ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011


Καληνύχτα Ηλιοβελουδένια


Ήταν ένας γλάρος που πέρασε και είδε
μονάχη της
να κλαίει στο βράχο της.
... Σταγόνες ζωής τα δάκρυα
έσμιγαν με το νερό. Θάλασσα μπλάβη!
Ένας αγέρας, Ζέφυρος, λυπητερός,
«ο Ήλιος θα δύσει» , μουρμούρισε,
…της ξεχτένισε τα μαλλιά,
«απλή σε θέλει ο χρόνος τη νύχτα», της είπε
κι έπιασε κι έβαψε τα χείλη της με πορφυρό,
καθώς από το δάγκωμα τα είχε κόψει….
Ένας μικρός πετάλαγας πήδηξε κι έκατσε
στο στήθος της…
«φλογίσου απ’ την αγάπη σου
και κλάψε να ευφρανθείς», της είπε
κι έφυγε γι’ άλλο κλαρί να πάει να κάτσει…
Ω, να και τ’ αγριοκάτσικο
που πάει βράχο βράχο…θάλασσα να πιει.
Θα ξεδιψάσει με αλάτι και νερό , ζωή!
«Ε συ, μικρή και όμορφη
και Ηλιοβελουδένια,
πάρε το Ζέφυρο άλογο
και τράβα αλλού να βρεις», της φώναξε…
Ο γλάρος στροφάριζε πάνω απ’ τη θλίψη.
«Λευκό, λευκότερο κι από το φόρεμα του Ήλιου ,
το πέπλο σου
και των ματιών σου η φωτιά
πύρινη δρόσος έρωτος,
κάπου άλλού ζωή σε περιμένει,
μην απεμπολείς».
«Ω γλάρε! μη μου τραγουδάς
απόψε που πεθαίνω!!!»
του φώναξε θλιμμένη….
…κι έκλαιγε όπως πριν,
σταγόνες φωτιάς τα δάκρυα
έσμιγαν με τη θλίψη. Θάλασσα μαβιά!

Ήταν ηλιοβασίλεμα, στη δύση των καημών.
Ήταν έξω όλα όμορφα, το φως,
η γη, ο Ήλιος, το πέλαγος….
Ήτανε μέσα της νεκρά τα όνειρα
κι ο πόνος ραδιενεργός,
ο καπετάνιος χάθηκε στον ωκεανό!!
Ήτανε όλα ελλείποντα για της ψυχής της τη δίψα
και μίσησε τα νόστιμα της φύσης τ’ αναγκαία…
Ήταν έν’ ανακάτεμα, νους, ψυχή,
άμπωτις, πλημμυρίς…
Πριν καν τη ζήσει τη ζωή, την είχε μπαϊλντίσει….
Ο θάνατος της άρπαξε τον άντρα π’ αγαπούσε,
ας της αρπάξει τώρα πια και το λευκό της πέπλο….
Κρεμάστηκ’ από τ’ άπειρο..
Ποιο το σωστό; Ποιο λάθος;

Άνοιξε τα χεράκια της
και τάκανε φτερά.
Προς τον γκρεμό επέταξε,
στη θάλασσα επνίγει,
χάθηκε πριν αγαπηθεί,
πριν έρωτα χορτάσει.

Ο Ήλιος βυθιζότανε
κι όλα τριγύρω κλαίγαν.
Κι ο γλάρος κι ο πετάλαγας
και τ΄άγριο κατσίκι
κι ο Ζέφυρος κι η ολότητα
της φύσης και του πόντου,

όλα γι’ αυτήν εκλαίγανε
πούκοψε τον ιμάντα
και στους βυθούς των θαλασσών
θα κοιμηθεί για πάντα.

Όλα γι’ αυτήν εκλαίγανε
που στους βυθούς εχύθει
να βρει τον που αγάπησε
κι η γη της τον αρνήθει.

Όλα γι’ αυτήν εκλαίγανε,
τη θλίψη και την έγνοια
π’ έσβησε , καθώς σβήστηκε,
η Ηλιοβελουδένια……

Από τη μικροσυλλογή
"ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ"

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ