ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009


Αθάνατοι νεκροί, 17.11.1973.


Πώς να γελάσομε και πώς να κλάψομε;
Γέλιο πια δεν έχομε στα χείλη μας,
δάκρυ δεν υπάρχει στα μάτια μας.
Κι οι νεκροί μας που είναι πεσμένοι στο χώμα;
Τι ύμνο και τι θρήνο να τους πούμε;
Εδώ λόγια πικρά, τραγούδια πένθιμα
δεν έχουμε. Εμείς μονάχα θα ορκιστούμε.
«Οι ψυχές σας δικές μας θα είναι , γενναίοι,
υπερασπιστές αντάξιοι της ελευθερίας.
Ο αγώνας μας τον αγώνα σας
πρώτιστο πρότυπο θα έχει, μέχρι τέλος».

Ήσασταν Ήλιοι σε μελανό στερέωμα.
Βασιλεύοντας απότομα, βιαστικά,
μας αφήνετε στην κρύα σκοτεινότητα μόνους,
με την ανάμνησή σας μόνο
και τη νοσταλγία των ζεστών σας αχτίνων,
ωραία αστέρια, νεκρά μας αδέρφια,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.

Τα κλειστά σας βλέφαρα κοιτάζω
και πίσω απ’ τα σβησμένα μάτια σας
ατενίζω την άνοιξη.
Έρχεται…νάτην…έρχεται!
Μας την φέρνετε μπροστά πηγαίνοντας εσείς,
χελιδόνια γοργόφτερα.
Αποδημήσατε με το βαρύ φθινόπωρο,
θα μας την φέρετε αύριο λουλουδιασμένη.
Καθισμένη στο άρμα του θριάμβου,
που το σέρνουν οι ωραίες σας ψυχές,
την βλέπω….νάτην … έρχεται, γενναίοι!

Πίσω από τα σφαλισμένα χείλη σας
φυλακισμένη η φωνή σας χάθηκε.
Στ’ αυτιά μας μένει ο ρόγχος
της τελευταίας σας πνοής,
να μας θυμίζει το θάνατο,
τ’ άριστο τίμημα της ελευθερίας , που τώρα
σεις μας τον διδάσκετε, αθάνατοι νεκροί,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.

Το αίμα σας , ποτάμι κατακόκκινο
επότισε τους δρόμους και τους έβαψε ανεξίτηλα,
που καμιά μπόρα δεν μπορεί να τους ξεβάψει.
Τώρα οι δρόμοι μας είναι πιο δύσκολοι,
μα εμπλουτισμένοι με υψηλά ιδανικά.
Θα τρέξουμε. Κάθε μας βήμα γοργά θα οδηγεί
κοντά σε σας ή στην ελευθερία.
Οι σφαίρες σε σας φέρανε το θάνατο
και σε μας το νόημα της ζωής,
τυλιγμένο στο πέπλο του ασταμάτητου αγώνα.

Τα κρύα χέρια σας δεν μας τρομάζουν
ούτε έτσι όπως είναι βουτηγμένα
στα αίματα. Θα τα φιλήσουμε.
Σιωπηλοί θα γευτούμε τη γλύκα των αιμάτων,
την αλμύρα του ιδρώτα σας.
Προπορεύσατε. Σας ακλουθούμε νεκροί μας ιεροί,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.

Κάτω απ’ τη ριγμένη καγκελόπορτα
σφαδάζει προσωρινά η ελευθερία,
ψυχορραγεί, πεθαίνει.
Ύστερα παίρνει δύναμη απ’ τα νεκρά κορμιά,
αναγεννιέται δυνατή ξανά,
φωλιάζει μέσα στις ψυχές μας,
σας δείχνει και «ομπρός» φωνάζει,
περήφανη που την τιμήσατε πολύ.
Μας λέει: « Οι ζωντανοί είστε η γη
και οι νεκροί, ο με φροντίδα διαλεγμένος σπόρος.
Σήμερα είναι η μέρα της σποράς.
Αύριο πρέπει μου καλούς καρπούς να απολαύσω!».

Χώμα που θα σκεπάσεις τα κορμιά τους,
δεν θα ντραπείς λοιπόν;
Πως θα μπορέσεις να τους κρύψεις,
να τους λιώσεις, αυτούς που σε πατούσαν
κι υποχωρούσες στα βαριά τους βήματα.
Εμείς σας σαβανώσαμε βαθιά μες στις ψυχές,
αθάνατοι νεκροί μας, νεκροί μας ιεροί,
παλικάρια στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από την μικρή ποιηματική μυθιστορία του
"ΡΟΤΑ ΠΡΟΣ ΔΡΑΓΟΝΑΡΕΣ"
(το ποίημα αυτό γράφτηκε στις 19.11.1973,
από τον δευτεροετή, τότε, φοιτητή της ΑΣΟΕΕ,
Αριστοκλή Καρσούρη,
κάτω από το βάρος των γεγονότων,
στα οποία συμμετείχε και υπό τους ήχους
πλέον των ερπυστριών των τανκς
και των κροταλισμών
των πολυβόλων βεβαίως.)