ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Ποιητική Αποσπερίδα στο σωματείο ΕΛΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΥΔΡΑΝΗ

Τα τρία ποιήματά μου με τα οποία συμμετείχα στην υπέροχη ποιητική αποσπεριδα μας στις 13.11.15 με θέμα: "Τι είναι Ποίηση μέσα από την Ποίηση"

Πες μου πουλί Ήρθε , που λες , εκείνο το πουλί που η φύση με φωνή γλυκιά το έχει προικίσει κι έψελνε πάνω στο κλαρί. Κι εγώ, που είχα ανάγκη τακτική ν’ ακούω αλλωνών φωνή να μου γλυκαίνει την ψυχή, κουβέντα έπιασα μαζί του. Τι είναι, πες μου συ μικρό χαρούμενο πουλί, τι είναι πες μου μουσική; Ποίηση πες μου , τ’ είναι; -Τι μια μαχαίρι στην καρδιά, την άλλη , γλύκα ‘πο φιλιά. Τη μια σκοτάδι που πονά, την άλλη αχτίνα εντός σου. Τι μιαν αγέρας δροσερός, την άλλη λαύρα , λίβας. Κανείς δεν ξέρει να στο πει μ’ ακρίβεια μαθηματική, μα εσύ τις βρίσκεις ακριβώς βαθιά σου πάντα μόνες τις αδερφές που τραγουδούν. Η Ποίηση κι η Μουσική, που πάν’ ανταμ’ αντάμα μέσα στο θαύμα της ζωής είναι το μέγα θαύμα. Αυτά μου είπε το πουλί και πέταξε μακριά μου. Κι εγώ τις πήρα και τις δυο, τις έκρυψα εντός μου και με τις δυο τους περπατώ στην αρμονία του κόσμου! Γράμμα σε ένα ποίημα Γράφω σ' εσένα που δεν σε ‘γραψα ακόμα, μα σ' έχω ήδη στην ψυχή μου θρονιασμένο κι Εκείνην να ‘ρθει περιμένω, να σε διαβάσει πριν γραφτείς. Γράφω σ' εσένα που δεν σ' έχω απαγγείλει, παρά μονάχα στη σιωπή σε ψιθυρίζω κι Εκείνη, αχ , και να ‘ρθει ελπίζω, ύμνος βαθιά της να γεννείς. Γράφω σ' εσένα που δεν είσαι από λόγια, μα από χούμελη και ρόδο, προπλασμένο. Με ‘Κείνην -σαν θα ‘ρθει-, προσμένω κι εσύ στα χείλη μου να ‘ρθεις. Γράφω σ' εσένα, τελευταίο ποίημά μου, ψυχοφτερούγισμα κρυφό και μυστικό μου, άγραφτο και ανείπωτό μου, που για Εκείνην θα γραφτείς όταν θα ‘ρθει η ώρα για να εκλάμψεις. Τότε, ως σιωπηλά θ' απαγγελθείς από το σώμα, δος της και την ψυχή σου ακόμα. Γλύκανε, όσο γλυκαθείς. στην κρυφή κορυφή Αναδύονταν λοιπόν εκείνο το στρόγγυλο το υψηλό, τ’ απαλοτράχηλο όρος των Πόθων μέσα από τους αφρούς του σκοταδιού που περιδιάβαινε τη ζωή των όντων. Κι η κορυφή του, όμοια με το βέλος του έρωτα, εισέδυε στο εφικτό των ονείρων κι άνοιγε τρύπα φωτός στο έρεβος. Φλόγα μικρή, τρυφερή, επιδέξια, ξεπήδησε πάνω σε ‘κείνη την κρυφή κορυφή και το φως τού παντός περιέλουσε την απλάδα του χώρου και του χρόνου. Περιέλουσε φλογερά και το σώμα το ερχόμενο κατά ‘κει, το σώμα τ’ αρσενικού εωσφόρου που ερωμένο αναδύονταν και αυτό μέσα στο σκοτεινό μεγαλείο. Μες στην καλύβα των υπαρκτών, υποτάχτηκε ο Θεός στον έρωτα των ανθρώπων. Και δάνεισε το καύμα Του στην κρυφή κορυφή κι έδωσε μιαν ηφαίστεια προσταγή «Κάψε τους φλόγα τέλεια!», φώναξε κι έσπειρε τη ζωή στο σύμπαν και χάρηκε με τη χαρά των θνητών. Εικονίστηκε και ομοιώθηκε με αυτούς κι έγινε Άνθρωπος ο Θεός εκείνη τη νύχτα που το σκοτάδι του είχε λάβει τέλειον κάλλος. Εκείνη τη νύχτα που δύο σώματα αναφλέχθηκαν μες στην καλύβα των υπαρκτών και μεγαλούργησεν πάλι το χάος. Εκείνη τη νύχτα που η ζωή ήταν Ποίηση στην κορυφή των κορυφών του σύμπαντος. Στην κορύφωση του Ανθρώπου.

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης