ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΓΝΩΣΤΑΚΗ

Μιλώ (Κώστας Καζάκος, Μαρία Φαραντούρη)


Αναγνωστάκης-Θεοδωράκης

Χάρης 1944


Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας.
Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα’ ρχότανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα.
Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε. Η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές,
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας.
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
λαχταρούσε, ξεχνώντας το δικό του κορμί, να χαρίσει στους άλλους μιαν άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί, να θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Μια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Χάρης»/
«Σκοτώθηκε»
ή κάτι τέτοιο.
Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα’ χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα.
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούργιας ζωής μας.
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει…
Δεν είμαστε όλοι μαζί: Δυο-τρεις ξενιτεύτηκαν,
Τράβηξ’ ο άλλος μακρυά, μ’ ένα φέρσιμο αόριστο, κι ο Χάρης σκοτώθηκε.
Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούργιοι – γεμίσαν οι δρόμοι.
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες.
Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια…
Αν, μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη,
ξεχώρισες, είν’ η δική του.
Ανάβει μικρές πυρκαγιές,
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές,
που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας.
Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος,
π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος,
που μας δείχνει σαν ήλιος τις χρυσές πολιτείες
που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην αλήθεια και στο αίθριο φως.