ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Πορφυρίς
 
 
 
Στα πλατιά τα πέλαγα,
τ’ ασύνορα,
στων ουρανών τις αυλές
γυρεύω  πατρίδα.
Αναζητώ τη φωνή του καλού
στην ανάσα σου,
ματωμένη χώρα,
γη μου κυρτή.
Ξεπεταρίζω εδώ κι εκεί,
ουρανό και γη.
Πατρίδα δεν έχω, δεν βρίσκω.
Ένα μαύρο πτώμα η θάλασσα έφερε
στα παράλιά μου.
Συντρίμμια ελπίδων στους βράχους,
τσακισμένα όνειρα παιδιών,
θάνατοι στην άμμο μας κείτονταν.
Γλάροι και κόρακες μαζί,
ασπρόμαυρο της ζωής το χρώμα
σκεπάζει την αχλύ  των ματιών
με ψέμα βαρύ.
Μου κλέψαν τη γη οι ταγοί
και σκλάβο,
στο χρήμα με πουλήσαν.
Μα εγώ Σπάρτακος.
Πεθαμένες πέτρες
και κοχύλια μάζεψα
και νησί έχτισα στη Μεσόγειο.
Και λόγο ανύψωσα
ν’ ακουστεί στα έγκατα
της νόθας συνείδησης των πεπλανημένων.
«Τη σημαία του κόσμου
να υψώσω εκεί,
στο νησί των ερώτων,
βόηθα καρδιά μου!»
Πατρίδα μου, κρίνα, κοχύλια,
ματιές φεγγαριών, Ηλιολούλουδα,
ανάσα ανέμου, βουή του σεισμού,
ποιος πρόδωσε τ’ άσπιλο χώμα σου;
Κραταιός ο Θάνατος.
Μα κι εγώ κραταιός.
Θα σ’ αντέξω φόβε.
Θα σ’ αντέξω πόνε της ξενιτιάς.
Στην πατρίδα μου ξένος θα σ’ αντέξω, Θάνατε.
Και θα χτίσω ξανά
το νησί της χαράς.
Με κοράλλια, με κεραυνούς,
με πέτρες  και ψυχή
το νησί μου θα χτίσω εκεί
που η γη το φως της μου χάρισε
και την πρώτη ζωή.
Εκεί που η Γη ζυγώνει
τα χείλη της αβύσσου.
Εκεί που κρυφά στης νυχτιάς τη σιωπή,
θηλυκιά μου ζωή,
πρωτενώθηκα μαζί σου.
Θα ‘ ρθουν καρδερίνες πολύχρωμες πάλι
στ’ αγκάθια του να κεραστούν
κι ουράνια τόξα
θα το στεφανώσουν.
Κι η μουσική του Ζέφυρου,
με συγχορδία εύηχων κυμάτων,
στ’ αέναο φως θα κυλιστεί.
Ηχώ θα ηχήσει στο ρηχό νησί
η φωνή:
Χαίρε, ω Θάλασσα, ψυχή μου υγρή!
Στους σεισμούς απάνω θα κοιμηθεί
κι ο στόλος των όλων δικός του.
Φοίνικες και Πελασγοί κι άλλοι λαοί νεκροί
ψυχή θα του δανείσουν
και πολύ θα ποθήσουν την πορφύρα του πάλι.
Κι ο βυθός θα δώσει στο χώμα του χρώμα.
Οι ελιές θ’ ανθίσουν κι οι αμυγδαλιές
και το θυμάρι μέλι θα δώσει γλυκί.
Ο αχός  της θάλασσας
θα δροσοποτίσει τις καρδιές των κοριτσιών
που στ’ αγριολούλουδα θα παραβγαίνουν
στις πλαγιές των βουνών,
π’ έρωτα θα περιμένουν
και τα καρπερά αγόρια θ’ αναζητούν
ζωή για να γεννήσουν μαζί τους.
Ε, σεις Νεράιδες,
Δρυάδες των δασών
και  Νηρηίδες, θυγατέρες  των Πόντων.
Μην είδατε της πορφύρας το νησί;
Είναι στη γη του άραγε;
Μα ναι, πείτε το , ναι,
είναι εκεί!
Χτισμένο από πέτρες και κοχύλια.
 
Ένας όμορφος κόσμος υπάρχει βαθιά
στις ψυχές των απλών. Δεν θα νικηθεί.
Ο πλούτος των εθνών
δεν θα λυγίσει τα όνειρα της ύπαρξής μας.
Εκεί , καταμεσής στη Μεσόγειο,
υπάρχει το ονειρονησί.
Ο Έρωτας ξανά θ' αναδυθεί
απ’ την ηφαίστεια γη του.
Έλα και Συ, Ερατώ μου εκεί,
δώδεκα Ποιητές να σου γεννήσω.
Κι ας ξαναζήσω εκεί,
διαρκώς ευτυχής,
ως την ώρα που θα σβήσω εντός του.
Νησί, ω νησί, που με πέτρα καρδιά
και κοχύλι ψυχή,
που με άρωμα πόθου και πόνου
σε έχω χτισμένο!
Σώμα μου! Πορφυρίς!
Τάλαινα κι ένδοξη γη μας!
Εγώ κι η Ερατώ σ' υμνούμε ,
δακρύζοντας στη λευτεριά μπροστά,
στη στέρεη ζωή μας…
 
ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τη συλλογή
ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ  ΕΡΩΤΑΣ