ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


-Παπά, μια κόρη αγάπησα
και μ' αγαπούσε σαν τρελή
μια μέρα την αγκάλιασα,
πήρα το πρώτο της φιλί.
Παπά τι συλλογάσαι;

-Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να` σαι.

-Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε
στην αγκαλιά μου ντροπαλή,
κι αμάρτησα κι αμάρτησε
όχι μονάχα με φιλί.
Παπά τι συλλογάσαι;

-Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να' σαι.

-Μια μέρα την παράτησα
την όμορφην αμαρτωλή
και δεν της ξαναζήτησα
μητ` αγκαλιά μήτε φιλί.
Παπά, τι συλλογάσαι;

-Δεν την αγάπησες πολύ,
καταραμένος να` σαι.

Ιωάννης Πολέμης

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Μικροδώρο


Θάθελα
να σου κάνω δώρο από ψυχής
ένα φιλί μου,
πρωτόφιλο, αλλοιώτικο φιλί,
που πέρ' από τα χείλη σου
και της ψυχής σου τ' απαλά
κι ευαίσθητα σημεία της χαράς
θάθελα ν'ακουμπήσει.

Θάθελα
τη μέρα της γιορτής,
κρυφά και μυστικά,
να σε φιλήσω ολικά
Κόρη των τραγουδιών μου!!!


Κι ενδιαμέσως,
μεταξύ τεσσάρων χαλαρά
κλειστών ματιών
και του ωραίου ρίγους,
ψιθυριστά να σου εκπέμψω
την ηχώ του εντός μου.

Θάθελα, στο γεννέσιό σου,
στη γιορτή σου, στη χαρά σου,
να σου κάνω δώρο
ένα μικρό χλωρό φιλί,
συσκευασμένο σ' ασημένιο
περιτύλιγμα ψυχής,
που δίχως λόγια,
"σ' αγαπώ"
εντός σου ν' αντηχήσει.......

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Ὁ ἀποχαιρετισμὸς τῆς Μάννας



Μισεύεις γιὰ τὴν ξενητιὰ καὶ μένω μοναχή μου
σύρε παιδί μου στὸ καλὸ καὶ σύρε στὴν εὐχή μου.
Τριανταφυλλένια ἡ στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οἱ δρόμοι,
γιὰ χάρη σου ν᾿ ἀνθοβολοῦν καὶ τὰ λιθάρια ἀκόμη.

Τὰ δάκρυά μου νὰ γεννοῦν διαμάντια σ᾿ ὅ,τι ἀγγίζεις
καὶ τὸ ποτήρι τῆς χαρᾶς ποτὲ νὰ μὴ στραγγίζεις.
Νὰ πίνεις καὶ νὰ ξεδιψᾶς καὶ νἆν᾿ αὐτὸ γεμάτο,
σὰ νἆσαι ἡ βρύση ἀπὸ ψηλὰ κι ἐσὺ νἆσαι ἀποκάτω.

Ἐκεῖ, παιδί μου, ποὺ θὰ πᾶς, στὰ μακρινὰ τὰ ξένα,
δίχτυα πολλὰ κι ὀξόβεργες θὰ στήσουνε γιὰ σένα.
Παιδί μου ἂν ἐμένανε πάψεις νὰ μὲ θυμᾶσαι,
μὲ δίχως βαρυγγόμηση συχωρεμένος νἆσαι.

Κι ἂν πάλι τὸ φτωχὸ καλύβι μας ντροπὴ σοῦ φέρνει,ὡστόσο
Καὶ πάλι θά ῾μαι πρόθυμη, συχώρεση νὰ δώσω.
Μ᾿ ἂν τὴν πατρίδα ἀπαρνηθεῖς ποὺ τὴ λατρεύουμε ὅλοι,
νἆσαι ἡ ζωή σου ὅπου κι ἂν πᾶς ἀγκάθια καὶ τριβόλοι.

Iωάννης Πολέμης

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011




Το πιο ακριβό μου συννεφόνειρο

...κι έλεγα.....
Αγάπη. Φόρτωσέ με ,
φόρτωσέ με μ' όνειρα.
Δώσε μου ώθηση
ιπτάμενος στα σύννεφα....
...ας το γελούν οι άλλοι....
Όνειρα στα σύννεφα!!!
Άϋλο όφελος ζωής!!!
Κι όταν θα ρθει να τα σκοτώσεις,
γκρέμισέ με από ψηλά...
Να σπαστεί το σύννεφο...
Με πάταγο να πέσω.
Όχι αθόρυβα στη λάσπη....
όχι σκουλήκι, όχι σκουλήκι,
....μη με αφήσεις να συρθώ ποτέ....
Το πιο ακριβό μου συννεφόνειρο,
 Αγάπη,
τούτο είναι...

ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ -ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
Από τη συλλογή
"ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΠΑΣΜΕΝΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ"

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Νερωμένο κρασί
(μεταγενέστερος τίτλος: Παραδειγματικόν, συλλογή: Τὸ παλιὸ βιολί)

Ὅ, τι κι᾿ ἂν εἶχε τόχασε, γυναῖκα, βιός, παιδιά του·
τίποτε δὲν τ᾿ ἀπόμεινε στερνὴ παρηγοριά.
Πέταξ᾿ ἡ ἔννοια ἀπὸ τὸ νοῦ κι᾿ ἡ ἐλπίδ᾿ ἀπ᾿ τὴν καρδιά του
κι ἡ ὑπομονὴ ἐμαρμάρωσε στὰ στήθη του βαριά.

Ὅπως τὰ λείψανα περνοῦν, περνάει ἀργὰ ὁ καιρός του
καὶ ζεῖ δίχως ὁ δύστυχος νὰ ξέρει τὸ γιατί.
Μὲς στὴν ταβέρνα ὁλημερὶς μὲ τὸ ποτήρι ἐμπρός του
τοῦ κάκου ἐκεῖ ἀνώφελα τὴ λησμονιὰ ζητεῖ.

«Καταραμένε κάπελα καὶ κλέφτη ταβερνιάρη,
τί τὸ νερώνεις τὸ κρασί, καὶ πίνω ἀπ᾿ τὸ ξανθό,
καὶ πίνω κι᾿ ἀπ᾿ τὸ κόκκινο κι᾿ ἀπὸ τὸ γιοματάρι
κι᾿ ἀπὸ τὸ σῶσμα τὸ τραχύ, πίνω καὶ δὲ μεθῶ;

Δὲν ᾖρθα γιὰ ξεφάντωμα, μήτε γιὰ πανηγύρι,
ᾖρθα νὰ βρῶ τὴ λησμονιὰ στὸ θάνατο κοντά!»
Κι᾿ ὁ κάπελας γεμίζοντας καὶ πάλι τὸ ποτήρι
μὲ θλιβερὸ περίγελο στὰ λόγια του ἁπαντᾷ:

«Τί φταίω ἐγὼ ἂν τὰ δάκρυα ποὺ ἀπελπισμένος χύνεις
πέφτουν μὲς στὸ ποτήρι σου, σταλαγματιὲς θολές,
καὶ τὸ νερώνουν τὸ κρασὶ κι᾿ ἀδύνατο τὸ πίνεις;
Τί φταίω ἐγὼ κι᾿ ἂν δὲ μεθᾷς, τί φταίω ἐγὼ κι᾿ ἂν κλαῖς;»

Ιωάννης Πολέμης

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011


Έτσι περνώ τις ώρες μου

Γιατί η φύση μ' έπλασε από φτερά ονείρου
κι από πηλό, ναι , δεν λέω, κι από πηλό,
μα κυρίως από άνεμο μ' έπλασε,
που τον ζύμωσε με υγρά ματιών
και με μικρές ακτινοβολίες σπινθήρων.
Ύστερα κύματα ψυχής μετέωρα στο φως.
Σταγόνες εκχυλίσματος σκέψης, άρωμα.
Επτά αισθήσεις για συναισθήματα.
Ρυθμό με το τικ-τακ του εντός μου ύμνου.
Και αίμα κόκκινο , καυτό, για χρώμα εικόνας.
Από τετοια μ' έπλασε μια νύχτα έρωτος
κι εραστής προσήλθα , ήδη εραστής
του ποικίλου ωραίου και
 -εραστής ερασιτέχνης πάντα,
αθώος ασήμαντος υποτεχνουργός
του αναβράζοντος θεοτικού μέρους μου-,
ορειβατώ στην ομορφιά,
ελπίζοντας πως δεν την καταστρέφω.
Έτσι περνώ τις μέρες μου.
Χορταίνω πάθος!!! Ζώντας τραγουδώντας!!!
Ως Τζίτζικας
φτωχός και ευτυχής!!!

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΟΥ ΔΕΥΤΕΡΑ


Καλημέρα συννεφάκι
π' ήρθες στο παράθυρο
να μου΄φέρεις τη Δευτέρα,
...της ανάγκης το χορό.

Καλημέρα αστεράκι
π' ήρθες στην αναφορά
να μου φέρεις τη Δευτέρα
αδειανή από χαρά.

Καλημέρα στεναχώρια
π' ήρθες άλλη μια φορά
να μου φέρεις μια Δευτέρα
με τσαλάκα τα φτερά!!!

Καλημέρα κι όνειρό μου,
όνειρο της Κυριακής
που στα δίχτυα της Δευτέρας
μπλέχτηκες κι αιμορραγείς...

Ποιηματάκια του
Γιώργη Π. Κασιμάτη - Δρυμωνιάτη
από τη συλλογή του
"ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ"

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΙΟΛΙ


Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι' απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ' αηδόνι τ' άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη
για να δει περήφανο τι πουλί ειν' αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιώνης τ' άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρ' απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθει ο δύστυχος πως ν` αναστενάζει.

Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι; τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

Ειμ` εγώ τ' απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.

Ιωάννης Πολέμης