ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

όταν ο έρως στη ζωή μας άρχει





…και πήραμε, που λες,  εκείνο το καράβι
με τα ολόλευκα πανιά,
να πάμε πέρα
προς του Ήλιου την απέραντη νησίδα
που σ’ αχτίνες κολυμπά.
Κι ήταν εκείνη στο τιμόνι
κι εγώ το χέρι της κρατούσα,
σ’ ένα ταξίδι που  ήμασταν μόνοι.
Δυο σώματα που ένας Θεός τα είχε δέσει
με τη χρυσή τού έρωτα καδένα
κι ήμουν εγώ γι’ αυτήν
κι αυτή για μένα
πάνω στο πλοίο της ζωής
που τράβαγε προς τα μεγάλα πάθη.
Ανήκουστα για τον ανθρώπων τα αυτιά
τα όμορφά μας λάθη.
Μα η Φύση τα ευλογούσε
και φυσούσε
τα ολόλευκα πανιά
και πλέαμε..και πλέαμε…
γελούσαμε και κλαίαμε
μέσα σε πέλαγος χαράς.
Κι ουδόλως το ρωτούσαμε
αν η νησίδα του Ήλιου υπάρχει.
Άλλωστε όλα υπάρχουν
σαν ο έρως στη ζωή μας άρχει…

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την "Μόνος στην οδό Δρυμώνος"






Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Χάιδεψε με μες στη νυχτα




Τα χέρια είναι οφθαλμοί νυκτός
και η αφή ματιά μες στο σκοτάδι.
Έλα και δώσε μου ένα χάδι
εσύ, αφίσα του φωτός,
που την καρδιά μου κουμαντάρεις.

Τ’ αστέρια είναι λίγα μάτια μου.
Έλα εσύ με την αφή. Χαλάσου.
Φέξε μου με τα δάχτυλά σου
εσύ , αστερομάτα μου,
που την καρδιά μου εξιτάρεις.

Η αγάπη είναι ο δρόμος του παντός.
Κι ο έρωτας φωτιά μες στην καρδιά μου.
Έλα συ σκλάβ’ Αρχόντισσά μου,
δέσου στο σώμα μου εντός.
συ που το νου μου αλαργάρεις.

Θα σου χαρίσω τα κομμάτια μου.
Κι απ’ το κορμί όλα στα δωρίζω
στο σώμα σου σαν τριγυρίζω.
Θα σε λατρέψω, μάτια μου,
εσέ που εντός μου ξεμπαρκάρεις.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την "Μόνος στην οδό Δρυμώνος"



Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Τις αστραπές σου θα μαζέψω



….και χάιδευε ο αγέρας τα μαλλάκια της
και φώτιζε την κώμη το φεγγάρι
και ΄κείνη έκρυβε στα χέρια τα ματάκια της
μην έρθει ο γερο-Ήλιος και τα πάρει…..
Δείξε μου, μάτια μου, τα μάτια σου.
Δεν τις φοβάμαι  'γω τις αστραπές του νου σου.
Να τις μαζέψω θέλω για να φτιάξω φως αλλόκοτο
από το φως του ουρανού σου

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Μιγαδική μονάδα





Ανατολές κοίταζε κι ηλιοβασιλέματα,
μοναχοδρομώντας στ’ άδηλο της ουσίας.
«Κατά βάση είμαι ακοινώνητος», έλεγε,
ο περιπλανώμενος ανά τους αέρηδες
και τις θύελλες κι ανά τ’ άνθη , τ’ άσπρα
και τις οξείες όλες της μοναξιάς.
Του άρεσε
να δείχνει το πρόσωπό του στη θάλασσα,
τα μάτια του στον Ήλιο,
τα ξυπόλητα πόδια του στο χώμα του ύπνου του.
Δεν ήθελε πολλά πολλά με τους πολλούς ανθρώπους.
Κι αλήθεια,
πως να συγκριθούν αυτοί με τους αέρηδες,
με τις θύελλες, με τις θάλασσες, με τον Ήλιο,
με τ’ άνθη τ’ άσπρα της μοναξιάς;
Στις λεπτομέρειες, οι άνθρωποι
χάνουν κατά κράτος, έλεγε. Δεν είναι άνθη, δεν είναι.
Ακανθόκηποι είναι οι κοινωνίες τους, έλεγε.
Κι αρέσκονταν η ύπαρξή του να ομοιάζει
ως ένα άγριο και απαλό μοναχικό λουλούδι.
Ανατολές που κοίταζε κι Ηλιοβασιλέματα
μοναχοδρομώντας στο ευτυχές,
αν κι ευτελές, -κατά τη γνώμη των πολλών-,
διάνυσμα του ενός.
Στα όρια τ’ ασύνορα
της πανταπανελεύθερης μιγαδικής μονάδας
τούτος πλανιότανε.
Ζωάκι όμορφο ανάμεσα στα ζώα της γης.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τη συλλογή "Μόνος στην οδό Δρυμώνος"

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Ομοιότης

Κοίταζα εκείνο το κίτρινο φύλλο
που ετοιμάζονταν να γκρεμιστεί
από το ύψος του Ήλιου
στο βάθος του χώματος.
Δεν είχε μάτια.
Αλλά πόσο μου έμοιαζε!!!
Πόσο!!!

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Με τον Ήλιο να δύει, με το φεγγάρι ν' ανατέλει, στου Λιμνιώνα τα μέρη









Από τη μια ο Ήλιος,
από την άλλη ο φέγγαρος
κι εγώ απένταρος,
αλλ' ευτυχής,
στην άκρη της Γης.
Στα βράχια του Λιμνιώνα
περιφερόταν
ο βράχος μου.
Κι ο Ήλιος .Κι ο Φέγγαρος.
Ο ένας ανατέλει,
ο άλλος βυθίζεται
και η μικρή καρδιά μου
ανακαινίζεται.
Κι η μακροερωμένη
 μπροστά μου βολοδέρνει,
σπάει στα βράχια της
τα τεμάχια της.
Καλόκαρδή μου θάλασσα,
πνίξε τους τούς καημούς μας
κι άνοιξε ουρανούς
μπροστά στο βλέμμα μας.
Τούτος ο τόπος είναι το αίμα μας,
εμφιαλωμένο στην ύπαρξη.
Αίμα βραχοπέλαγο, γλυκαλατισμένο!
Με κάλλος ποτισμένο.
Εϊ, Λιμνιώνα μου,
γαλήνη της αθώας αμαρτίας μου,
κράτα μου το μπαστούνι
της πορείας μου.
Να πελαγοδρομήσω
ο τυφλός στο φως.
Αχ, απαγωγέα μου,
αχ Λιμνιώνα μου!!
Δεν θέλω τίποτ' άλλο,
ούτ' άλλον έρωτα..μπορώ να πω....


ΓΙΩΡΓΗΣ Π.ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Δεν σε φοβάμαι

Νάτος και πάλι ο Θάνατος
που με παραμονεύει.
Βρε αϊ χάσου από δω!!
Είμαι μικρός ακόμα.
Κι αν ράγισ' η καρδούλα μου,
την μπάλωσα μ' αγάπη
μονομερώς μα επιτυχώς
και δεν θα σταματήσει,
όσο κι αν συ, απαίσιε,
πρόωρα το γυρεύεις.
Το 'βαλα πείσμα, Θάνατε.
Ας ελιναι ραγισμένη.
Ας μου τη βγάλαν οι γιατροί
απάνω στο τραπέζι
και με νυστέρι' ας κέντησαν
τις πιθανότητές μου.
Εγώ, σε πείσμα σου, 'κατό
λέω να ζήσω χρόνια.
Κι ας με πονάει διαρκώς.
Κι η θλίψη ας την τρυπάει.
Δεν σε φοβάμαι, Θάνατε
κι ας με πονάει η καρδιά μου!

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
ΑΠό την ΕΦΤΑΖΥΜΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013


Κρυφός λυγμός
(τραγουδά η μάνα του ξενητεμένου)
 
Όλα μου τα φιλάκια μου, πουλάκι μου για σένα,
που η μοίρα μου σε άρπαξε και σ’ έριξε στα ξένα,
σου τα ποστάρ΄η σκέψη μου κι απόψε, που ολομόνη
με βρίσκει η Πανσέληνος να κλαίω στο μπαλκόνι.
Καθημερνά στη χόβολη τη φάβα σού ζεσταίνω.
Λες και δεν έφυγες ποτέ, τραπέζι έχω στρωμένο.
 Κι εκεί, το κρεβατάκι σου, στην πέρα τη γωνία
σου το ζεσταίνει απαλή, πουλάτη πατανία.
Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι αγαπημένο.
Πότε θα ρθεις, πουλάκι μου, γλυκά να σε κοιμίσω
σ’ αυτό το κρεβατάκι σου; Να σε χαϊδολογήσω
σαν τότε που ήσουνα μικρό, δεν είχες βγει στις ρούγες
κι ερχόμουν και σου ‘βλόγαγα τσ' αδύναμες φτερούγες,
σαν τότε που σε ζέσταιναν το χνώτο κι η ματιά μου
κι ο κόσμος σου ολόκληρος , ήταν η αγκαλιά μου.
Μ’ ύστερα ορφοφτέρουγα τ’ άνοιξες τα φτερά σου,
σε μάγεψαν τ’ οράματα, πέταξες στη χαρά σου.
Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι αγαπημένο.

μου ‘φυγες κι όλο πνίγονται στον πόνο τ’ όνειρά μου.
Σε λαχταρώ και κολυμπώ μέσα στα δάκρυά μου.
Μπροστά σ’ ένα εικόνισμα τάματα όλο κάνω:
«Αχ, φέρτο , Παναγία μου, φέρτο μου πριν πεθάνω.
Φέρτο μου το πουλάκι μου, ν’ ακούσω τη φωνή του,
να του χαϊδέψω τα μαλλιά, ν’ αγγίξω την ψυχή του,
να μου ποτίσει την καρδιά με της χαράς το δάκρυ,
να μ’ ανεβάσει μια στιγμή ως τ’ ουρανού την άκρη!»

Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι λατρεμένο.

Α…και να ‘ρχόσουν μια στιγμή! Για μια μόνη στιγμούλα!
Να ξαναγίνω η αγαθή, η πιο ζεστή μανούλα!
Να σ’  αγκαλιάσω μια σταλιά, - πάρε όλην την ψυχή μου-
κι ύστερ’ ας έφευγα ευτυχής, μακριά κι εγώ παιδί μου…..
 
Γιώργης Π. Δρυμωνιατης
Από την ΕΦΤΑΖΥΜΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ
 

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013


καλοκαιρινή βροχή
  • …μα ναι..σου το έχω πει , μ’ αρέσει όταν βρέχει
    μες στο καλοκαίρι…
    μ’ αρέσει τόσο!!
    υγρή, ζεστή βροχή, μυρωδικιά, ποτιστική ψυχής,
    βροχή που από σύννεφο χαράς έχει προέλθει.
    Σε καθαρό ουρανό,
    αγνή, αληθινή βροχή,
    που μου ξεπλένει θλίψες , στεναχώριες,
    ματαιότητες, ανάγκες πλαστικές
    κι αφήνει κατακάθι στην εντός μου φύση
    την πιο εξαίσια στιγμή της ύπαρξης.
    μ’ αρέσει, συννεφούλα που έφερες βροχή
    την ώρα που ταξίδευα σαν γλάρος
    κι έψαχνα μες το χάος το γιατί,
    ξέρεις…
    εκείνο το γιατί,
    που μόνο αν σε κάνουν ταξιδιάρη φτερωτό
    και συ στο χάος της αγάπης ανοιχτείς,
    μόνο εκεί, στην θεία τομή,
    μετέωρος ανάμεσα σε Ουρανό και γη
    μπορείς ν’ αυταπαντήσεις.
    «Διότι, -μέσα σου θα πεις-,
    υπάρχουνε ακόμα επί γης
    Άνθρωποι που αξίζει ν’ αγαπήσεις!
    Με την ευρεία της αγάπης,
    την ολόκληρη δομή».

    ..δεν με πιστεύεις, ε;
    για κοίτα όμως τα μάτια μου…
    δεν γίνανε πιο όμορφα,
    έτσι, καθώς κοιτάζουνε την οπτασία του φωτός,
    καθώς ορθάνοιχτα ονειρεύονται,
    καθώς μισόκλειστα γλυκά ευγνωμονούνε…..
    βρεγμένα καθώς είναι
    από καλοκαιρινή βροχή……
    δεν γίνανε πιο μάτια,
    τα μάτια της ψυχής;

    ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
    Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ




Νύχτα καυτή του Ιούλη


Εβούιζε αγάπη του μελτεμιού ο αχός.
Κειο το βουνό μπροστά μου
θυμάρι μύριζε.
Φλοισφύριζε το κύμα στην ακραμμουδιά
και γύρω απ' την καρδιά μου
πετούσαν οι αλτένες
κι έφερναν είδηση:
"Στην φέρνει το βαπόρι
την αερική, την ουρανομάτα, τη θηλυκή".
Κι ώσπου να ρθει εκείνο,
ήρθε και το φεγγάρι, ολόκυκλο
και η δική της χάρη
δεν άργησε να ρθει.
Κυκλωτική ευτυχία
σε αγκαλιά κρυφή κάτω απ' τα λιόδεντρα.
Μ' ένα μοσχαπιδάκι
για δώρο υποδοχής
στα χείλη της ζωής.

Νύχτα καυτή του Ιούλη.
Ω, σώμα της φωτιάς!
Πυρπόλησαν τα χείλη το γίγνεσθαι.
Ύλη ενσωματωμένη
στο χάος της χαράς,
καθώς ψυχές νικούσαν το φόβο της φθοράς.

Η θάλασσα. Η νύχτα.
Του μελτεμιού ο αχός.
Έγιν' ο κόσμος άλλος.
Δεν ήμουν μοναχός.
Εκράταγα το κάλλος
και προχωρούσα εμπρός.
Μια νύχτα του Ιούλη. Καυτή σαν το φιλί.
Νύχτα φεγγοβολούσα.
Μια νύχτα μαγική.
Που μέσα στο σκοτάδι
άρχισα ν' αγαπώ
και τίποτα δεν ήταν
μπρος μου πια σκοτεινό.....

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ




Προς Μονεμβάσια


Καράβι της καρδιάς μου,
στο νυχτοπέλαγος
ταξίδεψε κι απόψε
την ονειροφωτιά.
Ταξίδεψε τα μάτια,
ταξίδεψε το νου,
προχώρα νυχτωμένο
προς του φωτός τη γη,
προς τη Μινώα Άκρα,
τη γη του Ποιητή.
Ανέβα καλντερίμια,
κατέβα στις ρωγμές
και κούρσεψε τα ρόδα
απ' τις τριανταφυλλιές.
Καράβι της καρδιάς μου,
στο νυχτοπέλαγος
προς τη Μινώα Άκρα
γλυκοταξίδεψε.
Το φάρο εκεί στο βράχο
κρυφαναγύρεψε.
Και πόθησε να πάρεις
το φως του Ποιητή,
απ' τον βραχώδη τόπο,
του Ρίτσου μου τη γη.

Προχώρα καραβάκι
μ' ελπίδα και πυγμή
κι ως φτάσεις στο λιμάνι
της άκρας σου σιωπής,
στο φως ρίξε τους κάβους
και άραξε εκεί.
Κι ατένιζε για πάντα
με ξάστερο καιρό
του Ποιητή τα μάτια,
τ' άστρα στον ουρανό.
Μονεμβασιά, πατρίδα!
Ο βράχος αψηλά.
Ας...είθε κι η καρδιά μου
σαν βράχος να βαστά......



ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ