ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Η Κατιούσκα και ο Θάνατος

Η Κατιούσκα και ο Θάνατος
Εεεεε, Κατιούσκα, που είσαι Κατιούσκα! Ξημέρωσε καλό μου , ξημέρωσε, δεν θαρρείς; Έλα να σου πω πάλι πόσο όμορφη είσαι , Κατιούσκα, κάθε πρωί, ξέρεις ..εγώ δεν κοιμάμαι, περιμένω την αυγή κι εσένα , Κατιούσκα. Να σας μιλήσω για την ομορφιά σας. Ήμουν κι εγώ όμορφος κάποτε. Αν με δεις στις φωτογραφίες θα το πεις, «ήταν όμορφο το κύριο Παυσανία» …το έχεις ξαναπεί άλλωστε όταν πρωτοήρθες εδώ και με εξαπέλυσες προς το φως. Αυτό! Να με εξαπολύεις προς το φως θέλω , πριν το χάσω παντελώς. Τι άλλο θέλω από σένα ξανθέ άγγελε; Τα χάπια μου δεν με νοιάζει, μη μου τα δώσεις ποτέ ξανά, ούτε το γάλα και την τροφή μου, μα μην αφήσεις την μορφή μου αφώτιστη, όσο έχω μορφή. Το ξέρω, είσαι ικανή. Σιδερώνεις τις ζάρες μου και με βρίσκεις, όπως ήμουν κάποτε, πριν απ’ το πέρασμα του χρόνου.
Μη φύγεις ποτέ από κοντά μου, Κατιούσκα, παρά μόνον όταν έρθει και με πάρει, μόνο τότε κορίτσι μου. Δεν είναι έρωτας, Κατιούσκα, όχι, αυτός προ πολλού εγκατέλειπέ με, μα είναι αυτό το δάνειο ωραιότητος που παίρνω από τη νεότητά σου, αυτό που εξωραΐζει το σκοτεινό λίγο μέλλον μου. Μοιάζεις με την Ειρήνη μου τις μέρες των μεγάλων μας ερώτων, έτσι κι εκείνη έλαμπε, Κατιούσκα. Αλλά τότε είχα σώμα και πνεύμα ισχυρά, τώρα το πνεύμα παραμένει ισχυρό, Κατιούσκα, βλέπεις…δεν τα έχω χαμένα , καλή μου.Ισχυρό, αλλά δεν αρέσκεται να κατοικεί σε ερείπια κι εσύ, κάθε ανατολή που το κοιτάς με χαμόγελο, μήπως και με αγάπη , Κατιούσκα, το αναστηλώνεις μέσα στα ερείπια. Όχι λύπηση όμως…ήμουν ωραίος κι εγώ κάποτε, μη με λυπάσαι, φώτιζε το ερείπιο κάθε ανατολή με αγάπη αγνή προς τον γέροντα που ήταν ερωτεύσιμος και καλός και αγαθός και λάτρευε το κάλλος όλο . Αυτό μόνο. Τώρα το κάλλος έφυγε από πάνω του, δες…έφυγε και η Ειρήνη τού απέραντου εκείνου κάλλους της ζωής του, μα είσαι εσύ εδώ. Λάμπε , όσο έχω μάτια. Δεν σε θέλω υπηρέτρα μου, μα φωτεινότητά μου στο σκοτεινό τέλος σε θέλω.

Που είσαι, Κατιούσκα; Η αυγή έφτασε, εσύ δεν ξύπνησες ακόμη; Έχουμε κι εκλογές αύριο, αλλά εγώ δεν θέλω να ψηφήσω το μη μέλλον. Πολλές χαρές μα και πολλές απογοητεύσεις ήταν η ζωή. Το ρεζουμέ της σήμερα είναι το φως σου εδώ, έλα να σε δω άλλη μία φορά ακόμα.
-Ορίστε, εδώ είμαι κύριε Παυσανία μου…πάμε στο παράθυρο να δούμε την αυγή.
-Ω, όχι…σήμερα θέλω να δω μόνο εσένα..το τελευταίο σώμα που θα δω θα είσαι εσύ, όχι ο Ήλιος....την ανατολή αύριο από αλλού…Κοίτα με στα μάτια Κατιούσκα.
-Σας κοιτάζω όπως με κοιτάτε και βλέπω το σύμπαν μέσα στα μάτια σας κι όλη του την ωραιότητα και τη μεγαλειότητα μέσα στο βάθος σας. Μου αρέσει που με κοιτάτε και σας κοιτάζω. Είστε όμορφος, κύριεΠαυσανία!
Επήλθε ξαφνικά ενός λεπτού σιωπή. Ή μάλλον σιγή μιας αιωνιότητας.
…………………….
Ωωωωω, κύριε Παυσανία!! Κύριε Παυσανία!!!!!! Γιατί κλείσατε τα μάτια σας αγαπημένε μου κύριε;; Γιατί; Να ξέρατε πόσο δάνειο φωτός είχα να σας δώσω ακόμα..πόσο κάλλος έπαιρνα εγώ από εσάς!!
……………………..
Η Κατιούσκα είδε μόνη της σήμερα από το παράθυρο την αυγή και της φάνηκε τόσο φτωχή, χωρίς το πνεύμα του ωραίου γέροντα , το φορτωμένο με την αγνή ωραιότητα κι ωριμότητα της ζωής. Πόσον έρωτα έκρυβε η αγάπη τού μη έρωτα, η αγνή του ψυχή, που ποτέ δεν την είδε ως σώμα φτηνό. Πόσες φορές δεν επιθύμησε να τον φιλήσει καθώς κοίταζαν κι αντάλλασαν το φως!
Γύρισε στην βαθιά πολυθρόνα που καθόταν μακάριος. Τον φίλησε πάνω στις ζάρες τού μετώπου. Πρώτη φορά τον φίλησε. Πεθαμένον.
Η Κατιούσκα και ο θάνατος θώπευαν τώρα τον αμόλυντον Εκείνον. Το Θηλυκό και ο Θάνατος. Πόση αιωνιότης!!! Όσο ο Θεός.Όσο ο κύκλος και η γραμμή. Θ....
Θηλυκό, Θεός, Θάνατος.-


ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΠΕΖΟΠΟΙΗΜΑΤΑ