ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

'Άρρωστος κόσμος

Άρρωστος κόσμος

Διήγημα

Ήταν τόσο λαμπρή εκείνη η πέμπτη ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου, ημέρα Πέμπτη ήτανε κιόλας, όνομα και πράμα κι ήταν το άλσος τόσο χαρούμενο μέσα στον Ήλιο, εξαιρετικά χαρούμενο, μιας και είχε προηγηθεί μια ολόκληρη σχεδόν εβδομάδα αργής, συνεχούς, ποτιστικής βροχής. Ο Ήλιος από μόνος του είναι δολοφόνος. Όλα τα καίει , όλα τα στεγνώνει. Όμως μαζί με τη βροχή είναι οι μέγιστοι ευεργέτες, οι συνδημιουργοί της ζωής, είναι το τέλειο των συνδυασμών εντός του σύμπαντος, η τέλεια σύμπτωση. Αυτή καθευατή η ζωή είναι νερό και ηλιακή ενέργεια. Και αέρας για την ανάσα.
 Στο πεδίον του Άρεως ο κόσμος μυρμήγκιαζε.
Να εδώ. Γέροντες απόμαχοι της ζωής με στραβοφορεμένα τα κασκέτα τους, τριμμένα τα σακάκια στους σβέρκους, παπούτσια λερωμένα από τις λάσπες του άλσους. Αδύναμοι καταναλωτές μιας ανίσχυρης σύνταξης, πάμφτωχοι δηλαδή, απολάμβαναν όμως την δωρεάν εκ Θεού ευδαιμονία. Χαιρόντουσαν τον Ήλιο και τον αέρα, περπατώντας στο βρεγμένο έδαφος, χωρίς να πληρώνουν άμεσα ούτε ένα σεντς σε κανέναν. Χαιρόντουσαν δωρεάν. Η δωρεάν χαρά είναι η ακριβότερη μέσα στο σύμπαν.
Στο ξέφωτο, δίπλα από τα πανύψηλα δέντρα, υπό την ευωδία του λασπωμένου χώματος και των φύλλων που σάπιζαν, περιλουσμένοι από το υπέρλαμπρο του Ηλίου φως, κουβέντιαζαν αργοπερπατώντας. Κουβέντιαζαν με θέμα τους το τίποτα. Αλλά ήσαν αρκετά ευτυχείς διότι μπορούσαν ακόμη να κουβεντιάζουν, να απολαμβάνουν φως και να μη μισούν, ούτε να μισούνται πια  από κανέναν, σχεδόν ούτε να αγαπούν , ούτε και ν’ αγαπιούνται πλέον από κανέναν. Ζωές απαξιωμένες μεν, ξεχασμένες, ετοιμοπαράδοτες προς το άδηλο τέλος του θανάτου, υπερήφανες όμως και αξιοπρεπείς εν μέσω της ωραιότητας της φύσης. Ογδόντα πέντε χρόνων, αλλά ήσαν ευτυχείς , διότι αντάλλασαν λόγους. Διότι συνομιλούσαν, διότι αβασάνιστα άλλαζαν ανάξιες κουβέντες. Μα είναι ωραίες τελικά οι απλές, οι φτωχές κουβέντες. Σε κάνουν να είσαι ευτυχής, αδιάφορα ευτυχής, ενώ οι απόψεις , συνήθως, δυστυχισμένο σε κάνουν. Ευτυχώς, οι γέροντες δεν είχαν πλέον απόψεις. Αρκετά είχαν σπαταλήσει τη ζωή τους σε αυτές, που λίγα τους απέδωσαν εν τέλει.
Σε ένα παγκάκι πιο πέρα, τρεις ογδοντάχρονες γριές, αντάλλασαν κι αυτές κουβέντες. Απλές κουβέντες, χωρίς απόψεις. Οι γριές έμοιαζαν ευτυχισμένες επίσης, παρά το ότι ετοιμοπαράδοτες ήσαν κι αυτές. Ο Ήλιος και η βροχή ξεγελούν το θάνατο και τα θύματά του. Με την αιωνιότητα μοιάζει η ηλιόλουστη αποβροχιάρα ημέρα.
Ένα τσούρμο μαθητών διέσχιζε το άλσος χασκαρογελώντας αμέριμνα, σκούζοντας και φωνασκώντας. Δεν είχαν απόψεις κι αυτά, είχαν απλές κουβέντες και αστείες λέξεις. Ήσαν χαρούμενα. Μέσα στον κήπο της Εδέμ λες και τα είχαν αμολήσει. Και η Εδέμ είχε πλημμυρίσει με ωραία βρομόλογα και με ωραία νεανικά πρόσωπα ευτυχίας.
Μια αλλοδαπή κατάξανθη νταντά μάλωνε το μωρό που έκλαιγε ασταμάτητα μέσα στο καρότσι. Ήρθε και μια συμπατριώτισσά της με ένα άλλο μωρό και κάτσανε στο παγκάκι και τα κουνούσαν τα μωρά και τα έτρεφε εκείνα ο ήλιος και τις νταντάδες τις έτρεφαν οι αναμνήσεις των πατρίδων τους και η νοσταλγία για τους δικούς τους και χαιρόντουσαν που μπορούσαν να ανταλλάξουν δυο κουβέντες στη γλώσσα τους. Το να χειρίζεσαι τη γλώσσα των πατέρων σου , είναι μεγάλη ευτυχία.
Ένας άνεργος μεσόκοπος πιο πέρα κάπνιζε κοιτώντας ψηλά τα γαλάζια χρώματα του ουρανού και βήχοντας. Στο παγκάκι του είχε ακουμπισμένο ένα καφέ κι ένα κουλούρι. Με το ελάχιστο έδειχνε κι αυτός να είναι ευτυχής. Προσωρινά τουλάχιστον. Ο κατ’ ελάχιστον ευτυχής, είναι πολύ πιο ευτυχής από το δαίμονα ή τους δαίμονες που κατέχουν τον πλούτο και το χρήμα όλου του κόσμου. Α, ναι, ουδείς δυστυχέστερος του αχόρταγου, του άπληστου ανθρώπου.
Ένα μαύρο κοτσύφι με κίτρινη μύτη πετάχτηκε από τους μουσκεμένους θάμνους, παράτησε την αναζήτηση σκουληκιών μέσα στη λάσπη κι ανέβηκε κάθετα στην κορυφή του ψηλότερου δέντρου του άλσους. Ανεβαίνοντας από τη λάσπη προς τον ουρανό, ήθελε να υμνήσει τη Φύση , το Θεό και το τίποτα κι άρχισε να κελαηδάει έναν ύμνο αγγέλων. Ο ύμνος προς το τίποτα είναι η ακριβότερη αρμονία μες στο χάος. Είναι η ακρότατη και ανώτατη απόλαυση της μονάδας. Ο κότσυφας τραγουδούσε χαρούμενα, προς ικανοποίηση όλων των μονάδων , που περιδιάβαιναν το άλσος και τη ζωή εκείνη την ώρα. Των αποκομμένων από τα όνειρα γέρων, των γεροντισσών με τα άνευ ενδιαφέροντος λόγια. Όλοι όσοι είχαν αυτιά και μπορούσαν ν’ ακούσουν και οι γέροντες και οι γριές και το κλαψούρικο μωρό και οι νταντάδες απ’ τη Ρωσία και τα γυφτόπουλα παραπέρα που κυνηγιόντουσαν και το τσούρμο των μαθητριών και των μαθητών που ερχόντουσαν, χαρούμενο ερώτων μπουκέτο και ο περιπτεράς του άλσους, όλες οι μονάδες των ζώντων που βρέθηκαν εκείνη τη στιγμή σ’ εκείνον τον τόπο, απολάμβαναν τη συμπαντική ωδή της χαράς, σε μετάφραση του ύμνου προς το τίποτα, όπως την έψελνε ο μαύρος κότσυφας με την κίτρινη μύτη.
Όλοι απολάμβαναν μέσα στον ήλιο του άλσους. Πλην ενός. Πλην μίας μονάδας, που ήταν εκεί, αλλά ήτανε ήδη μηδενισμένη εν ζωή, πολύ πριν υπογράψει το μηδενισμό της ο θάνατός της. Που είχε αυτιά, αλλά δεν απολάμβανε ήχους. Που είχε μάτια, μα τον πόναγε το φως. Μελαψός σαν Άραβας, αλλά αγνώστου προελεύσεως. Σύρος, Ιρακινός, Αφγανός, Πακιστανός; Και Παλαιστίνιος θα μπορούσε να είναι και οποιασδήποτε εξαθλιωμένης χώρας γόνος. Αλλά για όλους εκεί ήταν αγνώστου προελεύσεως και αγνώστου ονόματος και αγνώστων λοιπών στοιχείων. Μία μονάδα διαφορετική από τις άλλες, τις φωτιζόμενες από τον Ήλιο, τις απολαμβάνουσες τον ύμνο του κότσυφα. Μία μονάδα χωρίς ταυτότητα, χωρίς μοίρα κάτω από τον υπέρλαμπρο Ουρανό, χωρίς σημασία ύπαρξης ακόμα και για τον ίδιο τον εαυτό της. Κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε, ποιους άφησε εκεί μακριά στην Ανατολή, ποιους και τι κουβάλησε εδώ, μέσω της ψυχής του. Σίγουρα κάπου κάποιοι θα τον αγαπούσαν, ως δικό τους άνθρωπο, σίγουρα κάποιους εδώ ολομόναχος τους νοσταλγούσε και τους αναζητούσε, διότι ανάγκη αγάπης δικών της έχει κάθε ψυχή ανθρώπου. Ιδιαίτερα η ψυχή του κατατρεγμένου φτωχού.
Ο μόνος που τον γνώριζε εξ όψεως εδώ και καιρό  ήταν ο περιπτεράς του άλσους. Αλλά δεν είχε μάθει τίποτα σπουδαίο για αυτόν, πλην ενός πιθανόν αληθινού, εξ ίσου πιθανόν ψεύτικου ονόματος. Ο ξένος δεν ήξερε καθόλου τη γλώσσα της χώρας που βρέθηκε, τη γλώσσα του περιπτερά. Δεν μπορούσε τίποτα να καταλάβει από όσα τον ρωτούσε.
- «Εγώ Μήτσος. Εσύ;…Γιού;», του έλεγε ο περιπτεράς προσπαθώντας να μάθει το όνομά του. Αλλά ο ξένος δεν ανταποκρινόταν.
-«Μήτσος, Μήτσος εγώ», έλεγε πάλι ο περιπτεράς, χτυπώντας  με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού το στήθος του. « Μήτσος εγώ». Ακουμπούσε μετά το δείχτη του δεξιού χεριού και τον ταρακουνούσε ελαφρά πάνω στο στήθος του ξένου:
- «Εσύ; Γιού; Πως διάολο σε λένε, μωρέ;».
Με τα πολλά ο ξένος κατάλαβε, «Χασάν» είπε, χτυπώντας με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού το στήθος του και γέλασε , δείχνοντας χαρούμενος. «Μήτσος» είπε μετά και έδειξε τον περιπτερά και γέλασε ακόμα περισσότερο, αποκαλύπτοντας ένα στόμα με ελάχιστα όρθια άσπρα δόντια. Ένιωθε επιτέλους ευτυχής , που στον ξένο για εκείνον τούτο τόπο, γνωρίστηκε με ένα άλλον άνθρωπο. Είναι υπέροχο να γίνονται οι μονάδες δύο. Η φιλία, ακόμα και στην πιο μικρή, στην ελαχιστότατη μορφή της, αυτήν της απλής γνώσης εκ περιεργείας, εξ ενδιαφέροντος απλού του ονόματος ενός ατόμου που βρίσκεται κάτω από συνθήκες απόλυτης δυστυχίας και μοναξιάς, αποτελεί για αυτό το άτομο αγαθό ισότιμο της τροφής και του αέρα. Το να σε ξέρει ένας, εσένα το δυστυχή, σου δίνει ελπίδες πως μπορεί να σε ξέρει και ο Θεός. Αβέβαιες, αλλά ελπίδες πάντως.
Ο Χασάν δεν ήταν μεγαλύτερος των σαράντα ετών. Αναζητούσε ο κακόμοιρος καλλίτερες μέρες, όπως τόσοι και τόσοι από τους δυστυχείς συμπατριώτες του κι είχε ξεπουλήσει το κορμί του σε σύγχρονους δουλέμπορους, ερχόμενος παράνομα εδώ, ως λαθρομετανάστης, σε τούτη τη χώρα του ανθρωπισμού και του αλτρουισμού, τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν οι μεγαλύτερες και ωραιότερες γέννες του πνεύματος του ανθρώπου.
Οι σύγχρονοι δουλέμποροι είναι αισχρότεροι από αυτούς του μεσαίωνα πάντως. Δεν τους πουλούν τους εξαθλιωμένους. Τους φέρνουν με τα σκάφη τους και τους αμολούν σε κάποια άγρια, αφιλόξενη ακτή, σε κανένα σεληνιακού τοπίου ξερονήσι και τους παρατούν εκεί άφραγκους και νηστικούς, μέχρι να τους βρουν οι Έλληνες και να τους σώσουν. Τους παρατούν στη τύχη τους, που ούτως ή άλλως είναι τραγική μέχρι εκείνη την ώρα. Και συνήθως τραγική παραμένει και μετά από εκείνη την ώρα της εγκατάλειψης, παρά το γεγονός ότι εγκαθίστανται σε μια χώρα με ανεπτυγμένες τις ανθρωπιστικές ιδέες και με υψηλά ανθρώπινα ιδεώδη. Πρόσφυγας όπου και να είσαι, είσαι δυστυχής. Καμιά χώρα υποδοχής δεν είναι πατρίδα.
Ο Χασάν εδώ και ένα χρόνο περίπου είχε βρεθεί, χωρίς να καταλάβει πως, μέσα σε αυτό το άλσος κι είχε κάνει στέγη του το λαμαρινένιο κουτί, δίπλα στο περίπτερο, που σκέπαζε μια αντλία νερού, βαλμένη εκεί για να ποτίζουν τα δέντρα το καλοκαίρι. Εκεί είχε φέρει μια κουβέρτα παλιά και άλλα κουρέλια που είχε βρει πεταμένα στα πεζοδρόμια και τα είχε κάμει κρεβάτι του. Εκεί κουβαλούσε και τα αποφάγια που έβρισκε στους κάδους των σκουπιδιών και έτρωγε τα υπολείμματα των πολιτισμένων. Από όταν έμαθε το όνομά του ο περιπτεράς, που και αυτός εξελληνισμένος Αλβανός οικονομικός μετανάστης ήταν, του έδινε που και που μια σοκολάτα ή ένα πακέτο μπισκότα. Έτσι διαβίωνε ο Χασάν από την Παλαιστίνη ή από το Αφγανιστάν ή από το Ιράκ, ο δυστυχής Χασάν που δεν ήξερε ούτε μία λέξη Ελληνικά, πλην από τη λέξη Μήτσος και που δεν είχε κατορθώσει εδώ και ένα χρόνο να έρθει σε επαφή με κάποιον συμπατριώτη του για να του βρει καμιά δουλειά της παρανομίας. Οι καλλίτερες μέρες δεν είχαν έρθει. Ίσως μάλιστα να ήταν πολύ χειρότερες από αυτές που ζούσε στην πατρίδα του. Δεν ήταν τυχερός και εδώ που ήρθε.
Στη λεωφόρο δίπλα στο άλσος γινότανε διαδήλωση. Οι ντόπιοι νόμιμοι πεινασμένοι ζητούσαν να τους δώσουν όσα τους αξίζανε, ζητούσαν να τους κλέβουνε λιγότερο το κράτος και οι έμποροι. Είχανε μπει ανάμεσά τους και οι συνήθεις ύποπτοι, οι αντεξουσιαστές, οι απόγονοι του Διογένη του κυνικού και τα είχαν σπάσει όλα. Η αστυνομία τούς πλάκωσε με δακρυγόνα και με χημικά. Τα μπαμ και μπουμ φοβίσανε τον κότσυφα και σταμάτησε προς στιγμή το κελάηδημά του. Οι γέροντες τα μάζεψαν και έφυγαν μάνι-μάνι για τα σπίτια τους κι οι μαθητές τραβήξανε κατά κει που ακουγόταν πως γινότανε η μάχη. Οι Ρωσίδες μάζεψαν κι αυτές τα μωρά και τρέξανε να τα κρύψουνε στα σπίτια των αφεντικών τους. Οι άνθρωποι όλοι άλλαξαν διαμιάς συμπεριφορά. Χάθηκαν από το άλσος το ηλιόλουστο, κρύφτηκαν από τον Ήλιο που ίδια φώτιζε και την ειρήνη και τη μάχη . Παράτησαν  τη μυρωδιά του χώματος, που ίδια πάντως εκείνο συνέχισε και μύριζε και το απαλό αεράκι , που ίδια όπως πριν φυσούσε. Τα της φύσης όλα είχαν μείνει ίδια κι απαράλλαχτα μέσα στην ευδαιμονία της ηλιόλουστης ημέρας, πλην ανθρώπων. Ακόμα και ο κότσυφας , σαν ένιωσε ότι τα μπαμ και μπουμ δεν τον αφορούσαν, άρχισε πάλι το τραγούδι του, τον ύμνο προς το τίποτα με όλην την χαρά του. Μόνο οι άνθρωποι είχαν λακίσει από τη Φύση κι είχαν δοθεί ή είχαν παρθεί από τα μπαμ μπουμ και απ’ το μπαρούτι.
Ξαφνικά μία μεγάλη ομάδα νεαρών όρμισε μέσα στο άλσος τρέχοντας δαιμονισμένα. Πίσω τρέχανε δαιμονισμένα επίσης οι μονάδες καταστολής, οι ειδικοί φρουροί , κυνηγούσαν με μανία τους ανυπάκουους νεαρούς , που καίγαν πριν από λίγο τα μαγαζιά και τις Τράπεζες στη Λεωφόρο και στις διπλανές γειτονιές. Φτάσανε στο περίπτερο και λες και πέρασε μπουλντόζα το έριξαν κάτω, απλώθηκαν παντού τα εμπορεύματα και ο περιπτεράς το έβαλε στα πόδια, έτρεχε μαζί τους να σωθεί από τις μολότωφ των αντεξουσιαστών και από τα χημικά και τις σφαίρες που έριχναν οι εξουσιαστές από πίσω. Η όμορφη ηλιόλουστη μέρα είχε γίνει κόλαση δακρύων και καπνού κι ο τραγουδισταράς ο κότσυφας είχε φτάσει στην άλλη άκρη του άλσους.Nα κρυφτεί προσπαθούσε στην πιο δασωμένη περιοχή του.
Ο Χασάν σαν είδε το περίπτερο να γκρεμίζεται, τα εμπορεύματα να απλώνονται κατά γης και τον περιπτερά να φεύγει, οπού φύγει, φύγει, έτρεξε κι άρχισε να μαζεύει σοκολάτες και μπισκότα και κρουασάν και καραμέλες κι αναψυκτικά, κακός χαμός, αλλά στην αναμπουμπούλα έγινε ευτυχής  αυτός, είχε εξασφαλίσει δέκα μήνες καλοπέραση ο εξαθλιωμένος, έτσι σκέφτονταν όπως τα μάζευε τα πλιατσικολογήματα, να οι καλλίτερες μέρες έλεγε μέσα του, ω δόξα τον Αλλάχ και όλους τους αγίους της Ελλάδας. Αλλά εκεί πάνω που είχε πιάσει τα φαγώσιμα και την ευτυχία με τα χέρια του και που δόξαζε τους αγίους των Ελλήνων και κοίταζε κατά Ανατολή δακρυσμένος κι ευτυχής και είχε γεμάτες πάνω από είκοσι σακούλες με κρουασάν, μπισκότα, σοκολάτες, κριτσινάκια και τσιγάρα ακόμα και πορτοκαλάδες, φτάσανε δίπλα του οι δυνάμεις εξουσίας και καταστολής, τον  είδε ένας αψύς με τις σακούλες επί ώμου και προσβλήθηκε. Ακούς εκεί ο ξένος να μου τρώει την πατρίδα! «Μαύρος πλιατσικολόγος» είπε μέσα του και δίχως να το επεξεργαστεί με νου, μπαμ, παρόρμησε το εθνικόφρον κτήνος. Του έριξε μία βολίδα στο ψαχνό. Δεν χρειαζόταν άλλη.
Τι απίθανο που είναι το στιγμιαίο μέσα στην απεραντοσύνη του χρόνου και του χώρου και των πληγών της ζωής! Ένας άγνωστος δολοφόνος σκότωσε έναν άγνωστο ξένο εξαθλιωμένο εν μέσω του χάους της ηλιόλουστης μέρας. Και ύστερα όλοι προσπέρασαν και επήλθε ησυχία, τάξη και ασφάλεια και ο κόσμος ήταν πάλι ωραίος χωρίς τη φασαρία των ανθρώπων. Μ’ ένα σκοτωμό, επήλθε ισορροπία στο χάος; Τι να πεις;
Ακούστηκαν σειρήνες ύστερα και ήρθε ασθενοφόρο. Τον βρήκανε μπροστά στην παράνομη στέγη του, δίπλα στις κρύες λαμαρίνες, μέσα σε μια λακκούβα που είχε κρατήσει  το βρόχινο νερό των προηγούμενων ημερών, νερό ζεστό από τον Ήλιο της ημέρας κι από το αίμα όλο του Χασάν, που είχε σμίξει, ένα είχε γίνει με το βρόχινο νερό μες στη λακκούβα. Οι σοκολάτες επέπλεαν κι αυτές μες στη λακκούβα των υδάτων, των αιμάτων, με αίμα είχαν βραχεί τα κρουασάν, δεν πρόλαβαν να γίνουνε τροφή για έναν παρανόμως πεινασμένο.
Όπως περνά η καταιγίδα, έτσι πέρασε κι η λαίλαπα αυτή, γοργά κατάστρεψε ο κεραυνός ό, τι βρέθηκε μπροστά του κι ύστερα ήλθε η ηρεμία. Στον τόπο εκεί επανήλθανε σε λίγο όλα στη προτέρα τους κατάσταση, πλην από το περίπτερο και ότι άλλο είχαν καταστρέψει οι άνομοι αναρχικοί και οι νομοθετημένοι μπάτσοι. Ο κότσυφας επανήλθε κι έκατσε ψηλά-ψηλά στην κορυφή του πιο ψηλού από τα δέντρα του άλσους. Ήρθε και ο περιπτεράς για να θρηνήσει όλο το βιος του. Μα όταν είδε μες στην λακκούβα των νερών και των αιμάτων τον Χασάν, πήγε και θρήνησε βαρύτερα εκεί, τον φίλο αυτόν το μελαψό, που όλο κι όλο ήξερε από αυτόν μόνο το όνομά του, αν ήτανε κι αυτό αληθινό. Στην Ελλάδα ένας Αλβανός θρηνούσε έναν Άραβα. Παράξενο , αλλά συνέβη εκείνη την ώρα, εκείνη την εξαίσια στιγμή μέσα στ’ απέραντο του χρόνου και του χώρου και των πληγών της ζωής.
- Γιατί; Γιατί αυτόν τον φτωχούλη του Θεού; είπε κι από τους τρεις του ασθενοφόρου που ήταν εκεί κανείς δεν του απάντησε. Σάμπως και ξέραν τι να απαντήσουν. Μέσα στο χάος των ερωτημάτων της ζωής, τέτοιου είδους ερωτήματα κανείς δεν ξέρει πώς να τα απαντήσει.
«Ο πιο αναρχικός από όλους είναι ο Θεός», είπε μετά ο περιπτεράς και έκατσε σε ένα σκαμπό σπασμένο να κοιτά με απορία τα ερείπιά του από τη μια, τα ερείπια του άγνωστου Χασάν από την άλλη.
Είχε ξεκινήσει τόσο λαμπρή αυτή η Πέμπτη ημέρα του Φεβρουαρίου, που κανείς δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί ότι αρκετά πριν από το τέλος της, θα ‘ρχόταν ένας επίλογος τόσο άσχημος, τόσο καταραμένος, τόσο αιματηρός.
Έφεραν το ασθενοφόρο και το πάρκαραν κάθετα στο πτώμα του Χασάν.  Ο περιπτεράς σηκώθηκε από το σκαμπό και πήγε κοντά στο γιατρό που έκλεινε τα μάτια του Άραβα.
«Πάρτε με και μένα μαζί σας, σας παρακαλώ» του είπε, «είμαι άρρωστος πολύ».
« Άρρωστος κόσμος, πολύς άρρωστος κόσμος», είπε ο οδηγός του ασθενοφόρου. Έπιασε ύστερα το Χασάν από τα πόδια και ο νοσοκόμος τον έπιασε από τις μασχάλες, πούπουλο ήταν, τον σήκωσαν και τον εναπόθεσαν στο φορείο. Τον έβαλαν οριζόντιο μέσα στο ασθενοφόρο. Ο περιπτεράς πήγε να μπει κι αυτός, μα ο γιατρός τον εμπόδισε.
-       Όχι εσείς, όχι, εσείς είστε μια χαρά, του είπε.
-       Είσαι μια χαρά που είσαι ζωντανός, είπε και ο τραυματιοφορέας και τον έσπρωξε μακριά.
-       Λάθος κάνετε , είμαι άρρωστος, άρρωστος βαριά, είπε ο περιπτεράς, λάθος κάνετε, λάθος, φώναζε και το έβαλε στα πόδια.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ που να κατέληξε, πάντως αυτά τα τελευταία του βήματα, δεν ήταν βήματα ανθρώπου που έχει σώας τας φρένας.
«Άρρωστος κόσμος, πολύς άρρωστος κόσμος» είπε πάλι ο οδηγός του ασθενοφόρου και έβαλε μπρος τη μηχανή. Μαρσάρισε. Έφυγαν προς το νεκροτομείο των αζήτητων πτωμάτων.
Μες στη λακκούβα του αίματος έμεινε ένα αποτύπωμα φτηνής ζωής μαζί  με το ένα παπούτσι του Χασάν , που έφυγε απ’ το πόδι του λίγο πριν φύγει η ψυχή απ’ το κορμί του. Στο παγκάκι επέστρεψε και έκατσε ο άνεργος και κάπνιζε ξανά και έβηχε και κοίταζε τα λίγα άσπρα σύγνεφα ψηλά στον ουρανό.
Ήρθαν και κάποιοι άλλοι γέροι κι έκατσαν εδώ κι έπιασαν την κουβέντα. Σκυθρωποί κουβέντιαζαν για την καταστροφή κι αναθεμάτιζαν τα νιάτα που την κάνουν. Οι δυστυχείς, δεν είχανε κατανοήσει τι είναι η καταστροφή και πως ο θάνατος σ’ αυτούς κυρίως ανήκει.
Ο καλλικέλαδος μαύρος κότσυφας με την κίτρινη μύτη, τουρλάροντας  στην κορυφή του πιο ψηλού δέντρου, έψελνε ξανάμανα απ’ αρχής  τον ύμνο της χαράς, μια μετάφραση στη γλώσσα του, τού ύμνου του τίποτα, να πούμε. Αλλά το άλσος ήταν τρομαγμένο τώρα πια. Και  από ζωή , λίγη του είχε απομείνει ανθρωπίσια. Κανείς δεν απολάμβανε τον ύμνο αυτό του τίποτα, πλην από τον τραγουδιστή του.
Στην καρδιά του άλσους αστραποβολούσε πάντως , κάτω από τις υπέρλαμπρες απογευματινές ακτίνες του Ήλιου μας, αστραποβολούσε σε αντανάκλαση των ρόδινων αχτίνων του φωτός τού Ήλιου του βασιλεύοντος  μία λακκούβα γεμάτη με κόκκινο υγρό, κάτι σαν κοκτέιλ βρόχινου νερού με αίμα και με χώμα. Ίσαμε αύριο θα το έπινε η γη , ελπίζαμε, χιλιάδες έχει πιεί τέτοια κοκτέιλ μες στους αιώνες. Κι αν το κοκτέιλ δεν το έπινε αυτή, θα το εξάτμιζε ο Ήλιος, κάποιος πάντα σβήνει τα σημάδια.
Από δω κι από κει στις γειτονιές απλωμένοι οι επαναστάτες και οι εξουσιαστές είχαν εκσπερματώσει πια και είχαν ηρεμήσει μετά τον οργασμό.  Όλες οι εκδηλώσεις της ζωής, πράξεις ερώτων είναι. Χαϊδέματα, φιλήματα, ύστερα πάθος, πάλη, η κορύφωση μετά, τα δακρυγόνα, οι σπασμοί και σκοτωμός, ανάλογα το πάθος κι ύστερα μια γαλήνη άπειρα γλυκιά, αδυναμία των μελών να κινηθούν, ένα τσιγάρο μόνο πάνω στην παχιά φλοκάτη και τα κορμιά να ξεϊδρώνουν. Να ξεφλογίζουν οι ψυχές και να κυλούν ξανά οι μέρες και οι ώρες όπως πρώτα. Με μόνη συνέπεια καμιά φορά το θάνατο ενός από αδέσποτα πυρά ή τη γέννηση ενός άλλου από αδέσποτο σπέρμα. Το αδέσποτο τυχαίο κυβερνά, να ποιος τη ζωή μας, ποιος την κυβερνά!!!
Στην καρότσα του ασθενοφόρου, που έτρεχε στη Λεωφόρο χωρίς να χρησιμοποιεί τη σειρήνα του πια, κοιμόταν ο λαθρομετανάστης που πιθανόν λεγότανε Χασάν κι έβλεπε στον ύπνο του καλλίτερες μέρες και λόφους από πιλάφια και χαλιά περσικά και αρώματα παραδείσια μύριζε και άλλα πολλά θεσπέσια ονειρευότανε μες στο βαθύ του ύπνο του θανάτου, του θεραπευτή, του βαλσαμιστή των πληγών και των πόνων της ζωής μας.
Ονειρευότανε κι όλους τους αγαπημένους του, όλους τους δικούς του κάτω στο Αφγανιστάν να είναι όλοι τους πολύ ευτυχισμένοι!!!
Τον ξεφορτώσανε στ΄ αζήτητα μετά. Ο οδηγός τ’ ασθενοφόρου κοίταζε  το νοσοκόμο, που τον είχε πειράξει η βρωμιά των δακρυγόνων και των χημικών και είχε γύρει δίπλα σε ένα άλλο ασθενοφόρο και ξερνούσε.
« Άρρωστος κόσμος, όλοι άρρωστοι είμαστε» είπε και καβάλησε ξανά το ασθενοφόρο και μαρσάρισε κι έφυγε για νέα αποστολή. Άραγε ποιος θα ήταν ο επόμενος που θα κουβαλούσε;
Ο μαύρος κότσυφας σταμάτησε να κελαηδά προσωρινά και έπιασε να βασανίζει το μυαλό του με ερωτηματικά. «Τι διάολο το θέλουν το δικαστήριο στη Χάγη κι εκείνο  κατά των εγκληματιών πολέμου και το άλλο , των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τι διάολο τα θέλουν, αφού είναι ούτως ή άλλως κτήνη και εχθροί ο ένας του άλλου και καλοί ποτέ δεν πρόκειται να γίνουν, ε.., τι στο διάολο τα θέλουν; Για να κάνουνε τους έξυπνους οι άνθρωποι το κάνουν;».
 Λογικά ερωτήματα μέσα στο άλογο χάος. Δικαστήριο της Χάγης! Μα τους εγκληματίες Ειρήνης ποιος θα τους δικάσει; Βλαστήμησε και έφτυσε ο κότσυφας κι ύστερα άρχισε ξανά , όλο κέφι,  τον ύμνο του τίποτα στην γλώσσα του να ψέλνει, άρχισε πάλι ο μαύρος κότσυφας να αηδονολαλεί μέσα στην άπλετη ομορφιά της άγριας Φύσης. Κι η λακκούβα με το αίμα και το χώμα και το βρόχινο νερό στέγνωσε γοργά. Σαν τις μνήμες μας.


Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή διηγημάτων μου με τίτλο
ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΕ ΤΑΦΟΥΣ ΟΝΕΙΡΩΝ