δείκτες σπασμένων ρολογιών Και ταξιδεύεις και συ, η ιδέα, μαζί μου, στο σκότος της μάζας της μαύρης, της ύλης της φτηνής και αόριστης, στο χάος της ενέργειας που δεν φαίνεται, στων σκοτεινών διαδρομών τη μαγεία, στα εκμαγεία του ζην, ελεγεία στο μέσα όλον του κόσμου μου, που σκότος ανάκατο με φως, σαν το μέγιστο, σαν το πλείστον του όλου σύμπαντος. Ελαχιστότατο ποσοστό το φως στ’ απέραντο έρεβος του χάους. Αλλ’ όμως πριν επανέλθω στην πλήρη κατάτμηση, στα εξ ων συνετέθηκα, στα κβάντα και στα -όνια που συναποτελούν το τυχαίο υπαρκτό του μικρού εγώ μου, φεύγω οδεύοντας μεν προς την άγνοια, μ’ αναζητώντας την έλλογη γνώση. Και στα στενά όρια του νου ταξιδεύεις μαζί μου και συ, η ιδέα, να οι ράγες των αόρατων οριζόντων μας. Γέννηση, Έρωτας, Πόνος, Χαρά, Κηδεία, έλα καλή μου, ακλούθα με, πάνω σε τούτες τις ράγες, χέρι με χέρι ας προστρέξουμε κι ας εκλείψουμε όμοια μόνοι. Τελειώνει η αρχή μας εκεί, στην απαρχή που ο χρόνος ματαιώνει τη φωνή με μια στοναχή π’ αντηχεί στου αιώνιου τα τοιχώματα, στους διαδρόμους, στους δρόμους της αβύσσου. Κι όλα απ’ την αρχή μες στο σπέρμα, ως Ζωή, ως Ιδέα, ως Αγάπη. Ταλάντωση της χορδής. Εναλλάξ παππούς, πατέρας, παιδί. Πορεία κυκλική, ημικυκλική, τελική. Τι κακός αυτός ο σφαιρικός ο δαίμονας του μηδενός! Κι αναρωτώ του νου μου το κενό: Πάνω σε δείκτες σπασμένων ρολογιών η τρανή διαδρομή του μιγαδικού αριθμού μας; Ταξίδι αναψυχής του ενός με ρότα απ’ το μηδέν προς το τίποτα; Ίσως καλή μου, ίσως. Αλλ’ ίσως και το παν πάνω σ’ αυτούς τους δείκτες, στα καμπυλωμένα δάκρυα του σπασμένου χρόνου που στήνει θάνατο στον έρωτα, καθώς μας διαπερνά. Απ' τη χαρά του Θεού ας κλέψουμε έστω το χ του αγνώστου. Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης Από την συλλογή "ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΠΑΣΜΕΝΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ"
H Σεβάσμια
μορφή, με βιβλική γενειάδα, μεγάλα εκφραστικά μαύρα μάτια, γλυκύ βλέμμα που κοιτάει μακριά και βαθια. Μια εικόνα Ποίησης σε πρόσωπο Ανθρώπου!
Το ηλιοτρόπιο ντροπιαζόταν
να ονομάσει το χαμολούλουδο συγγενή του.
Κι ο ήλιος εσηκώθηκε
και λέει με ένα γέλιο του σε αυτό:
"Είσαι καλά αγαπούλα μου;"
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΟΣ
Ήρθα μόνος στο δρόμο της πίστης μου .
Αλλά
ποιος είναι αυτός ο εαυτός μου μέσα στο σκοτάδι;
Παραμέρισα για ν' αποφύγω την
παρουσία του
αλλά δεν του ξέφυγα.
Κάνει την σκόνη να σηκώνεται από την γη με το
σίγουρο βάδισμα του.
Προσθέτει τη δυνατή του φωνή σε κάθε λέξη που προφέρω.
Είναι ο μικρός μου εαυτός, ο αφέντης μου που δεν γνωρίζει ντροπή.
Αλλά εγώ
ντρέπομαι να περάσω την πόρτα σου
με την συντροφιά του.
Διαβάζοντας τον πολύ μεγάλο αυτό Ινδό Ποιητή, ξαναλέω αυτό που πιστεύω εδώ και χρόνια: Η μεγαλειώδης Ποίηση, δεν χρειάζεται αναλύσεις. Χρειάζεται μόνο να αφήσεις και νου και ψυχή εντελώς ελεύθερα κι αδέσμευτα από κάθε τι καθημερινό, για να εισχωρήσει αυτούσιος οΜεγάλος λόγος μέσα τους και να εκπληρώσει όλους τους σκοπούς του. Να σε τέρψει, να σε διδάξει, να σε εκτινάξει από τα χάμω σου προς τ' άνω της ύπαρξης. Όσες φορές κι αν έχω διαβάσει Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, αυτό έχω κάνει. Κι έχω διδαχθεί από τη ξεχωριστή σοφία του κι έχω συγκινηθεί κι έχω χαρεί κι έχω ανέβει ένα σκαλοπάτι πιο πάνω στην ύπαρξη. Υπ' αυτό το πρίσμα θα θελήσω να σας δώσω λίγα δείγματα του λόγου του σήμερα εδώ. Αξίζει να τον αγαπήσετε.
Eίσαι ο ουρανός ο απέραντος κι είσαι κι η μικρή φωλιά
[...].
Η ακτίνα Σου έρχεται απάνω σε τούτη τη γη, τη δική μου,
με αγκαλιά ορθάνοιχτη, όλη την ημέρα, για να φέρει σα
γυρίσει
πίσω στα πόδια Σου σύννεφα
γινωμένα από τα δάκρυά μου,
από τους στεναγμούς μου κι από τα τραγούδια μου [...].
Πάντα στη ζωή μου Σε αναζήτησα με τα τραγούδια μου.
Ήταν αυτά που μ’ οδήγησαν από πόρτα σε πόρτα και μ’ αυτά
ένιωσα
ολόγυρά μου, ψάχνοντας κι αγγίζοντας τον κόσμο μου.
Γεννήθηκε στην Καλκούτα, στη δυτική Βεγγάλη. Ήταν το δέκατο τέταρτο παιδί
του Ντεμπεντρανάθ Ταγκόρ, ενός εκ των ιδρυτών του κινήματος Μπράχμο Σαμαζ (Brahmo
Samaj). Μεγάλωσε σε οικογένεια
καλλιτεχνών και κοινωνικών και θρησκευτικών μεταρρυθμιστών που αντιτίθονταν στο
σύστημα των καστών και προωθούσαν βελτιώσεις στη θέση της Ινδής γυναίκας . Η οικογένεια του Ταγκόρ άνηκε στην υψηλότερη κάστα.
Πρωταγωνίστησε στην “Αναγέννηση της Βεγγάλης”, όπως ονομάστηκε η άνθηση των
γραμμάτων και των τεχνών σ’ εκείνη την επαρχία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Απ’ τα δεκατρία αδέλφια του Ραμπιντρανάθ οι περισσότεροι
έγιναν διανοούμενοι, καλλιτέχνες, μουσικοί και λογοτέχνες. (Μόνο ένας έγινε
ποδοσφαιριστής).
Ο Ραμπιντρανάθ ήταν χορτοφάγος.
Ο Ταγκόρ σπούδασε στην Καλκούτα και την Αγγλία. Είναι γνωστός τόσο ως ποιητής όσο και ως φιλόσοφος, αν
και οι δύο αυτές τέχνες είναι συχνά συνεκτικά δεμένες στον ινδικό πολιτισμό. Ετσι,ενυπάρχει μία υπονοούμενη ανατολική βαθιά φιλοσοφία εντός της ποίησης του Ταγκόρ.
"Με τη δύναμη της Θέλησης
ο άνθρωπος αλλάζει τον εαυτό του.
Με τη δύναμη της Αγάπης αλλάζει τους άλλους.
Με τη δύναμη της Σκέψης αλλάζει τον κόσμο"
Ένα υπέροχο ποιημά του ακούστε το εδώ από τη φωνή του Κώστα Καράλη, μελοποιημένο από το Γιώργο Στεφανάκη.
Σήκωσε τη ζωή μου απ' τη σκόνη κράτησέ την
Κράτησέ την κάτω απ' τα μάτια σου στη παλάμη του δεξιού σου χεριού κράτησέ την
Κράτησε την στο φως κρύψε την κάτω απ' τη σκιά του θανάτου κράτησέ την
Κράτησέ την στο κασκέτο της νύχτας με τ' αστέρια σου και το πρωί άφησέ την
Άφησέ την να πάει ανάμεσα στα λουλούδια που ανθίζουν γεμάτα λατρεία άφησέ την.
Όταν ο δυτικός κόσμος τον πρωτογνώρισε, το 1912, ήξερε ελάχιστα
γι’ αυτόν τον άλλο τρόπο σκέψης. Έτσι ο Ταγκόρ κατέκτησε την Ευρώπη και τις ΗΠΑ
μέσα σ’ ένα χρόνο. Ο ίδιος ήταν homo universalis, πολυμαθής που ασχολήθηκε με
κάθε επιστήμη, κάθε τέχνη και φιλοσοφία. Το 1912, όταν ήταν πενήντα χρονών, είχε κερδίσει την
αναγνώριση στην Ινδία, αλλά ο υπόλοιπος κόσμος τον περίμενε. Εκείνη τη χρονιά αποφάσισε να συνοδεύσει τον γιο του στην
Αγγλία, για να σπουδάσει. Το ταξίδι διήρκεσε δυο μήνες και στο κατάστρωμα ο
Ραμπιντρανάθ έγραφε στίχους στα αγγλικά. Ήταν ποιήματα σαν αποφθέγματα μικρά, λαμπυρίδες, που έμοιαζαν να εμπεριέχουν σε λίγες λέξεις όλη τη σοφία της Μπαγκαβάτ Γκίτα. Όταν έφτασαν στην Αγγλία η βαλίτσα του Ταγκόρ, μαζί με τα
τετράδια και τα ποιήματα, χάθηκε ή κλάπηκε. Εκείνος αδιαφόρησε για την απώλεια.
Όμως λίγες μέρες μετά, απροσδόκητα, η βαλίτσα εμφανίστηκε.
Ίσως ο κλέφτης διάβασε τα ποιήματα και μετανόησε.
Ο Ταγκόρ έδωσε τα τετράδια σε κάποιους Άγγλους φίλους του.
Εκείνοι τα πέρασαν στο μεγάλο Ιρλανδό ποιητή William Butler Yeats (γνωστό ως
W.B. Yeats)
“Αυτά τα ποιήματα συντάραξαν το αίμα μου, όπως τίποτα άλλο
εδώ και χρόνια”, δήλωσε ο Yeats.
Κάποια απ’ τα ποιήματα του εκδόθηκαν αμέσως. Ακολούθησε αμέσως κάτι που μοιάζει με μανία . Ο Ταγκόρ έγινε ποπ είδωλο,
πριν ακόμα καθιερωθεί ο όρος “ποπ”.
Ο Αντρέ Ζιντ, ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ και ο Μπόρις Πάστερνακ,
μετέφρασαν τα ποιήματα του στα γαλλικά, ισπανικά και ρώσικα. Στη Γερμανία τον αποθέωσε ο Τόμας Μαν.
Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του με τον δυτικό κόσμο, το
1913, ο Ταγκόρ έλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ήταν ο πρώτος, όχι μόνο Ασιάτης,
αλλά ο πρώτος μη-Ευρωπαίος που λάμβανε αυτή τη διάκριση.
Αργότερα συναντήθηκε με το μεγάλο σοφό-φυσικό,
τον Αλβέρτο Αϊνστάϊν.
Οι New York Times είχαν δημοσιεύσει μια φωτογραφία τους, με
υπότιτλο: “Ένας μαθηματικός κι ένας μύστης συναντιούνται στο Μανχάταν”.Κι είναι φιλοσοφικά κειμήλια οι συναντήσεις του με τον
άνθρωπο που καθόρισε τη Φυσική στον εικοστό αιώνα, το άλλο ποπ είδωλο, τον
Αλβέρτο Αϊνστάιν.
Ο δημοσιογράφος που κατέγραψε την πρώτη συζήτηση γράφει:
“Ήταν πολύ ενδιαφέρον να τους βλέπεις μαζί. Τον Ταγκόρ, τον ποιητή, με το
κεφάλι του διανοούμενου. Και τον Αϊνστάιν, τον διανοούμενο, με το κεφάλι του
ποιητή […] Σ’ έναν παρατηρητή φαίνονταν σαν δυο πλανήτες, απασχολημένοι σε
φιλική κουβεντούλα.”
Μαζί οι δυο τους , στην κουβέντα τους είχαν διατυπώσει
συνοπτικά βαθιές φιλοσοφικές σκέψεις που διαδόθηκαν σ’ όλο τον κόσμο.
Ο Ταγκόρ είχε καταλάβει ότι δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε το
ενορατικό απ’ το λογικό, τα μαθηματικά απ’ την ποίηση. Το πνεύμα εξελίσσεται
καθώς γυρεύει το ανείπωτο.
“Η φαντασία είναι πιο σημαντική απ’ τη γνώση, γιατί η γνώση
έχει όρια”.
Σοφός είναι εκείνος που προσπαθεί να μάθει κι έχει
συνείδηση της άγνοιας του.
Όποιος ισχυρίζεται ότι κατέχει την αλήθεια
είναι είτε
ηλίθιος είτε τσαρλατάνος είτε πολιτικός.
Αξίζει να δείτε αυτό το βιντεο με Ποίηση Ταγkόρ,
που έχει ανεβάσει διαδικτυακη φίλη στο You Tube.
Στην Ελληνική βιβλιογραφία υπάρχουν πολλά μεταφρασμένα έργα του και , για όσους αγαπούν την Ποίηση και τη σοφία, αξιζει να τα αναζητήσουν.
ΤΟ ΣΠΙΤΙ
Περπατούσα μόνος πάνω στο δρόμο τον εξοχικό
την ώρα που ο
ήλιος έκρυβε φιλάργυρα
τις τελευταίες χρυσές ακτίνες. Το φως της μέρας
έσβηνε σιγά- σιγά
καθώς πλάκωνε το σκοτάδι.
Η θερισμένη γη κειτόταν σιωπηλή σαν κλαμένη χήρα.
Ξάφνου η διαπεραστική φωνή ενός παιδιού έσκισε τον αέρα,
αθέατη, αφήνοντας τη γραμμή του τραγουδιού πίσω της,
στο μουντό φως του δειλινού. Το χωριάτικο σπίτι του
βρισκόταν στην άκρη της έρημης χώρας,
πέρα από το χωράφι με τα ζαχαροκάλαμα,
κρυμμένο μέσα στις σκιές της μπανανιάς
και της αρέκας και της ινδοκαρυδιάς.
Σταμάτησα για μια στιγμή το μοναχικό μου περίπατο
κάτω από το φως των άστρων,
και είδα μπροστά μου τη σκοτεινιασμένη γη
ν' αγκαλιάζει με τα χέρια της αναρίθμητα σπίτια
γεμάτα κούνιες και κρεβάτια,
μητρικές καρδιές και βραδινές
λάμπες,
και μικρές ζωές, γεμάτες από μια χαρά
που δεν ξέρει τίποτα για το τι αξία έχει για τον κόσμο.
Έφυγε προς τ’ αψηλά σαν σήμερα, στις
3/1/1911, μα δεν έφυγε ποτέ από τις ψυχές όλων των μεταγενέστερών του γενεών
Ελλήνων.
(Ο πατέρας μου, στα 14 μου, μου χάρισε στη γιορτή μου τα
Άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Τον ευγνωμονώ που με γέννησε εν πρώτοις και
που μου δώρισε αυτόν το θησαυρό, ανώτερο θαρρώ από κάθε άλλο δώρο εξ όσων στο βίο μου εναπόθεσε. )
Τον Άγιο των Ελληνικών γραμμάτων, τον θαυμαστό
αυτόν κοσμοκαλόγερο, τον Αλέξανδρο Εμμανουήλ που έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο Παπαδιαμάντης (από το
μικρό όνομα του πατέρα του παπά-Αδαμάντιου Εμμανουήλ) λίγο πολύ όλοι μας τον
γνωρίζουμε σαν τον κορυφαίο μας διηγηματογράφο που η πένα του χάραξε ανεξίτηλες
σελίδες Ελληνικού λόγου τα πρώτα εκείνα χρόνια της Εθνικής μας ανεξαρτησίας που
το πνεύμα και ο λόγιος λόγος για λίγους ακόμα από τους νεοέλληνες αποτελούσε
προνόμιο. Αλλά ο μέγιστος αυτός συγγραφέας, δεν ήταν απλά συγγραφέας. Όπως είπε
ο Κωστής Παλαμάς, « Ὁ Ἀλέξαντρος Παπαδιαμάντης, ποιητὴς μὲ τὸν πεζὸ τὸ λόγο, καὶ
κάποτε, μὰ πολὺ σπάνια, μὲ τὸ στίχο, είναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ξεχωριστοὺς ἁρμονικοὺς
ἀντιπροσώπους τῆς νέας καὶ ἄμουσης ἀκόμα σὲ πολλὰ ἑλληνικῆς ψυχῆς ». Ποιητής με
τον πεζό το λόγο. Κατά κύριο λόγο, αυτό υπήρξε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Αλλά
και ως καθαυτό Ποιητής αν λογαριαστεί μέσα από τα ελάχιστα ποιήματα που έχει γράψει,
δεν μπορεί παρά και ως σπουδαιος Ποιητής να χαρακτηριστεί.
Με το κείμενό μου τούτο, θέλω να
αναδείξω αυτήν την πλευρά του μεγάλου μας συγγραφέα. Την Ποιητική. Τα θαυμαστά διηγήματά
του βασικά, αλλά και οι νουβέλες και τα μυθιστορήματά του , γραμμένα με μια
ξεχωριστή προσωπική γραφή σε γλώσσα καθαρεύουσα μέσα στην οποία συχνά
εμπλέκονταν οι ιδιωματισμοί της διαλέκτου του νησιού του τον καταξίωσαν ως
κορυφαίο λαξευτή του νεοελληνικού λόγου. Η ποίησή του, γραμμένη εκείνη κυρίως
στη δημοτική, την καθομιλουμένη γλώσσα, στάθηκε δίπλα στα πεζά του για να μας δείξει
τη μεγάλη λυρική ψυχή, την γεμάτη συναισθήματα και αγάπη που κρυβόταν μέσα σε
αυτό το ταλαιπωρημένο, μα αγιοπρόσωπο κορμί, που και με πεζά λόγια, ποίηση
έγραφε. Έτσι το συνολικό έργο του Παπαδιαμάντη έφτασε να αποτελεί κορωνίδα των
νεοελληνικών γραμμάτων, φάρο και καθοδηγητή και στήριγμα των ψυχών των
Νεοελλήνων. Όπως είπε ο Οδυσσέας Ελύτης: « Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδελφοί,
ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο
Παπαδιαμάντη» .
Ως Ποιητή λοιπόν ας τον δούμε σήμερα, τιμώντας την μνήμη του.
Ο
Παπαδιαμάντης λοιπόν γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1851 και γονείς του ήταν ο ιερέας
Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Αγγελική (Γκιουλώ) το γένος Μωραϊτίδη, με καταγωγή
από αρχοντική οικογένεια του Μυστρά. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά παιδιά (τα δύο
πέθαναν μικρά) και εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη
θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα εξωκκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου
περίγυρου. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια χριστιανοπρεπή ιδιοσυγκρασία, που διατήρησε
με πείσμα ως το τέλος της ζωής του.
Πάντα
φτωχός, άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και
προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του
Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος
μοναχός.[2] Μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να φέρει το «αγγελικό σχήμα»,
επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου
Αθηνών, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκανε, δεν την τελείωσε, γιατί η
φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του του στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια.
Το ότι δεν πήρε το δίπλωμά του στοίχισε στον πατέρα του, ο οποίος τον περίμενε
να γυρίσει καθηγητής στο νησί και να βοηθήσει τις τέσσερις αδελφές του. Οι
τρεις από αυτές παρέμειναν ανύπαντρες και του παραστάθηκαν με αφοσίωση σε όλες
τις δύσκολες στιγμές του - όπως όταν, επί παραδείγματι, απογοητευμένος από τη
ζωή της Αθήνας, αναζητούσε καταφύγιο στη Σκιάθο. Ωστόσο, επειδή οι οικονομικές
του ανάγκες ήταν πολλές, σύντομα αναγκαζόταν να επιστρέψει στην Αθήνα. Γενικά Του
άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική
ανακούφιση ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον
ποιητικότατο πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα
ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του.
Αυτός
ο περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής, με την παράλληλη προσήλωσή του στην
Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοση, τον έκανε να μοιάζει με
κοσμοκαλόγερο. Συνήθιζε να ψάλλει στον Ι. Ναό του Αγίου Ελισσαίου ως δεξιός
ψάλτης, ενώ στον ίδιο ναό, έψαλλε ως αριστερός ψάλτης ο εξάδελφός του και
συγγραφέας Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και εφημέριος ήταν ο (στις μέρες μας
ανακηρυγμένος Άγιος) παπα Νικόλας Πλανάς.
OΑλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε μια τραγική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας με τόσο πολλές όψεις που ακόμη τον ανακαλύπτουμε. Έζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.
Αυτή
ήταν η Ακριβούλα
η
εγγόνα της γριάς Λούκαινας
Φύκια
ήταν τα στεφάνια της
κοχύλια
τα προικιά της
Κι
η γριά ακόμα, ακόμα μοιρολογά
τα
γεννοβόλια της τα παλιά
Σαν
να μην είχανε ποτέ τους τελειωμό
τα
πάθια κι οι καημοί του κόσμου
Σαν
να μην είχανε ποτέ τους τελειωμό
τα
πάθια κι οι καημοί του κόσμου
Αυτή
ήταν η Ακριβούλα
η
εγγόνα της γριάς Λούκαινας
Ανέραστος ίσως εν σώματι, όμως μέγας εραστής με την ψυχή, λάτρης του έρωτα και μέγας υμνωδός του, έγραψε λίγους αλλά θαυμάσιους ερωτικούς στίχους. Ακούστε μελοποιημένους τέτοιους στίχους του.
ΕΙΚΟΝ’
ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗ
Eικόν’
αχειροποίητη, που στην καρδιά μου σ’ είχα,
κ’
είχα για μόνο φυλαχτό μια της κορφής σου τρίχα.
Oνείρατα
στον ύπνο μου μαυροφτερουγιασμένα,
σαν
περιστέρι στη σπηλιά μ’ ετάραξαν για σένα.
Kίνδυνο,
μαύρο σύννεφο, οι μάγισσες μου λένε·
τ’
αηδόνια αυτά που κελαδούν μου φαίνονται να κλαίνε.
Να
σε χαρεί κι η άνοιξη μαζί με τα λουλούδια
όπου
‘ναι σαν αμέτρητα ζωγραφιστά τραγούδια.
Συ
στο σκολειό δεν έμαθες να γράφης ραβασάκια·
στα
χείλη σου τα ρόδινα πού τά ‘βρες τα φαρμάκια;
Στα
μάτια τα ψιχαλιστά πόχ’ έρωτας καρτέρι,
πόσο
μεθύσι μέθυσα ένας Θεός το ξέρει.
Τη
χάρη σου τη σπλαχνική μη μ’ αρνηστείς αρνί μου
αγάπη
μου αιώνια αγάπη μου στερνή μου.
Το έργο του έχει περιλάβει όλους τους τομείς της ζωής κι αν κρίνεται κατ' αρχήν ως ηθικολογικό και λαογραφικό κυρίως, άπτεται πάντως όλωνν των εκφάνσεων της ζωής και της πολιτικής ακόμη περιλαμβανομένης και περιέχει ένα πλήθος αποφθεγμάτων της κατασταλλαγμένης σοφίας στην οποία δεν τον είχαν οδηγήσει τίτλοι πανεπιστημιακοί και σπουδές σπουδαίες, αλλά αυτός καθαυτός ο λιτός και έντιμος βίος του και η καθαρή διάνοιά του.
Νύχτα βασάνου
Περ. «Η Μούσα», 1903.
Πότε, μάτια μου καημένα,
θὰ κλειστῆτε στὴ σιγή,
νὰ χαρίσετε σ' ἐμένα
ὕπνο, ἀνάπαψη πικρή;
Ἁφουγκράσου! Πῶς τ' ἀηδόνι
λούφαξε στὴν ἐρημιά.
Ἄκουσ' ἄκουσε τὸν γκιόνη,
παύει νὰ μοιρολογᾶ...
Καὶ τ' ἀστέρια, μαραμένα
λουλουδάκια τοῦ θεοῦ,
σβυόνται, πέφτουν ὁλοένα
ἀπ' τὸν κάμπο τ' οὐρανοῦ.
Καὶ τὸ πυροφάνι ἐχάθη,
ποὺ στὴν ἔρμη ἀκρογιαλιὰ
φέγγει τοῦ γιαλοῦ τὰ βάθη
κι' ἀντιλάμπει στὴ στεριά.
Κι' ἡ Λαλιὼ ποὺ τ' ἀγναντεύει
μὲ λαχτάρα ἡ λυγερή,
σφάλησε τὸ τζάμι, φεύγει·
ἄχ! τί ὄνειρο θὰ ἰδεῖ...
Μοναχὸς ἐγὼ ἀγρυπνάω,
νυχτερεύω μοναχός·
λεημοσύνη σᾶς ζητάω
νύχτα, δόλι' ἀγάπη, φῶς!
Ναί, μὰ τὸ ἱερὸ σκοτάδι,
ναί, μὰ τ' ἄστρο τῆς αὐγῆς,
οὔτε ὕπνος, γιὰ σημάδι,
στὴ γαλήνη αὐτῆς τῆς γῆς!
Γίνε, νύχτα, συντροφιά μου,
στὴ βαθειά, ἄπειρη σιγή·
ἔλα μὲς στὴν ἀγκαλιά μου,
δός μου ἀνάπαψη πικρή.
Παραθέτω εδώ μερικές από τις αποφθεγματικές εκφράσεις που περιέχονται μεταξύ άλλων πολλών μέσα στα θαυμάσια διηγήματά του.
• Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκεν την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου
•Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρη σώματα και ψυχάς.
•Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.
•Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός. Μόνον κατά πρόσχημα είναι η χριστιανοσύνη.
•Καίτοι αγράμματη, η γραία μ’ εδίδαξεν ότι εις την ελληνικήν γλώσσαν, άλλως νοούμεν, άλλως ομιλούμεν και άλλως γράφομεν.
•Για ν’ αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν είναι, πρέπη νάχει μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είναι αυτός μ’ ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπίτια, να καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια, με τριανταέξ τα εκατό θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι.
•Πάντοτε αμετάβλητοι οι σχοινοβάται ούτοι οι Αθίγγανοι, οι γελωτοποιοί ούτοι πίθηκοι (καλώ δε ούτω τους λεγομένους πολιτικούς). Μαύροι χαλκείς κατασκευάζοντες δεσμά δια τους λαούς εν τη βαθυζόφω σκοτία του αιωνίου εργαστηρίου των.
•Άνευ ψεύδους ουδεμία υπόθεσις ευοδούται.
•Αχ! κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της.
(«Η Φόνισσα»)
•Και εξ όλων των καρπών ο μόνος, όστις δεν χρήζει ούτε καιρού ούτε ώρας διά να ωριμάση, είναι ο σατανικός έρως.
•Η αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος, και διά τούτο δεν την λέγουσι ποτέ οι φρόνιμοι και ηλικιωμένοι άνθρωποι, αλλά την ομολογούσιν οι μεθυσμένοι, οι τρελλοί, οι άρρωστοι και τα μικρά παιδία.
Για
τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη θα μπορούσα να σας μιλώ ολόκληρη τη ζωή μου και λίγη πολύ λίγη θα ήταν
και δεν θα με έφτανε να σας πω όσα θέλω να πω γι’ αυτό τον μέγιστο , την κορυφή
των κορυφών, όπως τον χαρακτήρισε ο Καβάφης. Μα τα λίγα τούτα που από ψυχής σας είπα για Εκείνον, πιστεύω να ανανέωσαν και να δυνάμωσαν την αγάπης σας γι’
αυτόν, μια ς και νομίζω πως δεν υπάρχει κανένας μεταξύ μας που να μην τον λατρεύει.
Κλείνοντας
θέλω να πω κάτι προς εκείνον!
Τι
κρίμα να μην είναι όλοι οι άνθρωποι σαν εσένα, Άγιε των γραμμάτων μας. Θα
ειχαμε μια τέλεια ανθρωπότητα.
Ας είναι αιώνια η μνήμη σου Αλέξανδρε, εν αγίοις και
εν ανθρώποις θαυμαστέ. Γιώργης Δρυμωνιάτης.
-Εντούτοις, είπε ο πατέρας, έχομε
πει πως όπως τον βρίσκουμε τον καιρό θα τον αρμενίζουμε. Κι αφού αποφάσισε ο νέος
χρόνος να μας έρθει ντυμένος στα πάλλευκα, εν λευκώ κι εμείς τον καλωσορίζουμε
και βγάλτε γρήγορα τις μύτες κάτω από τα σεντόνια να πάμε να λειτουργηθούμε.
Άγιος Βασίλης είναι αυτός, δεν θα τον αφήσουμε ατίμητο στην μέρα του.
- Μπαμπά γιατί τον βάλανε τον
Άγιο Βασίλη την πρώτη τού χρόνου να τον γιορτάζουμε και δεν βάλανε τον Αη Γιώργη
που είναι και δίπλα στο σπίτι μας η εκκλησία του, να μην τρέχουμε μέσα στα
χιόνια, ρώτησε η εννιάχρονη Αργυρώ τον πατέρα της, ξεπροβάλλοντας το μελαχρινό της
κεφαλάκι κάτω από τις κουβέρτες, με απροθυμία μεν στο να ξεφύγει από τη
ζεστασιά του κρεβατιού , μα και με πόθο ταυτόχρονα να βγει γρήγορα έξω και να
πιάσει τις χιονιές με τ’ άλλα τα παιδιά.
Σπάνιο ήταν στο νότιο νησί το να
πέσει χιόνι, αλλ’ ευτυχώς το χωριό τους ήταν το ορεινότερο του νησιού κι όταν
ευδοκούσαν ο Θεός κι ο Βοριάς και το έφερναν προς τα μέρη τους, άσπριζε πρώτο
και καλύτερο το μικρό τους τούτο χωριό, που τα σπιτάκια του σαν πρόβατα έβοσκαν
στη βορειοανατολική πλαγιά της Βίγλας, του ψηλότερου βουνού του νησιού.
Επομένως, σκεπτόταν η Αργυρώ, καλό το χουζούρι, αλλά δεν πρέπει να χάσουμε και
την ευκαιρία. Τα χιόνια μοιάζουν σαν όλες τις χαρές, σε δύο μέρες λιώνουν και
τελειώνουν.
-Διότι ο Άη Βασίλης πάει παντού
με τα πόδια ο καημένος κι επειδή κάποιος με άγια πόδια πρέπει να μας κάνει καλό
ποδαρικό, γι’ αυτό τον βάλανε και τον γιορτάζουμε πρωτοχρονιά, Αργυρώ μου, είπε
ο πατέρας. Να ‘ χουμε όλο το χρόνο ευλογία από καλό ποδαρικό. Ο Αη Γιώργης
είναι καβάλα στ’ άλογο. Τ’ άλογο θέλατε να μας κάμει ποδαρικό με τα τέσσερά του
πόδια; Άντε σηκωθείτε τώρα!
-Μπαμπά, ο Άγιος Βασίλης έχει
φτερά και μπαίνει από τις καμινάδες, δεν έχει πόδια. Άλλα μας λες το βράδυ,
άλλα το πρωί; φώναξε κάπως θυμωμένη με την ανακολουθία των λόγων του πατέρα, η
μικρότερη , η κοκκινομάλλα η Βασιλικούλα, χωμένη μέσα στις πατανίες ακόμα κι
αυτή.
- Άντε χαδούλια μου, άντε πάνω τώρα,
άντε κι έχουμε και τη γιορτούλα σου μικρό
μου σήμερα και ποιος τις χάρες σου, τις χάιδεψε τρυφερά στα κεφαλάκια η μητέρα
και τις δυο.
Οι εποχές λοιπόν εκείνες της υλικής
φτώχειας και των ελλιπών μέσων, που οι άνθρωποι όμως ήσαν ήσυχοι και ήρεμοι και
ευθείς και δίκαιοι και ζούσαν απλά, με αγάπη μέσα σε όμορφες και συμπαγείς
οικογένειες, με αξίες, με ήθη, με έθιμα πολλά κι όχι με πολλούς πολλούς νόμους,
όχι ως πλήθη μέσα σε μία απρόσωπη πόλη, αλλά ως πρόσωπα μέσα σε ένα ανθρώπινο
χωριό, χωρίς μεγάλη ευμάρεια αγαθών, αλλά με πλήρη ευδαιμονία πνευμάτων, οι
εποχές εκείνες από απόψεως ευτυχίας ήσαν απείρως ευτυχέστερες από τις εποχές
τούτες που πλούσιες και καλά οργανωμένες χώρες με πομπώδεις αγορές της αφθονίας
και με χρήμα ρέον ως ποταμός, βρίθουν όμως από κακέκτυπα ανθρώπων, ανθρωπάρια
φοβισμένα και δυστυχισμένα, χαμερπείς υπάρξεις που δεν ζουν, αλλ’ απλώς
διαβιούν επί του φλοιού του δεδοξασμένου τούτου πλανήτη. Οι λέξεις άστεγος,
καταχρεωμένος, καταθλιπτικός, μάνατζερ,
τεχνοκράτης, τρομοκράτης και άλλες πολλές παρόμοιες και εξίσου επώδυνες δεν ήσαν
καταχωρημένες στο λεξιλόγιο του κόσμου εκείνου. Και ο πιθανός Θεός ήταν πολύ πιο
πιθανόν αν είναι εγκατεστημένος στις ψυχές εκείνων των αγνών και άρα υπαρκτός,
παρά στα παλάτια των σημερινών ευδαιμόνων του χρήματος και της αδικίας που τον
καθιστούν ανύπαρκτο και ξένον προς την ανθρώπινη φύση.
Μετά τον τριήμερο χιονιά, ένας Ήλιος εκλαμπρότατος είχε ανέβει σήμερα
ψηλά, στο ημικύκλιο του Νότου και μία πλήρης νηνεμία επικρατούσε επί της λευκοφορεμένης
νήσου. Ένας ολόλευκος παράδεισος με φόντο το απέραντο βαθύ μπλε των γύρω του
νησιού τεσσάρων πελάγων και του Λακωνικού κόλπου προς βοράν συνέθεταν μία
εικόνα απερίγραπτου κάλλους και μέσα στη θεία αυτή εικόνα, κυρίαρχες οι ψυχές
των ανθρώπων πάνω σε σώματα σφριγηλά που εόρταζαν την έλευση ενός νέου χρόνου,
χρόνου ατελεύτητου, απέραντου και μη
μετρήσιμου μεν, μα για τις ανάγκες της ζωής, μετρημένου.
Κατά τις δέκα είχε τελειώσει η
εκκλησία. Στο κατάλευκο προαύλιο της εκκλησίας είχε ξεχυθεί χαρούμενος και
φωτεινός όλος ο κόσμος του χωριού, γέροντες με τα κασκέτα τους και γριές με τις
τσεμπέρες τους, μεσήλικες με όμορφη την ωριμότητα πάνω τους, έφηβοι θαλεροί με
κατακόκκινα μάγουλα και χείλη, παιδιά όμοια με πουλιά της απεραντοσύνης κι όλοι
αντάλλασαν μεταξύ τους φιλιά και ευχές και λόγια καλά αγάπης, χαρούμενοι που αξιώθηκαν
σε άλλο ένα βήμα μέσα στο χρόνο που τους αναλογεί.
Τι όμορφο που είναι να ζεις!! Να
ζεις και να χαίρεσαι μέσα στο άπλετο της φύσης το κάλλος, μέσα στις άδολες
καρδιές συνανθρώπων μη εγωιστών. Να ευδαιμονείς ενώπιον του ελαχίστου
νοιώθοντας πολύς. Ω, μέγα μυστήριο της ζωής, ας ήταν να μη σε εξευτέλιζαν ποτέ
οι ζώντες. Και τούτοι δω οι ζώντες σε τούτο τον επίγειο παράδεισο, όχι μόνο δεν
εξευτέλιζαν το μέγα μυστήριο της ζωής, όπως κάνουν οι τρέχουσες σήμερα κοινωνίες
των πολλών καλοταϊσμένων, αλλά τουναντίον το αναδείκνυαν σε αυτό που πράγματι
είναι. Ως μέγιστη εύνοια του σύμπαντος προς την ύλη, ως μέγα δώρο του άνω όντος
στα όντα τα μικρά.
- Μπάρμπα Παπά, από κόρακα σε
κάμαμε γλάρο , φώναζε και γελούσε ο μικρός ο Δημητρός κι όλα μαζί τα παιδιά
είχαν περιλάβει στις χιονομπαλιές τον αγαθό παπα Μανώλη που έσκυβε από εδώ,
έσκυβε από εκεί, μα δεν τις απέφευγε τις μπαλιές και κάθε φορά που του ερχόταν
μια στα ράσα, ευλόγαγε γελώντας τον πιτσιρικά που την αμόλυσε κι όλο
μουρμούριζε:
-Ευλοημένα να είστε παιδία μου
αγαπητά, λευκά σαν τα χιόνια, ψυχούλες μου γλυκές, ασπρίστε τον, ασπρίστε τον και
τον παπά που είναι μαύρος από τις αμαρτίες των μεγάλων και τις δικές του. Που
να φανταζόταν , ο αείμνηστος , ποιες είναι αληθώς οι αμαρτίες, που να ‘βλέπε τούτες, που συλλήβδην πια τις ζει ο
εκπολιτισμένος κόσμος που όλο για πρόοδο ομιλεί κι όλο φθορά παράγει.
Η γειτονιά τώρα μοσχομύριζε παντού
ξύλο ελιάς που καιγόταν στο τζάκι. Και μέσα στα γιορτινά τραπέζια τής κάθε
οικογένειας μοσχομύριζαν οι βασιλόπιτες και τα άλλα αγνά εδέσματα που όλα ήταν παράγωγα
των χειρών και του ιδρώτος των ανθρώπων που καλλιεργούσαν τη γη, των ωραίων
εκείνων γυναικών που μετέτρεπαν τα δώρα της γης σε εκλεχτά τραπεζώματα, όλα
ήσαν παράγωγα και όχι αγοραία. Κι η ευτυχία τού να παράγεις τα όσα σε θρέφουν
είναι ανεκτίμητη.
Και στο γιορτινό τραπέζι της οικογένειας
του Νικόλα Καρσούρη ήσαν όλα έτοιμα, καλοστρωμένα και ευωδιαστά , αγνά και
όμορφα σαν το κάλλος της ζωής. Οι δυο γονείς και τα δυο κορίτσια είχαν πάρει
θέση γύρω από το τραπέζι. Έλειπε μόνο το παλληκάρι τους, ο Γιώργης. Ο γλυκύς
και ευαίσθητος εκείνος δεκαπεντάχρονος έφηβος που μέσα του ήδη είχε αρχίσει και
παλλόταν ο έρωτας με όλα του τα ταμπούρλα καλοκουρδισμένα. Εκείνος είχε πάει
και είχε κλειστεί στην κάμαρά του και
έγραφε. Του άρεσε να γράφει, σε απομίμηση τροπαρίων, ύμνους. Αλλ’ ύμνους για
εκείνον τον Θεό που τώρα κυριαρχούσε
στην ύπαρξή του. Τον φώναξαν δύο τρεις φορές, μα εκείνος αργούσε. Ο
πατέρας έτρεξε προς την κάμαρά του. Τον είδε που έγραφε.
-Άσε μωρέ λεβέντη μου το γράψιμο
κι έλα στο τραπέζι. Πάλι τροπάρια γράφεις;
Ο Γιώργης τσαλάκωσε βιαστικά το
χαρτί, μα ο πατέρας τού το πήρε από τα χέρια. Ο νεαρός έγινε παντζάρι. Τον πήρε
από το χέρι και πήγαν στο τραπέζι που η μητέρα Ειρήνη με τις δυο κόρες τους τούς
περίμεναν. Ο πατέρας ξετσαλάκωσε το χαρτί και άρχισε να απαγγέλει:
Τροπάριο έρωτος
Με καταφιλείς με το στόμα των ουρανών σου,
ωραιότητα
κι από τα μάτια σου στάζει βροχή της ψυχής,
αστερόμορφή μου αγάπη,
άχραντη κι αγνή και μεγάλη
σαν του χιονιού τη μορφή.
Τα ματόκλαδά σου…τα ματόκλαδά σου
τα γεμάτα με φως προσκυνώ,
θυγατέρα του έρωτά
μου,
μέγα μυστήριο της ζωής,
θηλυκό μου απέραντο.
Μες στο χορό των ωρών,
μέσα στο άνακρο σύμπαν,
ας είναι αιώνια η ορμή σου,
η που κουμαντάρει τα σπλάχνα μου,
Έρωτα και Θεέ μου,
συ της ζωής χορηγέ,
θείε κι ακατάληπτε!
-Εύγε, Γιώργη μου, εύγε! Μου
αρέσει που θα γίνεις ποιητής, του είπε ο πατέρας και τον φίλησε στο μέτωπο. Το
ποίημά σου το αφιερώνω στη μητέρα σας, τον θησαυρό του σπιτικού μας.
Οι δύο γονείς δάκρυσαν. Τι ευτυχία!
Η ευλογία του έρωτα, λευκή σαν το χιόνι στην αυλή τους, είχε επικαθήσει και στην
ψυχή του γιου τους. Δάκρυσαν και τα δύο κοριτσάκια, μη ξέροντας τίποτα ακόμα για
τον έρωτα, μα λευκά ως η χιών, έτοιμα να τον υποδεχθούν μετά από λίγες ακόμα Πρωτοχρονιές ήσαν. Δάκρυσε και κοκκίνισε πολύ και ο Γιώργης κι είπε ψιθυριστά.
-Σ’ ευχαριστώ πατέρα που δεν με μάλωσες, που με
παίνεσες. Σας αγαπώ πολύ όλους εσάς, άνθρωποί μου!
Όταν είσαι ερωτευμένος με τη ζωή, αγαπάς όλην
την ανθρωπότητα!
Ω , ανθρωπιά! Κι εσύ, ω μέγιστη αγία αμαρτία, πόσο
όμορφα ξεφύτρωσες και σήμερα μέσα σε τούτο το πάλλευκο νησιώτικο τοπίο! Πόσο αισιόδοξα
πρόβαλες σαν ανεμώνη μέσα στο χιόνι κάτω από αυτόν τον υπέρθεο ουρανό,
περιτριγυρισμένη από τούτη τη γαλάζια απεραντοσύνη της θάλασσας! Μέσα σε τούτα
τα Αγιοβασιλιάτικα χιόνια πόσο λαμπρά δόξασες πάλι τη ζωή!
Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή "ΣΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΗΜΟΥΝ
ΑΝΘΡΩΠΟΣ"