ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Από Κυριακή σε Κυριακή Σαρλ Μπωντλαίρ

Σαρλ Μπωντλαίρ

Ο ανατροπέας ποιητής που ήρθε απ’ την κόλαση


«Από παιδί δύο συναισθήματα αντιμάχονταν στην καρδιά μου: 
η φρίκη της ζωής και η έκσταση της ζωής.»
 
«Αποτελεί θαυμαστό προνόμιο της Τέχνης, το να μπορεί να μετατρέπει την φρίκη σε ομορφιά εκφράζοντάς την καλλιτεχνικά. Ο πόνος, όταν του δίνεται ρυθμός και μέτρο, γεμίζει το πνεύμα με μια γαλήνια χαρά».

Ο Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ (Charles Pierre Baudelaireήταν Γάλλος ποιητής, ένας από τους σημαντικότερους της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κι όσο κι αν έχει χαρακτηριστεί καταραμένος Ποιητής, η παγκόσμια Ποίηση έχει ευλογηθεί από τον μεγαλειώδη πρωτοποριακό και ανατρεπτικό ποιητικό του λόγο, τον οποίο πλήρωσε ακριβά καθώς ταρακουνούσε συθέμελα τα κάστρα της τότε ( μα και της τώρα) πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας.

Οταν το 1857 κυκλοφορούν για πρώτη φορά τα «Άνθη του κακού», τα δικαστήρια καταδικάζουν τον ποιητή και τους εκδότες του, επιβάλλουν αυστηρές χρηματικές ποινές και απαγορεύουν έξι ποιήματα («Λέσβος», «Κολασμένες γυναίκες - Δελφίνη και Ιππολύτη», «Η Λήθη», «Σε κάποια πολύ πρόσχαρη», «Τα Κοσμήματα», «Οι μεταμορφώσεις της Λάμνιας»), τα οποία θα χρειαστούν σχεδόν μία εκατονταετία για να ξαναδούν το φως της δημοσιότητας (το 1949 γίνεται αναθεώρηση της δίκης και τότε μόνο δικαιώνεται ο μέγιστος Ποιητής).

Ειρηνικέ αναγνώστη, φυσιολάτρη,
αυτό το βέβηλο, πικρό βιβλίο
το λέω της μελαγχολίας μνημείο.
Ανθρωπε του καλού, άσ' το στην άκρη.

Ρητορική αν δεν πήγες να σπουδάσεις
στου Σατανά το σκοτεινό σχολείο,
δε θα αντιληφθείς ούτε σημείο,
μπορεί και υστερικό να με ονομάσεις.

Αν, δίχως να χαθείς στη γοητεία,
την άβυσσο κοιτάζεις με ηρεμία,
έλα και διάβασε κι αγάπησέ με·

παράξενη ψυχή, που αναστενάζεις
και στον παράδεισο ψάχνεις να φτάσεις,
λυπήσου με!... Αλλιώς, σε καταριέμαι!

Το σονέτο αυτό που έχει τίτλο «Επιγραφή σ' ένα βιβλίο καταδικασμένο», το έγραψε ο Μπωντλαίρ ως εισαγωγικό στην τρίτη έκδοση των «Fleurs du mal – Τα άνθη του κακού», το 1868 (δεν πρόλαβε να τη δει τυπωμένη):

     Ο Σαρλ Μπωντλαίρ, που γεννήθηκε στο Παρίσι τότε που οι Έλληνες ξεκίναγαν τον αγώνα για τη λευτεριά τους (9 Απριλίου 1821) και πρόλαβε να ζήσει μόνο μέχρι τα 46 του χρόνια, συνέδεσε τον εαυτό του με την πιο καθοριστική στιγμή της νεωτερικότητας στην ιστορία της ευρωπαϊκής ποίησης. Δημοσιεύοντας εν έτει 1857 τα «Ανθη του κακού» («Fleurs du mal»), ο Μπωντλαίρ τινάζει στον αέρα, όχι μόνο την παράδοση, αλλά και οτιδήποτε γίνεται αποδεκτό στα μέσα του 19ου αιώνα ως πολιτική, κοινωνική, ηθική και θρησκευτική αξία. Ο ποιητής δημοσιεύει κατά τη διάρκεια της σύντομης όσο και άκρως περιπετειώδους ζωής του κι άλλα πράγματα: πριν από τα «Ανθη του κακού» κυκλοφορεί η νουβέλα του «Η Φανφαρλό» (1847), ενώ λίγο μετά την έκδοσή τους τυπώνονται τα δοκίμιά του «Οι τεχνητοί παράδεισοι» (1860), που αναδεικνύουν τις κριτικές, τεχνοκριτικές και μουσικοκριτικές του επιδόσεις, όπως και η συλλογή του «Μικρά πεζά ποιήματα» (1862), που θυμίζει πως ο εμπνευστής της είναι, μεταξύ άλλων, και ο εισηγητής ενός καινούργιου, όπως και αδιανόητου για την εποχή του λογοτεχνικού είδους: της πολυχρησιμοποιημένης και πολυφορεμένης στις ημέρες μας ποιητικής πρόζας, που θα γνωρίσει στη γραφίδα του ορισμένες από τις ευτυχέστερες ώρες της. 

Albatross

(μετ.: Αλ. Μπάρας)

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πως πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.



Τα πάντα τα της γραφής στην εποχή του ωχριούν μπροστά στο μέγεθος της έκρηξης την οποία θα προκαλέσουν, από την πρώτη κιόλας ημέρα της κυκλοφορίας τους, τα «Ανθη του κακού». Διότι τα πάντα θα γκρεμιστούν εδώ σε ένα εκτυφλωτικό χάος: η τάξη και η ευνομία των αστών, τα υψηλά αισθήματα και τα πολιτικά ιδανικά των ρομαντικών, οι ηθικές απαγορεύσεις των χριστιανών, οι γλωσσικές σεμνοτυφίες και οι πολυπληθείς συμβάσεις των ποιητών (παλαιοτέρων, αλλά και συγχρόνων). Ο Μπωντλαίρ θα τιμήσει τον στίχο του με την επίμονη προβολή της παρακμής, του άκρατου ερωτισμού και της υψηλής δαιμονολογίας (ο Σατανάς απαντά στην απόσυρση του θείου ως προδομένος θεός και ως πρίγκιπας της εξορίας), θα εξυμνήσει την τρέλα των παραισθητικών ουσιών, θα αποθεώσει τη βία, θα λατρέψει τη δύναμη του σκοταδιού και της Κόλασης, θα ταυτίσει την αγριότητα της έκφρασης με την επίτευξη του ωραίου (ή, έστω, με το κυνήγι της «ουράνιας ομορφιάς», όπως θα το έλεγε ο Πόε), θα υποκλιθεί μπροστά στον θάνατο, θα διακηρύξει στα πέρατα της οικουμένης τη χαρά της λησμονιάς και της παραίτησης και θα δαφνοστεφανώσει ως αγαπημένη του μούσα την πλήξη. 

Ο βρικόλακας

Καθώς οι δαίμονες με τ'άγριο μάτι
θα σου ξανάρθω σιγά στο κρεβάτι
και θα γλιστρήσω κοντά σου αχνός
σαν τα φαντάσματα της νυχτός.

Ξανά θα σου δώσω, μελαχρινή μου,
σαν το φεγγάρι ψυχρό το φιλί μου
και χάδια τέτοια σαν του φιδιού
που σέρνεται πλάι σε τάφο νεκρού.

Και μόλις φέξει η αυγή η πελιδνή,
τη θέση μου θα βρείς εκεί αδειανή
και κρύα ώσπου να'ρθει πάλι το βράδυ.

Όπως οι άλλοι μ'αγκαλιές και χάδι,
στη νιότη σου και στη ζωή σου εδώ
θα βασιλέψω με την φρίκη εγώ!

Ο Μπωντλαίρ νιώθει διαρκώς απέχθεια για το «άθλιο πλήθος». Αυτό που τον ταλανίζει πάνω από όλα είναι ο εγωισμός και η μοχθηρία των ανθρώπων, η πνευματική τους παραλυσία και η απουσία συναίσθησης του τι είναι Ωραίο και τι είναι Καλό.Ο ποιητής υπέφερε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον εξαιτία του κόσμου που ζει. Επιτιμά διαρκώς την ηδονή που ο «χύδην όχλος» βρίσκει στο Κακό. Θεωρεί τη φαντασία «βασίλισσα όλων των προικισμάτων». Στην πραγματικότητα, η φαντασία υποκαθιστά «την παραδοσιακή μετάφραση της υλικής ζωής», υποκαθιστά την πράξη με το όνειρο. Η ποίηση έτσι ορισμένη εκφράζει σχεδόν κάθε μεταγενέστερο ποιητή.  
Αντιρομαντικός ως ο πρώτος συμβολιστής, μα μέσα στο ρομαντισμό της εποχής του, αποδρά από τα καθιερωμένα κι αντιμάχεται τα κοινώς παραδεδεγμένα. 
Τα Κυθηρα, που ο ρομαντισμός τα είχε αναγάγει σε ένα παγκόσμιο σύμβολο του ιδανικού έρωτα, έρχεται και τα απαγάγει από τον ου τόπο που τα είχαν αναδείξει οι ορμαντικοί καλλιτέχνες και τα μετουσιώνει σε αυτό που είναι, ένα νησί με όλη την σκληρή πραγματικότητα της ζωής πάνω του.

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ
(Σάρλ Μπωντλαίρ) 

Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ' τα ξάρτια.
Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι 
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο. 

Το μαυρονήσι ποιο είν' αυτό το θλιβερό; Μας είπαν: 

- Τα Κύθηρα' των τραγουδιών η φημισμένη χώρα, 
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη 
παράδεισο' και μ' όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα! 

Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει, 

νησί, η καρδιά, να! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης 
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει, 
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες. 

Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο, 

κι απ' όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες, 
που σ' εσέ φέρνουν οι καρδιές τ' αναστενάσματά τους, 
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από 'να κήπο 

ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο! 

Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο 
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν 
στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι. 

Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου 

η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν 
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες, 
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες. 

Μα να! Καθώς πλευρώνοντας άκρη - άκρη το ερμονήσι, 

ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ' άσπρα τα πανιά μας, 
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους' 
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι. 

'Ορνια άγρια στο ταϊνι τους σκαρφαλωμένα απάνου 

με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο' 
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη, 
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ' στη σαπίλα. 

Τρύπες τα μάτια του, κι απ' την αδιάντροπη κοιλιά του 

βαριά τ' άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του, 
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του, 
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει. 

Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια, 

με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν, 
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν 
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας. 

Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου, 

αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη! 
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες 
που σου το απαγορέψανε το μνήμα. 
Ω κρεμασμένε 

ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν 

είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ως απάνου 
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει 
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι. 

Μπροστά σ' εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε! 

όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων 
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα 
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν. 

-Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης, 

για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα, 
και να! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι 
σ' αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου. 

Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα, 

ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη. 
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν' αντικρύσω 
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν' αηδιάσω. 


(μτφ: Μαρία Ρέγκου)

Απορρίπτοντας τις πλάνες του ρεαλισμού και της «τέχνης για την τέχνη», ο Μπωντλαίρ στοχεύει να κατακτήσει την θεμελιώδη αλήθεια, την κοσμική ανθρώπινη πραγματικότητα στις συμπαντικές διαστάσεις της. Γράφει στο Καλλιτεχνικό Σαλόνι του 1846: «Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία». Στο δε Καλλιτεχνικό Σαλόνι του 1859 προσθέτει: «Ο καλλιτέχνης—ο αληθινός καλλιτέχνης, ο αληθινός ποιητής—δεν πρέπει να ποιεί παρά μόνον όταν βλέπει και όταν ακούει. Πρέπει να είναι αληθινά πιστός στην φύση του». Με αυτόν τον τρόπο ο Μπωντλαίρ αρθρώνει την θεμελιώδη ανακάλυψη της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».


«Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο».

Τα ποίηματά του "Οι μεταμορφώσεις της Λάμιας" και "Λέσβος" , όπως προείπα, είναι δύο από τα έξι απαγορευμένα, που αποκαταστάθηκαν με την αναθεώρηση της δικης του  το 1949.

Οι μεταμορφώσεις της Λάμιας

Όμως αυτή που είχε μια φράουλα για στόμα
σα φίδι πάνω στη φωτιά γύρναε το σώμα
και τους μαστούς μαλάζοντας μες στον κορσέ της
τις λέξεις πρόφερε τις μοσχοβολιστές της:
-Τα χείλη μου είν' υγρά, ξέρω την επιστήμη
στην κλίνη τη βαθιά να σβήνω κάθε μνήμη.
Στο θρίαμβο του κόρφου μου δάκρυα στεγνώνω
και τα γερόντια σε παιδιά μεταμορφώνω.
Γι' αυτόν που με κοιτά γυμνή έχω τη χάρη
να γίνω άστρο, ουρανός, ήλιος, φεγγάρι!
Είσαι σοφός, μα εγώ όποιον μέσα μου κι αν κλείσω,
κάθε ανείπωτη ηδονή θα του χαρίσω,
κι όταν δαγκώνουνε τα στήθη μου τα ωραία,
άσεμνη εγώ και ντροπαλή, δειλή, γενναία,
πάνω στο στρώμα μου, που από λαγνεία στενάζει,
στρατιές αγγέλων το κορμί μου αυτό κολάζει!
Όταν μου ήπιε το μεδούλι απ' τα οστά μου,
και γέρνω όλος πόθο, μες στον έρωτά μου,
να τη φιλήσω με λατρεία-βλέπω ένα
σακί γεμάτο κόκαλα, πύο και βλέννα!
Κλείνω τα μάτια μου στην παγωνιά του τρόμου
κι όταν το φως τ' ανοίγω έχω στο πλευρό μου,
αντί γι΄αυτή την κούκλα τη δυναμωμένη
που νόμιζες πως με αίμα ήταν χορτασμένη,
τα άθλια απομεινάρια σκελετού που τρέμαν
και σαν του ανεμοδείχτη την κραυγή εκλαίγαν
ή σαν ταμπέλα σε δοκάρι κρεμασμένη
που η καταιγίδα του χειμώνα ανεμοδέρνει.

Λέσβος

Μάνα ηδονής ρωμαϊκής, ελληνικής λαγνείας,
Λέσβος με τα λιγόθυμα και χαρωπά φιλιά,
όπως ο ήλιος φλογερά, δροσάτα σαν οπώρες,
στολίδια ανεκτίμητα στη μέρα, στη νυχτιά· 
Μάνα ηδονής ρωμαϊκής, ελληνικής λαγνείας, 

Λέσβος, που τα φιλιά εκεί μοιάζουν με καταρράχτες
και θαρραλέα πέφτουνε σε βάραθρο βαθύ,
τρέχουνε μ' αναφιλητά, μετά ξεσπούν σε γέλια
μεθυστικά, αμέτρητα και μυστικά πολύ· 
Λέσβος, που τα φιλιά εκεί μοιάζουν με καταρράχτες.

Λέσβος, που η κάθε Φρύνη σου ποθεί η μια την άλλη,
και βρίσκει πάντα αντίλαλο εκεί ο στεναγμός,
όσο την Πάφο εσένα σε θαυμάζουνε τ' αστέρια,
κι η Αφροδίτη δίκαια ζηλεύει τη Σαπφώ!
Λέσβος, που η κάθε Φρύνη σου ποθεί η μια την άλλη,

Λέσβος, με τις παράφορες και φλογισμένες νύχτες,
μες σε καθρέφτες κορασιές με μάτια ολοσβηστά
επιθυμώντας άγονα το άκαρπο κορμί τους
της ήβης τους μεστούς καρπούς θωπεύουν τρυφερά· 
Λέσβος, με τις παράφορες και φλογισμένες νύχτες,

τον Πλάτωνα τον αυστηρό τώρα λησμόνησέ τον· 
την άφεση στη δίνουνε τ' αμέτρητα φιλιά,
βασίλισσα χώρας τερπνής, ευγενική, εγκάρδια,
που επινοείς αέναα χάδια ηδονικά.
τον Πλάτωνα τον αυστηρό τώρα λησμόνησέ τον.

Την άφεση σ' τη δίνει εσέ το αιώνιο μαρτύριο,
που τις φιλόδοξες καρδιές επίμονα εξαντλεί,
όμως το παίρνει μακριά ένα καθάριο γέλιο
μισοϊδωμένο τώρα πια σε άλλη ανατολή!
Την άφεση σ' τη δίνει εσέ το αιώνιο μαρτύριο!

Λέσβος, μα ποιος τολμά να γίνει δικαστής σου,
εξαντλημένη και ωχρή να σε κατηγορεί,
αν δε ζυγίσει σε χρυσό ζυγό τα δάκρυά σου,
ποτάμια δάκρυα στη θάλασσα που έχουν χυθεί;
Λέσβος, μα ποιος τολμά να γίνει δικαστής σου;

Τι κι αν οι νόμοι μάς μιλούν για δίκιο ή αδικία;
Παρθένες απαράμιλλες, του Αιγαίου δοξασμός,
είναι η θρησκεία σας σεβαστή σαν κάθε άλλη θρησκεία,
και του έρωτα περίγελος ο Άδης κι ο Ουρανός!
Τι κι αν οι νόμοι μάς μιλούν για δίκιο ή αδικία;

Εμένα η Λέσβος διάλεξε να ψάλλω το τραγούδι,
των ανθισμένων κοριτσιών να πω το μυστικό,
εμέ που γνώρισα παιδί το σκοτεινό μυστήριο
που σμίγει γέλιο ξέφρενο και θρήνο γοερό· 
Εμένα η Λέσβος διάλεξε να ψάλλω το τραγούδι.

Και από τότε αγρυπνώ στην άκρη του Λευκάτα,
φρουρός με μάτια σίγουρα, διαπεραστικά,
παραφυλώντας για να δω γολέτα ή φρεγάτα,
σκιές που τρέμουν μακριά σε πλάτη γαλανά· 
Και από τότε αγρυπνώ στην άκρη του Λευκάτα,

να μάθω αν είν' η θάλασσα πονετική, γαλήνια
και μέσα στ' αναφιλητά που ο βράχος αντηχεί
στη Λέσβο, που όλο συγχωρεί, εάν θα φέρει πίσω
το λατρεμένο της Σαπφώς λείψανο που είχε βγει
να μάθει αν είν' η θάλασσα πονετική, γαλήνια!

Της Ψάπφας της αρρενωπής που έγραφε κι αγαπούσε,
πιο όμορφη απ' την Κυπρίδα, θλιμμένη και χλωμή!
- Τα γαλανά νικήθηκαν από τα σκούρα μάτια
με κύκλους μαύρους, μελανούς από τη συντριβή
Της Ψάπφας της αρρενωπής που έγραφε κι αγαπούσε!

- Πιο όμορφη απ' την Κυπρίδα την αναδυομένη,
που χύνονταν τριγύρω της γαλήνιος θησαυρός
τα ολόφωτα, τα θεϊκά, τα ολόξανθά της νιάτα,
και θαύμαζε ο πατέρας της γερο-Ωκεανός· 
 Πιο όμορφη απ' την Κυπρίδα την αναδυομένη!

- Ναι, της Σαπφώς που πέθανε της προδοσίας τη μέρα,
όταν τους όρκους πάτησε και έγινε βορά
προσφέροντας τ' ωραίο κορμί υπέρτατη θυσία
σ' ένα χυδαίο εγωιστή που χτύπησε σκληρά
αυτή που έτσι πέθανε της προδοσίας τη μέρα.

Κι είναι από κείνο τον καιρό που η Λέσβος χύνει δάκρυα
και στέκεται ατάραχη που ο κόσμος την τιμά
μα κάθε νύχτα απ' την κραυγή της θύελλας μεθάει
σαν η παντέρμη ακρογιαλιά στον ουρανό μιλά!
Κι είναι από κείνο τον καιρό που η Λέσβος χύνει δάκρυα!

Με αυτήν την μικρή μου αναφορά στη ζωή και στο έργο του Σαρλ Μπωντλαίρ θέλησα να σας δώσω μια εικονα της φυσιογνωμίας του πολύ μεγάλου αυτού στοχαστή-ποιητή, που το έργο του και κυρίως τα μεγαλειώδη Άνθη του κακού, είχε τεράστιο αντίκτυπο σε όλη τη Γαλλική , αλλά και την παγκόσμια ποίηση, καθώς αποτελεί την κριτική και τη σύνθεση του ίδιου του Ρομαντισμού, για άλλους δε είναι η θεμελίωση  του συμβολισμού και για άλλους πάλι, αμφότερα. Ο Μπωντλαίρ θεωρείται επίσης ο πατέρας του πνεύματος της παρακμής με στόχο τον σκανδαλισμό της αστικής τάξης. Όλοι πάντως συμφωνούν στο ότι το έργο του άνοιξε ένα νέο εξαιρετικό δρόμο για την σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση.

Ελπίζω κάπως να τα κατάφερα, μέσα από τον προσωπικό μου θαυμασμό και την αγάπη μου προς το έργο του, να σας σκιαγράφησα την αξία του μεγάλου αυτού Ποιητή.

Γιώργης Δρυμωνιάτης