Πριν απ' τα μάτια μου είσουν φως, πριν απ' τον έρωτα Έρωτας, κι όταν σε πήρε το φιλί Γυναίκα.
Η οπτικοποίηση του ποιήματος του Ελύτη έγινε από την Κατερίνα Προκοπίου για το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄ Γυμνασίου
Το Τραγούδι του Ποιητή
(Οδυσσέα Ελύτη)
Πρώτη φορά σ’ενός νησιού τα χώματα
Δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα
Βγήκα να δω τον κόσμο και μετάνιωσα
Τα “ζόρικα” που λεν αμέσως τα ‘νιωσα.
Μύνες εννέα πριν την πρώτη μέρα μου
Δούλευα για το σπέρμα του πατέρα μου
Και πεντακόσιους τρείς κατά συνέχεια
Μετά – για την ψευτιά και την ανέχεια.
Δύσκολο δύσκολο της γης το πέρασμα
Και να μη βγαίνει καν ένα συμπέρασμα.
Μέσα στον εαυτό μου τόσο κρύφθηκα
Που μήτε ο ίδιος δεν τον αντελήφθηκα.
Ώσπου μια μέρα το ‘φερε η περίσταση
Κι αγάπησα χωρίς καμιάν αντίσταση
Αλλά και στην προσπάθεια την ελάσσονα
Πάντοτε βρε παιδια μου τα θαλάσσωνα
Πρώτον διότι κυνηγούσα το ‘Απιαστο
Και δεύτερον γιατ’ήμουν είδος ‘Αμοιαστο.
Εφ’ ω και αφού την τύχη μου σιχτίρισα
Πίσω στον εαυτό μου ξαναγύρισα.
Ο Αύγουστος" Ποίηση Οδυσσέας Ελύτης, σύνθεση Μιχάλης Τρανουδάκης. Τραγουδά ο Βασίλης Γισδάκης, ενορχηστρώνει και παίζει πιάνο ο Τάσος Καρακατσάνης και κιθάρα η Στέλλα Κυπραίου.
Αποστολή γνώσεων στο διάστημα.
Θέλω να πάω κι εγώ εκεί,
ιδανικό ταξίδι, στο τέλος
φλόγα φλογός,
είμαι γνώση κι εγώ,
πολύ φως και όλα σκοτεινά
παρότι άπειρη θα είναι
η ομορφιά της ,
που ταξιδεύει όρθια.
Στο λεωφορείο πάντως
δεν χωρέσαμε όλοι
κι ένας εκπαραθυρώθηκε,
ο οποίος ήδη ταξιδεύει
κι αυτός
στο σκοτεινό παράθυρο
του πέρα απ’ το πέρα,
του μετά απ’ το μετά
με κατεύθυνση βορειοανατολικά
του ολικού μηδενός.
Όντως, όπως περνάγανε οι ψυχές
από τ’ άστρα, φάγανε κάτι ριπές
τρίτου τύπου,
πυρηνικής αθανασίας
κι έτσι αποκλείεται ν’ αποθάνουν άλλο
ή ν’ αναστηθούν ανεπίκαιρα.
Διότι αποστειρώθηκαν
και πάνε και πάνε
και κλαίνε οι δαίμονες που τις έχασαν.
Η αποστολή γνώσεων στο διάστημα
δεν ολοκληρώθηκε τελικά
επειδή χάλασε ξαφνικά
το μηχάνημα του νου.
Έτσι έμεινα έξω κι εγώ απέξω
απ’ τα τεκταινόμενα στο
μυθικό ταξίδι.
Φουλαριστός στους μιγαδικούς
αριθμούς επέστρεψα.
Μου προέκυψαν ερωτήσεις
επί ερωτήσεων επί παντός, όπως πάντα.
Παράδειγμα: Τι είναι το πάντα;
Η άθροιση του συν και πλην άπειρο
μας κάνει μηδέν;
Χθες θα είσαι;
Τέτοια.
Αλλά που να ξέρεις κι εσύ!
Χαλασμένο μηχάνημα,
εγκέφαλος ταρακουνημένος,
ελλιπής κι εσύ περίπου οπωσδήποτε.
Παντοτινή αναβολή αποστολής.
Ματαίωση της ματαιότητας.
Δεν βαριέσαι.
Ωραία είναι και δώθε.
Στις εκβολές του απείρου.
O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ' τ' όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ' τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν
την ελπίδα στους ναυαγούς.
Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009
Τόκος
Από το αποθεματικό της ψυχής μου
πλήρωσα τον τόκο
και με κομμάτι του κεφαλιού μου
έναντι του κεφαλαίου εξόφλησα.
Δόση ψυχής και ζωής
καταβλήθηκε σήμερον πάλι.
Τι κακοί που είναι τούτοι
που με δανείσανε!
Ώσπου να αποπληρώσω τα χρέη μου
σ’ αυτούς,
θα πάψω να υπάρχω
εγώ.
Τι άθλια που ήταν η επιλογή μου!
Ώσπου να αποπληρώσω τα χρέη μου
σ’ αυτούς,
θα πάψω να υπάρχω
εγώ.
Και ο έρωτας, το πνεύμα,
ο λόγος μου,
τι θ’ απογίνουν χωρίς
εμένα;
Που ήταν αυτός
που φωτίζει τα μυαλά των ανθρώπων,
που ήταν όταν επέλεγα;
Που είναι αυτός που βοηθάει
τους ανθρώπους
να διορθώνουν τα λάθη τους,
που είναι να με γλιτώσει
από τους γλείφοντες
τον τόκο.
Ήμαρτον Κύριε, Κύριε,
πατέρα μου καλέ, δικέ μου
και των Εβραίων, των περιούσιων,
πως τα κανόνισες να ‘ναι ο τόκος
πάνω από την ανθρωπιά των «ανθρώπων»,
πως τα κανόνισες, Κύριε,
να ‘ναι το κέρδος του έρωτα
κατώτερο από το προϊόν του δανείου;
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"
Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009
ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ-ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ
Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη,
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά.
Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη,
ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.
Πάει κι απόψε τ' όμορφο
τ' όμορφο τ' απόβραδο,
από Δευτέρα πάλι
πίκρα και σκοτάδι.
Αχ, να 'ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
κι ο Χάρος να 'ρχονταν
μια Κυριακή το βράδυ.
Οι άντρες σχολάν' απ' τη δουλειά
και το βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε
στο υπόγειο καπηλειό.
Και το φεγγάρι ντύνει, λες,
με τ' άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται
στο φτωχοπλυσταριό.
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
M' αρέσει που θα γίνω τροφή
Σ’ αγαπώ Μπιρμίλω μου,
σαν το σκύλο μου και καλλίτερα,
μπορώ να πω.
Μ’ αρέσουν τ’ άχυρα
κάτω απ’ το σεντόνι,
φωτιά τ’ αχυρόστρωμα,
μα εσύ δεν έπεσες
δίπλα στο φως μου
κι ο έρωτας έφυγε κι επήγε στην Κύπρο,
έφυγε και μας άφησε
με την …..πες την ,..στο χέρι.
«Φέρτ’ ένα μαχαίρι
να την κόψουμε»,
είπες Μπιρμπίλω μου.
Τι λες καλέ,
τόση αιμορραγία
για το τίποτα;
Εγώ θα ξαναπάω στις Παρθένες
πέρα, που παρέμειναν.
Σ’ αγαπώ Μπιρμπίλω μου
σαν δυο παλάμες άσπρες
π’ όλο τρίβονται
για να ζεσταθούν
και διασπούν το όριο
και καίγονται και πάνε,
έτσι σ’ αγαπώ.
Μη λες ότι ο Ήλιος δεν θα πισωγυρίσει
ανάποδα ποτέ.
Ένας κομήτης φτάνει
να μας την κάνει,
κι ένας ποιητής πολεμιστής,
να φέρει αντίστροφα τη σφαίρα μονομιάς,
να χαλάσ’ ως πέρα τον ωραίο αέρα.
Επομένως ψυχή μου δεν είσαι
θα ΄λεγα, και τόσο ακέραιη ,
επί τούτου του τάπητος,
μα πάλι και γύρω, περιφερειακά,
κανείς μας δεν είμαστε εντελώς καλά.
Σ’ αγαπώ Μπιρμπίλω μου,
αλλά όταν την κάνουμε
ουαί, θα ησυχάσουμε
απ’ όλες τις αγάπες
κι εγώ κι εσύ.
Κι απ’ τις έχθρες όλες.
Απ’ όλα εν γένει. Ωραίοι πεθαμένοι!
Εμένα μ’ αρέσει που θα γίνω τροφή.
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή
"ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ ΦΡΑΠΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΓΛΥΚΟΛΕΜΟΝΟ"
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ
ΚΑΝΤΑΤΑ (απόσπασμα)
Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες, ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια», πήρε μια γυναίκα, μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο, αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση, γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές, «εδώ έρχονται για άλλα πράγματα», οι άλλοι επ’ έξω δόστου χτυπήματα στην πόρτα. Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές – ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα. Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος. Κανείς δεν τον ξανάδε πια. Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θαρθεί η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά, πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.
Βραδινή προσευχή στο φως ….κοιμήσου φως τον ύπνο σου μες στα κλειστά μου μάτια κι όταν τ’ αστέρι του Θεού θα ρθει να σε ξυπνήσει κι όταν θα ξανανοίξουνε τα μάτια να σε δούνε, όταν τ’ αγουροξύπνημα θα ρθει να σε σταυρώσει, φώτισε, φως των ουρανών, τον ουρανό του νου μου, πέρα ως πέρα πλάνεψε και την ψυχή μου όλη, λάμψε και φεγγοβόλησε και στρώσου στο κορμί μου, χάραξε όρια σαφή στης ύπαρξης τους δρόμους, στης αρετής την άνοιξη οδήγα με να πάω και μην αφήσεις των λαθών το σκότος να με πνίξει. Κοιμήσου φως τον ύπνο σου μες στα κλειστά μου μάτια, μ' όταν τ’ ανοίξω δείξε μου πώς να μην σφάλλω άλλο…
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ Από τη συλλογή "ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
Έτσι που ξέπεσαν οι ανθρώποι, οι ιδέες, οι λέξεις,
μήτε πια που νοιαζόμαστε
για παλιές ή για πρόσφατες δόξες,
για βιογραφίες του Αριστείδη· κι αν κανένας
κάνει καμιά φορά να θυμηθεί τους Τριακοσίους
ή τους Διακοσίους, μεμιάς οι άλλοι
τον σταματούν με περιφρόνηση, ή σκεπτικισμό τουλάχιστον.
Μα κάποιες ώρες σαν και
τούτες, που ξανοίγει ο καιρός,
– μιά Κυριακή, σε μιά καρέκλα,
κάτω απ’ τους ευκάλυπτους,
μέσα σε τούτο το αδυσώπητο φως,
– μια μυστική νοσταλγία μάς κυριεύει
για τις παλιές λαμπρότητες –
κι ας τις λέμε φτηνές. Σαν ξεκινούσε η πομπή με τα χαράματα
–ο σαλπιγκτής μπροστά και πίσω τ’ άρματα κατάφορτα
κλώνους μυρτιάς και στεφάνια,
ύστερα ο μαύρος ταύρος, παραπίσω οι έφηβοι με υδρίες
κρασί και γάλα για τις σπονδές των νεκρών,
κι ωραίες φιάλες με αρώματα και λάδι –
μα πιότερο θαμβωτικό, στο τέλος τέλος της πομπής,
ντυμένος ολοπόρφυρα ο άρχοντας των Πλαταιών,
που ολοχρονίς δεν του επιτρέπονταν
ν’ αγγίξει σίδερο και να φορέσει άλλο από άσπρα, τώρα,
στα ολοπόρφυρα και με μακρύ σπαθί στη μέση,
να διασχίζει μεγαλόπρεπα την πολιτεία
κρατώντας μιαν υδρία απ’ τα δημόσια σκεύη, ώς τους τάφους των ηρώων.
Κι όταν,μετά το πλύσιμο των επιτάφιων στύλων και τις πλούσιες θυσίες,
εσήκωνε το κύπελλο με το κρασί και χύνοντάς το στους τάφους,απάγγελνε:
«Παρουσιάζω το κύπελλο τούτο στους γενναιότατους άντρες,που πέσανε
για την ελευθερία των Ελλήνων»,
– ρίγος μέγα διαπερνούσε τους γύρω δαφνώνες·
ρίγος που ακόμη ώς τώρα διαπερνά τα φύλλα ετούτων των ευκάλυπτων
κι αυτά τα μπαλωμένα ρούχα, τα πολύχρωμα,
τ’ απλωμένα στο σκοινί της μπουγάδας.
Από τη συλλογή «Επαναλήψεις, B΄», 1972. Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα
Παραμονεύει κάθε μου στιγμή. Ουδέποτε κοιμάται. Δεν κλαίει, δεν γελά, δεν κουβεντιάζει. Όψη δεν έχει, ούτε μάτια ή αυτιά, καμιά από τις όμορφες αισθήσεις. Τρέχει μονάχα προς τα εμπρός, σαν άλογο (γι’ αυτόν εμπρός, για μένα πίσω) και πίσω δεν κοιτά. Λένε πως είναι αποπαίδι του Θεού, πάντως του δαίμονα αδέρφι είναι που είναι! Είναι ταυτόχρονα καλός (σαν σε γιατρεύει ή σαν έρωτα σου φέρνει), και πάνκακος (σαν με αρρώστια σε κερνά ή κέρατα σου βάνει). Μου παίρνει και μου δίνει χωρίς να του το επιτρέπω, χωρίς να του ζητώ. Τύραννος και Σατράπης και διπρόσωπος κι αυταρχικός πολύ κι ασυνεπής κι ανέντιμος, και βίαιος κι αβέβαιος διαρκώς, για τίποτα δεν έχει σιγουριά, όλα σου τα σερβίρει με μορφή πιθανοτήτων, μπορεί και ναι, μπορεί και όχι, (που να του βάλει ο γάιδαρος αυτήνε πώχει), μου είναι εντέλει μισητός κι αχώνευτος, ο αγύρτης. Και πάν’ απ’ όλα για ένα πλήρως τον μισώ: Γιατί , εκεί που περπατώ, πάει και μου κλέβει τ’ όνειρα και πριν προλάβω να τα ιδώ ακέφαλο κι αόμματο με στέλνει στα ουράνια, τάχα να αναπαυτώ. Ο κλέφτης των ονείρων μου, ο χρόνος, ο κoψόχρονος, που κακό χρόνο νάχει.
Στα εκατό χρόνια από τη γέννηση της αιωνιότητάς σου
αφιερώνω απόψε την αγάπη μου όλη,
-ω , και να ήμουνα κι εγώ ποιητής, ποιητή μου!
να σ’ ιστορούσα με των λέξεων τη μανία ένα,
το μεγάλο μου φχαριστώ-
τώρα υποκλίνομαι κάτω απ’ τ’ άστρα
που συγκαταλέγεσαι
και προσπαθώ ν’ ακούσω με τ’ αυτί τού χρόνου
τα διαχρονικά σου μηνύματα.
Ανακατεύοντας εδώ, στο γουδί μου,
τη θλίψη με την ευμάρεια,
δεν τραγουδώ για να ξεχωρίσω.
Τραγουδώ γιατί απόψε
θέλω
να σε υμνήσω.
Στα εκατό χρόνια από τη γέννηση της αιωνιότητάς σου
υμνώ απόψε απλά τη μεγαλειότητα της ποίησης,
της εμβραχισμένης στην Άκρα Μινώα σου,
της ενσαρκωμένης
στις καρδιές των ωραίων άνω θρώπων,
της ενταφιασμένης
στις ψυχές των αγγέλων της Γης
που δεν πεθαίνουνε.
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"
.
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009
ένεκα ψυχής
Στο δρόμο με τις φάμπρικες γυρίζω.
Ψυχή εν μέρει σκοτωμένη,
εν μέρει ευτυχής.
Έτσ’ είναι όλα.
Διπρόσωπα τα πάντα, όσα γνωρίζω
κι η ύπαρξή μου όλη
αληθής κι αναληθής.
Κι όμως, μ’ αρέσει που διέρχομαι,
που όσα νιώθω τα βιώνω.
Ενώ οι πέτρες, πάντα πέτρες μένουνε,
ηλίθια ύλη
δίπλα εκεί που εγώ λιώνω.
Εγώ είμαι άλλο
κι άλλο η άλλη ύλη. Ένεκα ψυχής.
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΑΝΘΟΛΟΓΟΔΟΧΕΙΑ"
Εαρινή συμφωνία ΙΙ
(Γιάννης Ρίτσος)
Είχα κλείσει τα μάτια
για ν’ ατενίζω το φως.
Τυφλός.Είχα κάψει τη φλόγα
για ν’ αναπνέω.
Τις νύχτες αφουγκραζόμουν τους θρόους τής σιγής
κ’ η ανάσα του χαμόγελουδε γνώριζε τη μετάνοια.
Να δακρύζωπάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.
Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.Πιο πέρα.
Eκεί που καταλύεται τ’ όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.
Κ’ ήρθες εσύ.
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;
17 Νοεμβρίου 1973
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ΄ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ΄ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ΄ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ΄ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
Αθάνατοι νεκροί, 17.11.1973.
Πώς να γελάσομε και πώς να κλάψομε;
Γέλιο πια δεν έχομε στα χείλη μας,
δάκρυ δεν υπάρχει στα μάτια μας.
Κι οι νεκροί μας που είναι πεσμένοι στο χώμα;
Τι ύμνο και τι θρήνο να τους πούμε;
Εδώ λόγια πικρά, τραγούδια πένθιμα
δεν έχουμε. Εμείς μονάχα θα ορκιστούμε.
«Οι ψυχές σας δικές μας θα είναι , γενναίοι,
υπερασπιστές αντάξιοι της ελευθερίας.
Ο αγώνας μας τον αγώνα σας
πρώτιστο πρότυπο θα έχει, μέχρι τέλος».
Ήσασταν Ήλιοι σε μελανό στερέωμα.
Βασιλεύοντας απότομα, βιαστικά,
μας αφήνετε στην κρύα σκοτεινότητα μόνους,
με την ανάμνησή σας μόνο
και τη νοσταλγία των ζεστών σας αχτίνων,
ωραία αστέρια, νεκρά μας αδέρφια,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.
Τα κλειστά σας βλέφαρα κοιτάζω
και πίσω απ’ τα σβησμένα μάτια σας
ατενίζω την άνοιξη.
Έρχεται…νάτην…έρχεται!
Μας την φέρνετε μπροστά πηγαίνοντας εσείς,
χελιδόνια γοργόφτερα.
Αποδημήσατε με το βαρύ φθινόπωρο,
θα μας την φέρετε αύριο λουλουδιασμένη.
Καθισμένη στο άρμα του θριάμβου,
που το σέρνουν οι ωραίες σας ψυχές,
την βλέπω….νάτην … έρχεται, γενναίοι!
Πίσω από τα σφαλισμένα χείλη σας
φυλακισμένη η φωνή σας χάθηκε.
Στ’ αυτιά μας μένει ο ρόγχος
της τελευταίας σας πνοής,
να μας θυμίζει το θάνατο,
τ’ άριστο τίμημα της ελευθερίας , που τώρα
σεις μας τον διδάσκετε, αθάνατοι νεκροί,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.
Το αίμα σας , ποτάμι κατακόκκινο
επότισε τους δρόμους και τους έβαψε ανεξίτηλα,
που καμιά μπόρα δεν μπορεί να τους ξεβάψει.
Τώρα οι δρόμοι μας είναι πιο δύσκολοι,
μα εμπλουτισμένοι με υψηλά ιδανικά.
Θα τρέξουμε. Κάθε μας βήμα γοργά θα οδηγεί
κοντά σε σας ή στην ελευθερία.
Οι σφαίρες σε σας φέρανε το θάνατο
και σε μας το νόημα της ζωής,
τυλιγμένο στο πέπλο του ασταμάτητου αγώνα.
Τα κρύα χέρια σας δεν μας τρομάζουν
ούτε έτσι όπως είναι βουτηγμένα
στα αίματα. Θα τα φιλήσουμε.
Σιωπηλοί θα γευτούμε τη γλύκα των αιμάτων,
την αλμύρα του ιδρώτα σας.
Προπορεύσατε. Σας ακλουθούμε νεκροί μας ιεροί,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.
Κάτω απ’ τη ριγμένη καγκελόπορτα
σφαδάζει προσωρινά η ελευθερία,
ψυχορραγεί, πεθαίνει.
Ύστερα παίρνει δύναμη απ’ τα νεκρά κορμιά,
αναγεννιέται δυνατή ξανά,
φωλιάζει μέσα στις ψυχές μας,
σας δείχνει και «ομπρός» φωνάζει,
περήφανη που την τιμήσατε πολύ.
Μας λέει: « Οι ζωντανοί είστε η γη
και οι νεκροί, ο με φροντίδα διαλεγμένος σπόρος.
Σήμερα είναι η μέρα της σποράς.
Αύριο πρέπει μου καλούς καρπούς να απολαύσω!».
Χώμα που θα σκεπάσεις τα κορμιά τους,
δεν θα ντραπείς λοιπόν;
Πως θα μπορέσεις να τους κρύψεις,
να τους λιώσεις, αυτούς που σε πατούσαν
κι υποχωρούσες στα βαριά τους βήματα.
Εμείς σας σαβανώσαμε βαθιά μες στις ψυχές,
αθάνατοι νεκροί μας, νεκροί μας ιεροί,
παλικάρια στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.
Το σημάδι στο κεφάλι
του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Είπαν πως τον ακούμπησε
ο διάβολος εκεί
με την ουρά του.
Άλλοι είδαν αποτυπωμένο ‘κει
το δάχτυλο Θεού.
Κι εγώ , π’ είχα πιστέψει
στην ελευθερία των ανθρώπων,
κάτι σαν τρία γράμματα πικρά
διάβασα εντέλει εκεί,
στο καραφλό κεφάλι του Μιχαήλ,
διάβασα προδοCIA μάλλον.
Έτσι γκρεμίστηκε
το τείχος του αίσχους
και χτίστηκε το αίσχος
του αόρατου τείχους,
της τεράστιας πληγής
μιας παγκοσμιοποιημένης
φαύλης απατεωνίας
κι ανελευθερίας των λαών,
που πάει γοργά τον κόσμο
προς τον άλλο κόσμο.
Ζήτω οι καμόρες
της δημοκρατίας,
φωνάζουν σήμερα οι πρώην
μπολσεβίκοι,
αγκαλιασμέν’ αδελφικά
μετά "κακούργων" καπιταλιστών,
πλέοντας σε πελάγη
πετρελαίων.
Κι εγώ , που πάντα λίγος μένω,
σταθερός υποταχτικός,
αχ ρε Μιχάλη, λέω,
εγώ το πέρασα
εκείνο το σημάδι
στο κεφάλι σου,
τότε το πέρασα
για μήνυμα καλό!
Μα ήταν κι αυτό απατηλό,
σαν κάθε τι
που αφορά κάθε λαό!!!
Είναι χωρίς αντίκρισμα,
συνήθως,
οι ελπίδες ανθρωπάκων.
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ Από τη συλλογή "ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"
Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009
Δρόμοι
Στα μέρη που ο Αύγουστος είναι μεγάλος ταξίδεψα κι είδα το φημισμένο φεγγάρι να βγαίνει σαν το νεκρό κεφάλι ενός Καίσαρα, μέσ’ απ’ το αίμα. Κόκκινο! Κι ενώ όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη, εγώ πισωγύρισα, την απαρνήθηκα, εγώ μόνος μου πήρα τον κακό καγαθό παράδρομο π’ οδηγεί στη μοναξιά των ονείρων αστέρων.
Καλώς ήρθες Άνοιξη τώρα να μου κάνεις ωραία παρέα. Καλώς ήρθες Άνοιξη της ολιγοημέρου ανάστασης. Με τη φωνή του Γκιώνη δεν θα τρομάξει τ’ Αηδόνι. Ας μείνουμε λοιπόν του λοιπού εδώ, να χορέψουμε -κι εγώ μαζί σας- σαν μέλισσες πάνω σε στήμονες, σαν πολύχρωμες ψυχές πάνω στον ύπερο, μικροί δρόμοι εδώ, κυκλωτικά στης ζωής τ’ αμπέλια
και ποτέ ας μη φτάσουμε στη Ρώμη
των πολλών μωρών,
ποτέ ας μη μας βγάλουν οι δρόμοι στα μέρη που το φεγγάρι ανατέλλει νεκρό.
Mητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,
δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·
του συντριμμού σου τα σπαθιά στα κάμανε
φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες.
Kαι οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου
το νικηφόρο χέρι του Pωμαίου,
κ' η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Bυζάντιο,
στον τόπο του πολύστυλου ναού του αρχαίου,
Kι αυτό το κάστρο που μουγγρίζει μέσα του
της Bενετιάς ακόμη το λιοντάρι,
κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης
και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,
Kαι του Σλάβου το διάβα αντιλαλούμενο
στ' όνομα που μας έρχεται στο στόμα
-με το γάλα της μάννας που βυζάξαμε-
σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα,
Όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,
σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,
στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε
κ' είναι σα σπλάχνα απ' το δικό σου το αίμα.
Ω τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα,
ω διαβατάρικα, από σας πλάθετ' αιώνια,
κόσμος από παλιά κοσμοσυντρίμματα,
η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια!
Κωστής Παλαμάς
Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009
Καλό και τούτο
Εγώ δεν είμαι ποιητής,
όπως εσείς,
σας το δηλώνω.
Είμ’ ένας τύπος φευγαλέος,
π’ από μέσα μου τσινούν
άναρχα γράμματα
και λέξεις ξεχασμένες,
προτάσεις μελωδίας άλλοτε
κι εικόνες ανορθόδοξες
και άτακτες αιρετικές ατάκες,
ανορθόγραφες, σαχλές,
π’ ο ίδιος, θορυβοσιωπή
το λέω όλ’ αυτό το νταβαντούρι.
Και δεν το κάνω
απ’ ανάγκη τάχα κάποια
ή από δύναμη μυαλού,
ούτ’ από γνώση ποίησης,
μηδ’ εκ σοφίας φούσκας
ή απ’ αιτία όποιαν άλλην, να,
πλην από τρέλα μάλλον μόνο.
Γλυκοτρέλα δηλαδή,
ημιτελούς νοός αρρώστια,
διαφθορέα του λογικού
και της ψυχής σαράκι.
Αυτήν που κάνει τους θνητούς
κάπως να μην πεθαίνουν.
Συνεπακόλουθα,
δεν την γνωρίζ’ ουδόλως
αυτή την τέχνη του ποιείν,
παρ’ όπως μούρθει τ’ αραδιάζω
τα αυγά του νου μου
και τρέχει η ψυχή ξοπίσω
και κλωσά τού νου τ’ αυγά,
κάθε φορά
που η γλυκοτρέλα
μέσα μου αντρειώνει,
κάθε φορά π’ ο οίστρος
με δαγκώνει .
Και να!
Χωρίς να είμαι ποιητής,
ποιήματα τάχα γράφω.
Καλό και τούτο!!!
Έν’ απ’ τα πολλά,
έν’ απ’ τα μύρια λάθη
μες στο σύμπαν είμαι.
Θα πρέπει όμως να το πω:
Είμαι πολύ ευδαίμων,
είμαι ευτυχής,
με τούτη την αρρώστια
που με βρήκε!
Είθε να την πάθετε και σεις.