματάκια της
μην έρθει ο γερο-Ήλιος και τα πάρει…..
Δείξε μου, μάτια μου, τα μάτια σου.
Δεν τις φοβάμαι  'γω τις αστραπές του νου σου.
Να τις μαζέψω θέλω για να φτιάξω φως αλλόκοτο
από το φως του ουρανού σου

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Μιγαδική μονάδα





Ανατολές κοίταζε κι ηλιοβασιλέματα,
μοναχοδρομώντας στ’ άδηλο της ουσίας.
«Κατά βάση είμαι ακοινώνητος», έλεγε,
ο περιπλανώμενος ανά τους αέρηδες
και τις θύελλες κι ανά τ’ άνθη , τ’ άσπρα
και τις οξείες όλες της μοναξιάς.
Του άρεσε
να δείχνει το πρόσωπό του στη θάλασσα,
τα μάτια του στον Ήλιο,
τα ξυπόλητα πόδια του στο χώμα του ύπνου του.
Δεν ήθελε πολλά πολλά με τους πολλούς ανθρώπους.
Κι αλήθεια,
πως να συγκριθούν αυτοί με τους αέρηδες,
με τις θύελλες, με τις θάλασσες, με τον Ήλιο,
με τ’ άνθη τ’ άσπρα της μοναξιάς;
Στις λεπτομέρειες, οι άνθρωποι
χάνουν κατά κράτος, έλεγε. Δεν είναι άνθη, δεν είναι.
Ακανθόκηποι είναι οι κοινωνίες τους, έλεγε.
Κι αρέσκονταν η ύπαρξή του να ομοιάζει
ως ένα άγριο και απαλό μοναχικό λουλούδι.
Ανατολές που κοίταζε κι Ηλιοβασιλέματα
μοναχοδρομώντας στο ευτυχές,
αν κι ευτελές, -κατά τη γνώμη των πολλών-,
διάνυσμα του ενός.
Στα όρια τ’ ασύνορα
της πανταπανελεύθερης μιγαδικής μονάδας
τούτος πλανιότανε.
Ζωάκι όμορφο ανάμεσα στα ζώα της γης.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τη συλλογή "Μόνος στην οδό Δρυμώνος"

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Ομοιότης

Κοίταζα εκείνο το κίτρινο φύλλο
που ετοιμάζονταν να γκρεμιστεί
από το ύψος του Ήλιου
στο βάθος του χώματος.
Δεν είχε μάτια.
Αλλά πόσο μου έμοιαζε!!!
Πόσο!!!

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Με τον Ήλιο να δύει, με το φεγγάρι ν' ανατέλει, στου Λιμνιώνα τα μέρη









Από τη μια ο Ήλιος,
από την άλλη ο φέγγαρος
κι εγώ απένταρος,
αλλ' ευτυχής,
στην άκρη της Γης.
Στα βράχια του Λιμνιώνα
περιφερόταν
ο βράχος μου.
Κι ο Ήλιος .Κι ο Φέγγαρος.
Ο ένας ανατέλει,
ο άλλος βυθίζεται
και η μικρή καρδιά μου
ανακαινίζεται.
Κι η μακροερωμένη
 μπροστά μου βολοδέρνει,
σπάει στα βράχια της
τα τεμάχια της.
Καλόκαρδή μου θάλασσα,
πνίξε τους τούς καημούς μας
κι άνοιξε ουρανούς
μπροστά στο βλέμμα μας.
Τούτος ο τόπος είναι το αίμα μας,
εμφιαλωμένο στην ύπαρξη.
Αίμα βραχοπέλαγο, γλυκαλατισμένο!
Με κάλλος ποτισμένο.
Εϊ, Λιμνιώνα μου,
γαλήνη της αθώας αμαρτίας μου,
κράτα μου το μπαστούνι
της πορείας μου.
Να πελαγοδρομήσω
ο τυφλός στο φως.
Αχ, απαγωγέα μου,
αχ Λιμνιώνα μου!!
Δεν θέλω τίποτ' άλλο,
ούτ' άλλον έρωτα..μπορώ να πω....


ΓΙΩΡΓΗΣ Π.ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

Δεν σε φοβάμαι

Νάτος και πάλι ο Θάνατος
που με παραμονεύει.
Βρε αϊ χάσου από δω!!
Είμαι μικρός ακόμα.
Κι αν ράγισ' η καρδούλα μου,
την μπάλωσα μ' αγάπη
μονομερώς μα επιτυχώς
και δεν θα σταματήσει,
όσο κι αν συ, απαίσιε,
πρόωρα το γυρεύεις.
Το 'βαλα πείσμα, Θάνατε.
Ας ελιναι ραγισμένη.
Ας μου τη βγάλαν οι γιατροί
απάνω στο τραπέζι
και με νυστέρι' ας κέντησαν
τις πιθανότητές μου.
Εγώ, σε πείσμα σου, 'κατό
λέω να ζήσω χρόνια.
Κι ας με πονάει διαρκώς.
Κι η θλίψη ας την τρυπάει.
Δεν σε φοβάμαι, Θάνατε
κι ας με πονάει η καρδιά μου!

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
ΑΠό την ΕΦΤΑΖΥΜΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ