ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

προσευχή στην Αφροδίτη

…σε περιμένω ξανθή, γυμνή, αγαλματένια μου,
αστέρι του θρήνου, φυγή του ανέμου, πνοή,
κόρη του Ήλιου, μεγάλη μητέρα, φωτιά,
ουράνια δόξα, πηγή και πληγή των ονείρων,
ω εσύ παμμέγιστη Θεά Κυθηραία, Ουράνια Ιδέα,
Πάνδημη φλόγα, έλα απόψε να με βρεις στο κρεβάτι μου,
στην κοιτίδα της βαθιάς μοναξιάς μου, ω έλα!
Έλα ελπίδα και φέρε μαζί σου τα δώρα της σάρκας,
ανάσες, αγκάλες, ιδρώτες και στύση
κι απ’ της ψυχής τ’ ανθεστήρια φέρε χρυσάνθεμ’
αγάπης, λαχτάρα και πόθο και πάθος.
Απάνω στον ύπνο καν έλα και ξύπνα
την ύπαρξη όλη του λίγου εγώ μου, εσύ,
ν’ αρθώ, να φιλήσω, να σφίξω, να υμνήσω, βαθιά!
να χάσω το νου, να χαθώ σαν αχός στο σπασμό μου,
κι απάνω εκεί στην οξεία κλαγγή των κορμιών,
στον κορμό των ωρών που εφορμώ, στον αψύ οργασμό μου,
το φως και το σπέρμα να εκπέμψω νεκρός δυνατός
προς το μέλλον του κόσμου.
Ω εσύ, που είσαι τ’ όλον του σύμπαντος, μάνα,
του κόσμου που είσαι χαρά στιγμιαία,
συ , η μόνη του θανάτου εχθρός, ω ολβία οδός,
συ που είσαι της ζωής και του έρωτα λάγνα τροφός,
μην αργήσεις να ρθεις να με βρεις, ναι, εδώ,
φέρε γη, Αφροδίτη καλή φέρε γη, την πηγή
που ποθώ για να πιω και να μπω , να δοθώ,
Συ θεά που δοξάζεις τη ζωή με το κάλλος σου,
αν μου στείλεις απόψε τα μετάξια βοστρύχων,
των ωραίων γλουτών το βελούδο , τους μαστούς
που διψώ αν μου στείλεις, τα χείλη, τα μάτια, στον πόθο
αν μου στείλεις απόψε τους χυμούς απ’ τον κόλπο
που ποθώ ως να μπω , να δοθώ, να ενωθώ, να εκραγώ.
Ας μου στείλεις. Μη μ’ αφήσεις να ζω μισερός, μοναχός μου.
Σε λατρεύω, μα στείλε τον Έρωτα, μάτια υγρά,
στείλε αγάπη, η σάρκα, η ανάσα καυτή , αδημονούν,
ω θεά που εσύ κυβερνάς την ψυχή , την καρδιά, το μυαλό μου,
συ που ανάβεις το ηφαίστειο μέσα μου, δος μου,
ω θεά των θεών, Ουρανία και Πάνδημη εσύ,
δος μου τ’ άλλο μισό, δος μου ανάσταση τώρα, εδώ,
μη μ’ αφήνεις να ζω αμυδρώς, μοναχός, παγερός,
στείλε φως θηλυκό….σε λατρεύω θεά της σαρκός μου!

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή
"ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ"

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Γράμμα σε ένα ποίημα

Γράφω σ' εσένα που δεν σ' έγραψα ακόμα,
μα σ' έχω ήδη στην ψυχή μου θρονιασμένο
κι Εκείνην να ‘ρθει περιμένω,
να σε διαβάσει πριν γραφτείς.

Γράφω σ' ένα που δεν σ' έχω απαγγείλει,
παρά μονάχα στη σιωπή σε ψιθυρίζω
κι Εκείνη, αχ , και να ‘ρθει ελπίζω,
ύμνος βαθιά της να γεννείς.

Γράφω σ' εσένα που δεν είσαι από λόγια,
μα από χούμελη και ρόδο προπλασμένο.
Μ' Εκείνην -σαν θα ‘ρθει-, προσμένω
κι εσύ στα χείλη μου να ‘ρθεις.

Γράφω σ' εσένα, τελευταίο ποίημά μου,
ψυχοφτερούγισμα κρυφό και μυστικό μου,
άγραφτο και ανείπωτό μου,
που για Εκείνην θα γραφτείς

όταν θα ‘ρθει η ώρα για να εκλάμψεις. Τότε,
ως σιωπηλά θ' απαγγελθείς από το σώμα,
δος της και την ψυχή σου ακόμα,
γλύκανε, όσο γλυκαθείς.
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή
"ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ"

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010



Η Ἡ θάλασσα καὶ τὰ ποτάμια

Πῆγαν τὰ ποτάμια
παραπονεμένα
κι εἶπαν τῆς θαλάσσης:
Φέρνομε σ᾿ ἐσένα
ὅλα μας τὰ πλούτη,
ὅλη τη χαρά μας,
ὅλη τη ζωή μας,
ὅλα τὰ νερά μας.
Καὶ γιὰ πληρωμή μας
σὺ τί μᾶς χαρίζεις;
Παίρνεις τὰ νερά μας
καὶ μᾶς τ᾿ ἁρμυρίζεις!

Καὶ τοὺς εἶπ᾿ ἐκείνη:
Πῶς μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω;
Τὰ γλυκὰ νερά σας
πῶς νὰ τὰ φυλάξω;
Εἶμ᾿ ἀπὸ τὴ φύση
ἁρμυρὴ πλασμένη
Κι ἁρμυρὸ κοντά μου
κάθε τί θὰ γένει.
Τὰ παράπονά σας
πάνε στὰ χαμένα.
Θέτε τὸ καλὸ σάς;
φεύγετ᾿ ἀπὸ μένα.

Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)
πηγάδι η άβυσσος

στο γυαλιστερό πηγάδι
έπεσε και χάθηκε,
χάθηκε ο Ήλιος όλος
κι η φωτιά ωχράνθηκε
στο γυαλιστερό πηγάδι
του θολού του λογισμού
έσβησεν ο Ήλιος όλος
εκ κακού ‘πολογισμού
κι η ζωή μας, η κυρά μας
π’ έπλεκε τα όνειρά μας
και τα στόλιζε, πετράδι
κι έλαμπε μες στο σκοτάδι,
στο γυαλιστερό πηγάδι
του θολού του λογισμού,
εκ κακού ‘πολογισμού
έσβησ’ ένα βράδι.

Τώρα ποιος θα κλάψει πια
τ’ άλογα και τα παπιά
και τα άλλ’ υπάρχοντά μου
που δεν θα ‘χω πι’ αρχοντά μου!
Τώρα ποιος θα κλάψει πια
την χαμένη ανθρωπιά
οπού πριτς παράδεισος
και πηγάδι άβυσσος;

σαν τη Φύση ατιμάζεις,
τη θηλιά σου ετοιμάζεις.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή
"ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010


ΑΚΤΙΝΕΣ Π

Τις πήρα απ’ τα μάτια σου.
Ακτίνες π,
που διασπάσαν το άτομό μου
και μ’ έκαμαν ενέργεια
ποιητική.
Μετατρέψανε τη μάζα μου
σε όραμα
και το νου μου
σε έρωτα
και του πυρήνα μου τα πρωτόνια
των συναισθημάτων
σε έκρηξη τα οδήγησαν
δυοατομική.
Εγώ κι εσύ!
Πυρηνική ποιητική.
Οι δύο σε ένα.
Εμείς.
Σε σύντηξη ψυχών.
Σε έκρηξη μετά,
την ώρα του έρωτά μας.
Κι απ’ τα μάτια σου
να εκπέμπονται
όλ' ωραίες ακτίνες π,
ραδιοποιητικά ισότοπα,
μουσικοπυρηνικά κατάλοιπα,
στο χάος του νου
και της ψυχής διαχυμένα,
στο δέος του κορμιού
εμβαλωμένα.
Μέσω του σ’ αγαπώ
σε εμπλούτισα,
μέσω του σ’ αγαπώ
με ιόνισες
και τώρα, που με ποίηση
εμολύνθηκα,
ο θάνατος πέθανε,
ο φόβος δραπέτευσε,
κανείς πια στο δρόμο μου
φωτιές δεν θα σπείρει.
Ακτίνες π.
Τις πήρα απ’ τα μάτια σου
και αλλόκοτο έγινα
μανιτάρι ενέργειας,
που αντί να σκοτώνει,
σε ψυχές δίνει ώθηση
κι ουρανούς καθηλώνει!
Ακτίνες π,
της ποίησης,
απ’ τα μάτια σου τις πήρα
και έγινα έκρηξη.
Στων ποιημάτων το χωρόχρονο
αποσυμπιέστηκα όλως!

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή του
"ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ"

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

                                                η αλεπού καλόγρια

 
Σαν δεν είχε τι να φάει
μία αλεπού πονηρεμένη
αποφάσισε να πάει
και καλόγρια να γένει.

Τρεις κοκόροι που δεν έχουν
στο κεφάλι λίγη γνώση
την πιστεύουνε και τρέχουν
την ευχή της να τους δώσει.

Μπαίνουν μέσα στο κελί της
τους ξομολογά εκείνη
και κουνεί την κεφαλή της
και συγχώρηση τους δίνει.

Και χωρίς να χάσει ώρα
καθώς ήταν πεινασμένη
τους αρπάζει - κι είναι τώρα
και οι τρεις συγχωρεμένοι.

Και η αλεπού τους κλαίει,
τους μοιρολογά και λέει:
Έτσι την παθαίνουν όσοι
έχουνε κοκόρου γνώση!

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010



Κωστή Γεώργιου - Δροσίνη Γεώργιου


 

Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
και γέμισε από άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
και τα μαλλάκια της

Μα χιονισμένη σαν την είδα την τρελή
γλυκά τής μίλησα
Τής τίναξα τα άνθη από την κεφαλή
και την εφίλησα

Τρελή, να φέρεις στα μαλλιά σου το χιονιά
μη τόσο βιάζεσαι
ρθει μονάχη της θα να 'η βαρυχειμωνιά
δεν το στοχάζεσαι

Του κάκου όμως θα θυμάσαι τα παλιά
τα παιχνιδάκια σου
γριούλα με τα κάτασπρά σου τα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου