ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

ΤΟ ΤΡΕΛΟΒΑΠΟΡΟ

Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα μάινα»
Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές
Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό
Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς
Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!

ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ-ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
Επίγραμμα

Πριν απ' τα μάτια μου είσουν φως,
πριν απ' τον έρωτα Έρωτας,
κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.



Η οπτικοποίηση του ποιήματος του Ελύτη έγινε από την Κατερίνα Προκοπίου για το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄ Γυμνασίου


Το Τραγούδι του Ποιητή
 (Οδυσσέα Ελύτη)

Πρώτη φορά σ’ενός νησιού τα χώματα
Δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα
Βγήκα να δω τον κόσμο και μετάνιωσα
Τα “ζόρικα” που λεν αμέσως τα ‘νιωσα.
Μύνες εννέα πριν την πρώτη μέρα μου
Δούλευα για το σπέρμα του πατέρα μου
Και πεντακόσιους τρείς κατά συνέχεια
Μετά – για την ψευτιά και την ανέχεια.
Δύσκολο δύσκολο της γης το πέρασμα
Και να μη βγαίνει καν ένα συμπέρασμα.
Μέσα στον εαυτό μου τόσο κρύφθηκα
Που μήτε ο ίδιος δεν τον αντελήφθηκα.
Ώσπου μια μέρα το ‘φερε η περίσταση
Κι αγάπησα χωρίς καμιάν αντίσταση
Αλλά και στην προσπάθεια την ελάσσονα
Πάντοτε βρε παιδια μου τα θαλάσσωνα
Πρώτον διότι κυνηγούσα το ‘Απιαστο
Και δεύτερον γιατ’ήμουν είδος ‘Αμοιαστο.
Εφ’ ω και αφού την τύχη μου σιχτίρισα
Πίσω στον εαυτό μου ξαναγύρισα.

Ο Αύγουστος" Ποίηση Οδυσσέας Ελύτης, σύνθεση Μιχάλης Τρανουδάκης. Τραγουδά ο Βασίλης Γισδάκης, ενορχηστρώνει και παίζει πιάνο ο Τάσος Καρακατσάνης και κιθάρα η Στέλλα Κυπραίου.

Ο ΗΛΙΟΣ
(απόσπασμα από το Ήλιος Ηλιάτορας)

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα
Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά
Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
Μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται
Κάνει να πάρει πέτρα τηνε παρατά
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
Μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους
Πέντε μεγάλους βγάνει πάνω τους βαρεί
Να λείψουν απ' τη μέση τους δοξολογεί.

Ελύτης απαγγέλει Ελύτη



Χοροπηδώντας στον Ήλιο

Στη μνήμη του ηλιάτορα Οδυσσέα Ελύτη.

Έλα Ήλιε μου, χαρά μου,
Ήλιε , ηλιάτορά μου,
έλα έμπα στην καρδιά μου ,
Ήλιε, ηλιάτορά μου.

Έλα λύσε την ψυχή μου
ηλιαχτίδα μου χρυσή μου,
φώτιζ’ όλη τη ζωή μου
ηλιαχτίδα μου, χρυσή μου.

Γίνε θάρρος του κορμιού μου
Ήλιε συ του ουρανού μου,
ζέσταινε βαθιά το νου μου,
Ήλιε του καλοκαιριού μου.

Μέσα εκεί
στη φυλακή
των άστρων των απείρων,
είσ’ η αυγή
και η πηγή
και φάος των ονείρων!
Ήλιε μου, Ήλιε μου,
Ήλιε μου λαμπρέ μου.
Ήλιε μου, Ηλιάτορα,
Απόλλωνα, Θεέ μου!
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή
"ΕΙΚΟΣΙ ΥΠΟΡΧΗΜΑΤΑ ΧΑΡΑΣ"

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ-ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ


Το μονόγραμμα


Ι.
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.
V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
 Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.
VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !
VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>
ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ

ΑΣΗΜΟΚΑΠΝΙΣΜΕΝΗ

ἄστερες ,ὲν ἀμφὶ κάλαν σελάνναν ἂψ

ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος ὄπποτα

πλήθοισα μάλιστα λάμπηι γᾶν ~

ἀργυρία.
ΣΑΠΦΩ


κι ὅσ' ἄστρα γύρω βρίσκονται στὴν ἔκπα

γλη σελήνη παρευθὺς τὸ φωτεινὸ τους πρό

σωπο κρύβουν κάθε φορὰ ποὺ ἐκείνη ὁλόγιο

μη καταλάμπει τὴ γῆ τὴ σκοτεινὴ ἀνεβαί

νοντας ~ ἀσημοκαπνισμένη.


Μεταφρ. ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ



ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΠΑ-ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΑΙΜΑΤΑ-ΕΛΥΤΗΣ


Όλα όσα κέρδισα

….ωϊ, λαγγεύω σαν σε βλέπω,
λιγώνομαι και θέλω
του έρωτος τα ηφαιστειακά
κατάλοιπα να πιω, τη λάβα,
αχ,αχ,αχ, να σου δαγκώσω
τις εξέχουσες απ’ το χιτώνα σου
στρογγυλές σου βελόνες,
να σε χαϊδέψω στο τρίγωνο
των Βερμούδων σου,
γλώσσα επί γλώσσης,
σάρκα επί σαρκός,
ο ουρανός να ξερνά ενέργεια
εκείνη την ώρα,
ο μέσα μας εγκέλαδος
να ταρακουνήσει τα κορμιά,
ρίχτερ εννιά
και να σε βλέπω νηνεμούσα μετά,
σαν τη λάβα να πήζεις
υπέροχη αιχμαλωσία της όρασης
απ’ το γυμνό σου,
γυμνή ελευθερία του αχαλίνωτου
δαίμονα,
ευδαιμονούσα ψυχή
σε λιωμένο σίδερο σώμα.
Τον πλούτο που μου χαρίζεις
να παίρνω και να φωνάζω
περήφανα:
« Έϊ, Εβραίοι…
Όλα όσα κέρδισα,
απ’ τον έρωτα πηγάζουν!».


ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή
"ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ"

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

ΧΟΡΩΔΙΑ ΛΑΜΙΑΣ-ΒΟΤΣΑΛΟ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΝΕΡΑ-ΕΛΥΤΗΣ/ΛΑΓΙΟΣ



Η νεφέλη
Μέρα τη μέρα ζω - που ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.

Το 'να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ' άλλο μου τα ισιώνει

Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη και να 'μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».

Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης

Δεν πα' να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους

Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο

και μόνο εγώ που σ' αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.

Έτσι που αν στ' αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός

διαιρέτης»

εγώ θα πρέπει να 'μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ

ο Νεφεληγερέτης.

Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι
σβήσου με γενναιοδωρία.

Οδυσσέας Ελύτης
Από Μαρία Nεφέλη , 1978.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010


Οδυσσέας Ελύτης, ο μέγας!

Ε σεις στεριές και θάλασσες

Ε, σεις στεριές και θάλασσες
τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου
"Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!"
Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του άλλου πέλαγου
"Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!"
Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του
με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές


ΕΛΥΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΡΤ

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010


Ένα πουλί στη Βαγδάτη


Μικρό πουλί, στην άβυσσο
έψαχνε τον Παράδεισο.
Μα η άβυσσος του δίνει,
αντί χαράς, οδύνη.
Του πόνου, του καμάτου,
του φόβου, του θανάτου.
Του κρύβει την αλήθεια,
του λέει παραμύθια.
Μια στέλνει την ελπίδα,
χίλιες την καταιγίδα.
Του παίρνει ό,τι του δίνει,
το ρίχνει μες στη δίνη,
του αναιρεί το πνεύμα,
τ’ απορροφά το αίμα.

Και το πουλί τελειώνει
σιμά σ’ ένα κανόνι
θανάτου και πολέμου.

«Μικρός που είσαι Θε μου!»
σφυρίζει ως ξεψυχάει
κι αλλού γι’ αλλού τραβάει.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΣΤΗ ΒΑΓΔΑΤΗ"

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Ματαίωση αποστολής

Αποστολή γνώσεων στο διάστημα.
Θέλω να πάω κι εγώ εκεί,
ιδανικό ταξίδι, στο τέλος
φλόγα φλογός,
είμαι γνώση κι εγώ,
πολύ φως και όλα σκοτεινά
παρότι άπειρη θα είναι
η ομορφιά της ,
που ταξιδεύει όρθια.
Στο λεωφορείο πάντως
δεν χωρέσαμε όλοι
κι ένας εκπαραθυρώθηκε,
ο οποίος ήδη ταξιδεύει
κι αυτός
στο σκοτεινό παράθυρο
του πέρα απ’ το πέρα,
του μετά απ’ το μετά
με κατεύθυνση βορειοανατολικά
του ολικού μηδενός.
Όντως, όπως περνάγανε οι ψυχές
από τ’ άστρα, φάγανε κάτι ριπές
τρίτου τύπου,
πυρηνικής αθανασίας
κι έτσι αποκλείεται ν’ αποθάνουν άλλο
ή ν’ αναστηθούν ανεπίκαιρα.
Διότι αποστειρώθηκαν
και πάνε και πάνε
και κλαίνε οι δαίμονες που τις έχασαν.
Η αποστολή γνώσεων στο διάστημα
δεν ολοκληρώθηκε τελικά
επειδή χάλασε ξαφνικά
το μηχάνημα του νου.
Έτσι έμεινα έξω κι εγώ απέξω
απ’ τα τεκταινόμενα στο
μυθικό ταξίδι.
Φουλαριστός στους μιγαδικούς
αριθμούς επέστρεψα.
Μου προέκυψαν ερωτήσεις
επί ερωτήσεων επί παντός, όπως πάντα.
Παράδειγμα: Τι είναι το πάντα;
Η άθροιση του συν και πλην άπειρο
μας κάνει μηδέν;
Χθες θα είσαι;
Τέτοια.
Αλλά που να ξέρεις κι εσύ!
Χαλασμένο μηχάνημα,
εγκέφαλος ταρακουνημένος,
ελλιπής κι εσύ περίπου οπωσδήποτε.
Παντοτινή αναβολή αποστολής.
Ματαίωση της ματαιότητας.

Δεν βαριέσαι.
Ωραία είναι και δώθε.
Στις εκβολές του απείρου.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Απο τη συλλογή
"ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ ΦΡΑΠΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΓΛΥΚΟΛΕΜΟΝΟ"

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ- ΚΑΡΙΟΦΥΛΙΑ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

χαίρε χρόνε



….καληνύχτα χρόνε που φεύγεις

ανάερος, περ’ απ’ το δέος του είναι μου…

….καληνύχτα φθορά προστιθέμενη

στο αψύ και γενναίο εγώ της φωνής μου….

….καληνύχτα χρόνε δυνάστη,

θεσπέσιε εξουσιαστή της κακίας μου….

….καληνύχτα προδότη τ’ ονείρου,

συνοδέ του νεκρού κρεβατιού της ανίας μου…


…χαίρε καινούργιε μου συ

που μ’ αγκάλιασες πάλι θανάσιμα,

που μ' ευχές τυλιγμένος μου ήρθες ,

με δώρα, μάτια γεμάτ’ αστραπές,

υγεία, χαρά, ευτυχία,

προσωρινές ιαχές, φώτα σβηστά,

καλώς όρισες συ, π’ όλο φεύγεις,

π’ όλο παίρνεις και δίνεις και παίρνεις

και στο τέλος αφήνεις μηδέν,

φίλε, καινούργιε μου συ, ύπουλε,

όμοιε με το όλον, όμοιε με το τίποτα ,


χόβολη χοηφόρε,

χαίρε χάρε χρόνε,

χρέους χρώμα χωμάτινο,

χρόνε χώρου χοάνη,

χωνευτή χωστής χαράς,

χρόνε χάρε χρόνε

!! χαίρε !!

…πυρ του μηδενός….

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή
"ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ"

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ



Ξημέρωμα



O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα

μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια

κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:

έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ' τ' όνειρο

η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο

ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη

κι ο Θεός που απ' τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που

φοβούνται τη νύχτα

φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν

την ελπίδα στους ναυαγούς.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009


Τόκος

Από το αποθεματικό της ψυχής μου
πλήρωσα τον τόκο
και με κομμάτι του κεφαλιού μου
έναντι του κεφαλαίου εξόφλησα.
Δόση ψυχής και ζωής
καταβλήθηκε σήμερον πάλι.
Τι κακοί που είναι τούτοι
που με δανείσανε!
Ώσπου να αποπληρώσω τα χρέη μου
σ’ αυτούς,
θα πάψω να υπάρχω
εγώ.
Τι άθλια που ήταν η επιλογή μου!
Ώσπου να αποπληρώσω τα χρέη μου
σ’ αυτούς,
θα πάψω να υπάρχω
εγώ.
Και ο έρωτας, το πνεύμα,
ο λόγος μου,
τι θ’ απογίνουν χωρίς
εμένα;
Που ήταν αυτός
που φωτίζει τα μυαλά των ανθρώπων,
που ήταν όταν επέλεγα;
Που είναι αυτός που βοηθάει
τους ανθρώπους
να διορθώνουν τα λάθη τους,
που είναι να με γλιτώσει
από τους γλείφοντες
τον τόκο.
Ήμαρτον Κύριε, Κύριε,
πατέρα μου  καλέ, δικέ μου
και των Εβραίων, των περιούσιων,
πως τα κανόνισες να ‘ναι ο τόκος
πάνω από την ανθρωπιά των «ανθρώπων»,
πως τα κανόνισες, Κύριε,
να ‘ναι το κέρδος του έρωτα
κατώτερο από το προϊόν του δανείου;


ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ-ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ

Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη,
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά.

Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη,
ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.

Πάει κι απόψε τ' όμορφο
τ' όμορφο τ' απόβραδο,
από Δευτέρα πάλι
πίκρα και σκοτάδι.
Αχ, να 'ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
κι ο Χάρος να 'ρχονταν
μια Κυριακή το βράδυ.

Οι άντρες σχολάν' απ' τη δουλειά
και το βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε
στο υπόγειο καπηλειό.

Και το φεγγάρι ντύνει, λες,
με τ' άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται
στο φτωχοπλυσταριό.


Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009


M' αρέσει που θα γίνω τροφή

Σ’ αγαπώ Μπιρμίλω μου,
σαν το σκύλο μου και καλλίτερα,
μπορώ να πω.
Μ’ αρέσουν τ’ άχυρα
κάτω απ’ το σεντόνι,
φωτιά τ’ αχυρόστρωμα,
μα εσύ δεν έπεσες
δίπλα στο φως μου
κι ο έρωτας έφυγε κι επήγε στην Κύπρο,
έφυγε και μας άφησε
με την …..πες την ,..στο χέρι.
«Φέρτ’ ένα μαχαίρι
να την κόψουμε»,
είπες Μπιρμπίλω μου.
Τι λες καλέ,
τόση αιμορραγία
για το τίποτα;
Εγώ θα ξαναπάω στις Παρθένες
πέρα, που παρέμειναν.
Σ’ αγαπώ Μπιρμπίλω μου
σαν δυο παλάμες άσπρες
π’ όλο τρίβονται
για να ζεσταθούν
και διασπούν το όριο
και καίγονται και πάνε,
έτσι σ’ αγαπώ.
Μη λες ότι ο Ήλιος δεν θα πισωγυρίσει
ανάποδα ποτέ.
Ένας κομήτης φτάνει
να μας την κάνει,
κι ένας ποιητής πολεμιστής,
να φέρει αντίστροφα τη σφαίρα μονομιάς,
να χαλάσ’ ως πέρα τον ωραίο αέρα.
Επομένως ψυχή μου δεν είσαι
θα ΄λεγα, και τόσο ακέραιη ,
επί τούτου του τάπητος,
μα πάλι και γύρω, περιφερειακά,
κανείς μας δεν είμαστε εντελώς καλά.
Σ’ αγαπώ Μπιρμπίλω μου,
αλλά όταν την κάνουμε
ουαί, θα ησυχάσουμε
απ’ όλες τις αγάπες
κι εγώ κι εσύ.
Κι απ’ τις έχθρες όλες.
Απ’ όλα εν γένει. Ωραίοι πεθαμένοι!
Εμένα μ’ αρέσει που θα γίνω τροφή.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΡΣΟΥΡΗ
Από τη συλλογή
"ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ ΦΡΑΠΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΓΛΥΚΟΛΕΜΟΝΟ"

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ

ΚΑΝΤΑΤΑ (απόσπασμα)

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει,
και της ζητούσε να τον αφήσει να κλάψει στα πόδια της.
Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,
οι άλλοι επ’ έξω δόστου χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές
– ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θαρθεί η αναπότρεπτη ώρα
μια νύχτα,
που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά,

την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ ΕΡΩΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Βραδινή προσευχή στο φως

….κοιμήσου φως τον ύπνο σου
μες στα κλειστά μου μάτια
κι όταν τ’ αστέρι του Θεού
θα ρθει να σε ξυπνήσει
κι όταν θα ξανανοίξουνε
τα μάτια να σε δούνε,
όταν τ’ αγουροξύπνημα
θα ρθει να σε σταυρώσει,
φώτισε, φως των ουρανών,
τον ουρανό του νου μου,
πέρα ως πέρα πλάνεψε
και την ψυχή μου όλη,
λάμψε και φεγγοβόλησε
και στρώσου στο κορμί μου,
χάραξε όρια σαφή
στης ύπαρξης τους δρόμους,
στης αρετής την άνοιξη
οδήγα με να πάω
και μην αφήσεις των λαθών
το σκότος να με πνίξει.
Κοιμήσου φως τον ύπνο σου
μες στα κλειστά μου μάτια,
μ' όταν τ’ ανοίξω δείξε μου
πώς να μην σφάλλω άλλο…


ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

ΚΑΙ ΔΙΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ


Έτσι που ξέπεσαν οι ανθρώποι, οι ιδέες, οι λέξεις,
μήτε πια που νοιαζόμαστε   
για παλιές ή για πρόσφατες δόξες,
για βιογραφίες του Αριστείδη· κι αν κανένας
κάνει καμιά φορά να θυμηθεί τους Τριακοσίους
ή τους Διακοσίους, μεμιάς οι άλλοι
τον σταματούν με περιφρόνηση, ή σκεπτικισμό τουλάχιστον.
Μα κάποιες ώρες σαν και
τούτες, που ξανοίγει ο καιρός,
– μιά Κυριακή, σε μιά καρέκλα,
κάτω απ’ τους ευκάλυπτους,
μέσα σε τούτο το αδυσώπητο φως,
– μια μυστική νοσταλγία μάς κυριεύει 
για τις παλιές λαμπρότητες –
κι ας τις λέμε φτηνές. Σαν ξεκινούσε η πομπή με τα χαράματα
–ο σαλπιγκτής μπροστά και πίσω τ’ άρματα κατάφορτα
κλώνους μυρτιάς και στεφάνια, 
ύστερα ο μαύρος ταύρος, παραπίσω οι έφηβοι με υδρίες
κρασί και γάλα για τις σπονδές των νεκρών,
κι ωραίες φιάλες με αρώματα και λάδι –
μα πιότερο θαμβωτικό, στο τέλος τέλος της πομπής,
ντυμένος ολοπόρφυρα ο άρχοντας των Πλαταιών,
που ολοχρονίς δεν του επιτρέπονταν
ν’ αγγίξει σίδερο και να φορέσει άλλο από άσπρα, τώρα,
στα ολοπόρφυρα και με μακρύ σπαθί στη μέση,
να διασχίζει μεγαλόπρεπα την πολιτεία
κρατώντας μιαν υδρία απ’ τα δημόσια σκεύη, ώς τους τάφους των ηρώων. 
Κι όταν,μετά το πλύσιμο των επιτάφιων στύλων και τις πλούσιες θυσίες,
εσήκωνε το κύπελλο με το κρασί και χύνοντάς το στους τάφους,απάγγελνε:
«Παρουσιάζω το κύπελλο τούτο στους γενναιότατους άντρες,που πέσανε
για την ελευθερία των Ελλήνων»,
– ρίγος μέγα διαπερνούσε τους γύρω δαφνώνες·
ρίγος που ακόμη ώς τώρα διαπερνά τα φύλλα ετούτων των ευκάλυπτων
κι αυτά τα μπαλωμένα ρούχα, τα πολύχρωμα,
τ’ απλωμένα στο σκοινί της μπουγάδας. 

Από τη συλλογή «Επαναλήψεις, B΄», 1972.
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα

ΡΙΤΣΟΣ-ΛΕΟΝΤΗΣ-ΞΥΛΟΥΡΗΣ

ο κλέφτης των ονείρων

Παραμονεύει κάθε μου στιγμή.
Ουδέποτε κοιμάται.
Δεν κλαίει, δεν γελά,
δεν κουβεντιάζει.
Όψη δεν έχει,
ούτε μάτια ή αυτιά,
καμιά από τις όμορφες αισθήσεις.
Τρέχει μονάχα προς τα εμπρός,
σαν άλογο
(γι’ αυτόν εμπρός,
για μένα πίσω)
και πίσω δεν κοιτά.
Λένε πως είναι
αποπαίδι του Θεού,
πάντως του δαίμονα
αδέρφι είναι που είναι!
Είναι ταυτόχρονα καλός
(σαν σε γιατρεύει ή σαν έρωτα σου φέρνει),
και πάνκακος
(σαν με αρρώστια σε κερνά ή κέρατα σου βάνει).
Μου παίρνει και μου δίνει
χωρίς να του το επιτρέπω,
χωρίς να του ζητώ.
Τύραννος και Σατράπης
και διπρόσωπος κι αυταρχικός πολύ
κι ασυνεπής κι ανέντιμος,
και βίαιος κι αβέβαιος διαρκώς,
για τίποτα δεν έχει σιγουριά,
όλα σου τα σερβίρει
με μορφή πιθανοτήτων,
μπορεί και ναι,
μπορεί και όχι,
(που να του βάλει ο γάιδαρος
αυτήνε πώχει),
μου είναι εντέλει μισητός
κι αχώνευτος, ο αγύρτης.
Και πάν’ απ’ όλα
για ένα πλήρως τον μισώ:
Γιατί , εκεί που περπατώ,
πάει και μου κλέβει τ’ όνειρα
και πριν προλάβω να τα ιδώ
ακέφαλο κι αόμματο
με στέλνει στα ουράνια,
τάχα να αναπαυτώ.
Ο κλέφτης των ονείρων μου,
ο χρόνος, ο κoψόχρονος,
που κακό χρόνο νάχει.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ"

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

ΡΙΤΣΟΣ-ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ-ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ

Εκατό χρόνια μετά


Στην ιερή μνήμη του Γιάννη Ρίτσου

Στα εκατό χρόνια από τη γέννηση της αιωνιότητάς σου
αφιερώνω απόψε την αγάπη μου όλη,
-ω , και να ήμουνα κι εγώ ποιητής, ποιητή μου!
να σ’ ιστορούσα με των λέξεων τη μανία ένα,
το μεγάλο μου φχαριστώ-
τώρα υποκλίνομαι κάτω απ’ τ’ άστρα
που συγκαταλέγεσαι
και προσπαθώ ν’ ακούσω με τ’ αυτί τού χρόνου
τα διαχρονικά σου μηνύματα.
Ανακατεύοντας εδώ, στο γουδί μου,
τη θλίψη με την ευμάρεια,
δεν τραγουδώ για να ξεχωρίσω.
Τραγουδώ γιατί απόψε
θέλω
να σε υμνήσω.
Στα εκατό χρόνια από τη γέννηση της αιωνιότητάς σου
υμνώ απόψε απλά τη μεγαλειότητα της ποίησης,
της εμβραχισμένης στην Άκρα Μινώα σου,
της ενσαρκωμένης
στις καρδιές των ωραίων άνω θρώπων,
της ενταφιασμένης
στις ψυχές των αγγέλων της Γης
που δεν πεθαίνουνε.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"

.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

ένεκα ψυχής
Στο δρόμο με τις φάμπρικες γυρίζω.
Ψυχή εν μέρει σκοτωμένη,
εν μέρει ευτυχής.

Έτσ’ είναι όλα.
Διπρόσωπα τα πάντα, όσα γνωρίζω
κι η ύπαρξή μου όλη
αληθής κι αναληθής.

Κι όμως, μ’ αρέσει που διέρχομαι,
που όσα νιώθω τα βιώνω.
Ενώ οι πέτρες, πάντα πέτρες μένουνε,
ηλίθια ύλη
δίπλα εκεί που εγώ λιώνω.

Εγώ είμαι άλλο
κι άλλο η άλλη ύλη.
Ένεκα ψυχής.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΑΝΘΟΛΟΓΟΔΟΧΕΙΑ"


Εαρινή συμφωνία ΙΙ

(Γιάννης Ρίτσος)

Είχα κλείσει τα μάτια
για ν’ ατενίζω το φως.
Τυφλός.Είχα κάψει τη φλόγα
για ν’ αναπνέω.
Τις νύχτες αφουγκραζόμουν τους θρόους τής σιγής
κ’ η ανάσα του χαμόγελουδε γνώριζε τη μετάνοια.
Να δακρύζωπάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.
Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.Πιο πέρα.
Eκεί που καταλύεται τ’ όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.
Κ’ ήρθες εσύ.
Σπασμένα οστά


Σπάσε τα κόκαλα των οχτρών σου!
Στο λίγο χρόνο προ των νεκρών π’ απομένει,
φύλαξε τα ιμάτιά σου κι άρπαξε κι άλλα,
όσα μπορείς
απ’ τ’ ανεξίτηλο χρώμα της γης
κι ετοιμάσου να τα κάνεις
όλα δικά σου. Βιάσου,
αλλά μην κιόλας τσακιστείς.
Ηδονικά , μ’ υπομονή ανάλωνε
όσα μπορείς κι ακόμα κι άλλα,
πλούτο δικό σου στο μετά, α,
μην αφήσεις! Οι επερχόμενοι,
τη φήμη σου ας βρουν
και τα έργα της καταστροφής.
Και όταν, τέλος, το έλεος
στα μάτια σου θα φέρει τέλος,
νοιώσε την ένθεη δικαίωση
του ισχυρού μηδενός
να σε κατακλύζει,
να σ΄αλαφροκοιμίζει
δίπλα στα λάφυρα του πολέμου.
«Όλ’ οι αντίπαλοί μου νεκροί», αναφώνησε
και ηδονίσου πάνω
στα σπασμένα οστά των οχτρών.
Ηδονίσου, ηδονίσου, ηδονίσου και νεκρός…..
Ελεεινέ, τα δικά σου είναι!!
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από την συλλογή
"ΠΗΛΙΚΟΝ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ"

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

ΡΙΤΣΟΣ ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ ΡΙΤΣΟ H ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ



Χαιρετίσματα


Ας με φάει ο σκουληκαντέρας
να ξαναγίνω χώμα,
ωραία θα είναι με τη βροχή κατακόρυφα
πάνω στις ελώδεις πτυχές μου,
με αλάτι μαζί απ’ τη θάλασσα,
σαν να πνιγείς δηλαδή,
ψαροτροφή να γίνεις,
όχι σκουληκοσκυλιών έδεσμα.

Ό, τι κι αν γίνεις.
Τίποτα δεν υπάρχει πέρα από το εδώ
ενώ όμως κι εδώ
τίποτα πάλι, ίσως.
Πάντως όσοι αγαπούν τις αθροίσεις
μπορούν να προσθέτουν σταθερά
στον εαυτό τους το μηδέν
για να παραμένουν αναλλοίωτοι,
ενώ με το συν ένα, συν δύο,
γερνούν
και οι ειδήσεις δεν
θα είναι καλές στο τέλος.
Πάνω στην κολώνα της ΔΕΗ
με μαύρα γράμματα
και σταυρό περίτεχνο,
η αναγγελία του αρχητέλους.

Χαιρετισμούς στο τίποτα
κύριε πεθαμένε,
θα του πω ,
μόλις διαβάσω την αναγγελία.

Εκτός αν αναφέρεται σε μένα αυτή,
οπότε τότε βέβαια
θα τα πω αυτοπροσώπως
τα χαιρετίσματα.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή
"ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ"



Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

16 Νοεμβριου 1973

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου 1973

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ΄ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ΄ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ΄ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ΄ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

Αθάνατοι νεκροί, 17.11.1973.


Πώς να γελάσομε και πώς να κλάψομε;
Γέλιο πια δεν έχομε στα χείλη μας,
δάκρυ δεν υπάρχει στα μάτια μας.
Κι οι νεκροί μας που είναι πεσμένοι στο χώμα;
Τι ύμνο και τι θρήνο να τους πούμε;
Εδώ λόγια πικρά, τραγούδια πένθιμα
δεν έχουμε. Εμείς μονάχα θα ορκιστούμε.
«Οι ψυχές σας δικές μας θα είναι , γενναίοι,
υπερασπιστές αντάξιοι της ελευθερίας.
Ο αγώνας μας τον αγώνα σας
πρώτιστο πρότυπο θα έχει, μέχρι τέλος».

Ήσασταν Ήλιοι σε μελανό στερέωμα.
Βασιλεύοντας απότομα, βιαστικά,
μας αφήνετε στην κρύα σκοτεινότητα μόνους,
με την ανάμνησή σας μόνο
και τη νοσταλγία των ζεστών σας αχτίνων,
ωραία αστέρια, νεκρά μας αδέρφια,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.

Τα κλειστά σας βλέφαρα κοιτάζω
και πίσω απ’ τα σβησμένα μάτια σας
ατενίζω την άνοιξη.
Έρχεται…νάτην…έρχεται!
Μας την φέρνετε μπροστά πηγαίνοντας εσείς,
χελιδόνια γοργόφτερα.
Αποδημήσατε με το βαρύ φθινόπωρο,
θα μας την φέρετε αύριο λουλουδιασμένη.
Καθισμένη στο άρμα του θριάμβου,
που το σέρνουν οι ωραίες σας ψυχές,
την βλέπω….νάτην … έρχεται, γενναίοι!

Πίσω από τα σφαλισμένα χείλη σας
φυλακισμένη η φωνή σας χάθηκε.
Στ’ αυτιά μας μένει ο ρόγχος
της τελευταίας σας πνοής,
να μας θυμίζει το θάνατο,
τ’ άριστο τίμημα της ελευθερίας , που τώρα
σεις μας τον διδάσκετε, αθάνατοι νεκροί,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.

Το αίμα σας , ποτάμι κατακόκκινο
επότισε τους δρόμους και τους έβαψε ανεξίτηλα,
που καμιά μπόρα δεν μπορεί να τους ξεβάψει.
Τώρα οι δρόμοι μας είναι πιο δύσκολοι,
μα εμπλουτισμένοι με υψηλά ιδανικά.
Θα τρέξουμε. Κάθε μας βήμα γοργά θα οδηγεί
κοντά σε σας ή στην ελευθερία.
Οι σφαίρες σε σας φέρανε το θάνατο
και σε μας το νόημα της ζωής,
τυλιγμένο στο πέπλο του ασταμάτητου αγώνα.

Τα κρύα χέρια σας δεν μας τρομάζουν
ούτε έτσι όπως είναι βουτηγμένα
στα αίματα. Θα τα φιλήσουμε.
Σιωπηλοί θα γευτούμε τη γλύκα των αιμάτων,
την αλμύρα του ιδρώτα σας.
Προπορεύσατε. Σας ακλουθούμε νεκροί μας ιεροί,
πρωτοπόροι στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.

Κάτω απ’ τη ριγμένη καγκελόπορτα
σφαδάζει προσωρινά η ελευθερία,
ψυχορραγεί, πεθαίνει.
Ύστερα παίρνει δύναμη απ’ τα νεκρά κορμιά,
αναγεννιέται δυνατή ξανά,
φωλιάζει μέσα στις ψυχές μας,
σας δείχνει και «ομπρός» φωνάζει,
περήφανη που την τιμήσατε πολύ.
Μας λέει: « Οι ζωντανοί είστε η γη
και οι νεκροί, ο με φροντίδα διαλεγμένος σπόρος.
Σήμερα είναι η μέρα της σποράς.
Αύριο πρέπει μου καλούς καρπούς να απολαύσω!».

Χώμα που θα σκεπάσεις τα κορμιά τους,
δεν θα ντραπείς λοιπόν;
Πως θα μπορέσεις να τους κρύψεις,
να τους λιώσεις, αυτούς που σε πατούσαν
κι υποχωρούσες στα βαριά τους βήματα.
Εμείς σας σαβανώσαμε βαθιά μες στις ψυχές,
αθάνατοι νεκροί μας, νεκροί μας ιεροί,
παλικάρια στη μάχη της ζωής και στο θάνατο.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από την μικρή ποιηματική μυθιστορία του
"ΡΟΤΑ ΠΡΟΣ ΔΡΑΓΟΝΑΡΕΣ"
(το ποίημα αυτό γράφτηκε στις 19.11.1973,
από τον δευτεροετή, τότε, φοιτητή της ΑΣΟΕΕ,
Αριστοκλή Καρσούρη,
κάτω από το βάρος των γεγονότων,
στα οποία συμμετείχε και υπό τους ήχους
πλέον των ερπυστριών των τανκς
και των κροταλισμών
των πολυβόλων βεβαίως.)

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

ΡΙΤΣΟΣ-ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ-ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ 36 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Ο χώρος μου είναι παράγωγο

Το μήκος μου, το πλάτος μου,
η φάτσα μου, ο όγκος μου,
το χόντρος μου , η ύλη μου,
όλα μικροπαράγωγα
του μεγαχρόνου είναι.
Τ’ αδίσταχτου παιδοφονιά,
π’ όσους γεννά,
τόσους σκοτώνει.

Το μήκος μου, το πλάτος μου,
τη φάτσα μου, τον όγκο μου,
το χόντρος μου , την ύλη μου,
απ’ όταν εγεννήθηκα,
σ’ αυτόν τον σκατοέργατο
τάχω παραδομένα!
Ο μικροχώρος , που κρατώ
στο μεγαχρόνο ανήκει.
Τσάμπα σκοτώνομ’ ο χαζός,
να φάω τον αδερφό μου.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ"

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Λουντμίλα

…κι η Λουντμίλα τα βράδια
δεχόταν πολλούς
στ’ αχούρι της καλής χαράς,
τους περιποιούταν μ’ ευγένεια,
χάδια στα μαλλιά,
γλυκά λόγια,
τους γέλαγε πάντα στα Ελληνικά,
τους έδινε σάρκα απλόχερα
κι όταν σχόλαγε
και της έπαιρνε ο απάνθρωπος
όλες τις εισπράξεις,
ολομόναχη έμενε
στο σκυθρωπό δωμάτιο
του βρώμικου ξενοδοχείου
και τότε,
χωρίς καθόλου να μιλά,
έκλαιγε στα Ρώσικα.
Αλλά η μάνα της
ήταν μακριά, μακριά , μακριά,
στη στέπα και δεν άκουγε,
κανείς άλλος Θεός δεν υπήρχ’ εδώ
ν’ ακούσει το κλάμα της,
πήρ’ ένα μαχαίρι μια μέρα
κι απείλησε το ‘κόνισμα,
-την Παναγιά του Κόνεβιτσ-,
ύστερα το έμπηξε
στην εικοσάχρονη καρδιά της
και δεν ξαναγέλασε Ελληνικά,
ούτε ξανάκλαψε στα Ρώσικα.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ"

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΡΙΤΣΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΜΕΡΟΣ 2ο

Το σημάδι στο κεφάλι
του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.


 
Είπαν πως τον ακούμπησε
ο διάβολος εκεί
με την ουρά του.
Άλλοι είδαν αποτυπωμένο ‘κει
το δάχτυλο Θεού.
Κι εγώ , π’ είχα πιστέψει
στην ελευθερία των ανθρώπων,
κάτι σαν τρία γράμματα πικρά
διάβασα εντέλει εκεί,
στο καραφλό κεφάλι του Μιχαήλ,
διάβασα προδοCIA μάλλον.
Έτσι γκρεμίστηκε
το τείχος του αίσχους
και χτίστηκε το αίσχος
του αόρατου τείχους,
της τεράστιας πληγής
μιας παγκοσμιοποιημένης
φαύλης απατεωνίας
κι ανελευθερίας των λαών,
που πάει γοργά τον κόσμο
προς τον άλλο κόσμο.
Ζήτω οι καμόρες
της δημοκρατίας,
φωνάζουν σήμερα οι πρώην
μπολσεβίκοι,
αγκαλιασμέν’ αδελφικά
μετά "κακούργων" καπιταλιστών,
πλέοντας σε πελάγη
πετρελαίων.
Κι εγώ , που πάντα λίγος μένω,
σταθερός υποταχτικός,
αχ ρε Μιχάλη, λέω,
εγώ το πέρασα
εκείνο το σημάδι
στο κεφάλι σου,
τότε το πέρασα
για μήνυμα καλό!
Μα ήταν κι αυτό απατηλό,
σαν κάθε τι
που αφορά κάθε λαό!!!
Είναι χωρίς αντίκρισμα,
συνήθως,
οι ελπίδες ανθρωπάκων.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"



Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009


Δρόμοι

Στα μέρη που ο Αύγουστος είναι μεγάλος ταξίδεψα
κι είδα το φημισμένο φεγγάρι να βγαίνει
σαν το νεκρό κεφάλι ενός Καίσαρα,
μέσ’ απ’ το αίμα. Κόκκινο!
Κι ενώ όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη,
εγώ πισωγύρισα, την απαρνήθηκα,
εγώ μόνος μου πήρα τον κακό καγαθό παράδρομο
π’ οδηγεί στη μοναξιά των ονείρων αστέρων.

Καλώς ήρθες Άνοιξη τώρα να μου κάνεις ωραία παρέα.
Καλώς ήρθες Άνοιξη της ολιγοημέρου ανάστασης.
Με τη φωνή του Γκιώνη δεν θα τρομάξει τ’ Αηδόνι.
Ας μείνουμε λοιπόν του λοιπού εδώ, να χορέψουμε
-κι εγώ μαζί σας-
σαν μέλισσες πάνω σε στήμονες,
σαν πολύχρωμες ψυχές πάνω στον ύπερο,
μικροί δρόμοι εδώ, κυκλωτικά στης ζωής τ’ αμπέλια

και ποτέ ας μη φτάσουμε στη Ρώμη
των πολλών μωρών,
ποτέ ας μη μας βγάλουν οι δρόμοι
στα μέρη που το φεγγάρι ανατέλλει νεκρό.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή "ΖΩΜΟΣ ΦΩΤΟΣ"

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΡΙΤΣΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΜΕΡΟΣ 1ο

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Εντέλει
Μα τι λοιπόν;
Πρέπει να ρίξω μια στον κρόταφό μου;
Ώι καημένε Κώστα Καρυωτάκη,
σε σκέφτομαι κάθε φορά που Ιθάκη
δεν βρίσκω για προορισμό μου.

Αλλά λοιπόν;
Να στείλω πρέπει τη ζωή στον Άδη
΄πειδή δεν βρίσκω πόντους για ταξίδι;
Κι αν μείνω στάσιμος σ’ ένα στασίδι;
Κάλιο απ’ του τάφου το σκοτάδι.

Λέω λοιπόν:
εγώ ποτέ δεν θα πυροβολήσω
το ύψιστο που μέσα μου κουρνιάζει.
Καθόλου δεν θα το ’χω για μαράζι
το ότι γέρος θέλει σβήσω.

Άκου λοιπόν:
Το λάθος ήταν άπειρα μεγάλο.
Μπορεί να σ’ έκαμε ευρύ ο πόνος,
μα ο αυτόχειρας άθλιος φόνος
είναι του δαίμονα ρεγάλο.

Αυτά λοιπόν.
Ποτέ δεν θα φιλέψω το κεφάλι,
τον κρόταφο με σφαίρα, μα θ΄ αντέξω
κι άσημος ας χαθώ, ας μη διατρέξω
στης διασημότητας τα κάλλη.

Αμ,....εντέλει
κανείς ποτέ ας μη διαβάσει ένα
απ’ τα θολά μου ασήμαντα τετράδια.
Ας φύγω ως ποιητής με χέρια άδεια.
Να ζω μ’ αρέσει προπαντός εμένα!
ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από τη συλλογή " ΩΡΙΜΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ".


Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Ύμνος των Αιώνων



Mητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,
δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·
του συντριμμού σου τα σπαθιά στα κάμανε
φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες.

Kαι οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου
το νικηφόρο χέρι του Pωμαίου,
κ' η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Bυζάντιο,
στον τόπο του πολύστυλου ναού του αρχαίου,

Kι αυτό το κάστρο που μουγγρίζει μέσα του
της Bενετιάς ακόμη το λιοντάρι,
κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης
και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,

Kαι του Σλάβου το διάβα αντιλαλούμενο
στ' όνομα που μας έρχεται στο στόμα
-με το γάλα της μάννας που βυζάξαμε-
σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα,

Όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,
σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,
στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε
κ' είναι σα σπλάχνα απ' το δικό σου το αίμα.

Ω τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα,
ω διαβατάρικα, από σας πλάθετ' αιώνια,
κόσμος από παλιά κοσμοσυντρίμματα,
η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια!

Κωστής Παλαμάς

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009


Καλό και τούτο

Εγώ δεν είμαι ποιητής,
όπως εσείς,
σας το δηλώνω.
Είμ’ ένας τύπος φευγαλέος,
π’ από μέσα μου τσινούν
άναρχα γράμματα
και λέξεις ξεχασμένες,
προτάσεις μελωδίας άλλοτε
κι εικόνες ανορθόδοξες
και άτακτες αιρετικές ατάκες,
ανορθόγραφες, σαχλές,
π’ ο ίδιος, θορυβοσιωπή
το λέω όλ’ αυτό το νταβαντούρι.
Και δεν το κάνω
απ’ ανάγκη τάχα κάποια
ή από δύναμη μυαλού,
ούτ’ από γνώση ποίησης,
μηδ’ εκ σοφίας φούσκας
ή απ’ αιτία όποιαν άλλην, να,
πλην από τρέλα μάλλον μόνο.
Γλυκοτρέλα δηλαδή,
ημιτελούς νοός αρρώστια,
διαφθορέα του λογικού
και της ψυχής σαράκι.
Αυτήν που κάνει τους θνητούς
κάπως να μην πεθαίνουν.

Συνεπακόλουθα,
δεν την γνωρίζ’ ουδόλως
αυτή την τέχνη του ποιείν,
παρ’ όπως μούρθει τ’ αραδιάζω
τα αυγά του νου μου
και τρέχει η ψυχή ξοπίσω
και κλωσά τού νου τ’ αυγά,
κάθε φορά
που η γλυκοτρέλα
μέσα μου αντρειώνει,
κάθε φορά π’ ο οίστρος
με δαγκώνει .
Και να!
Χωρίς να είμαι ποιητής,
ποιήματα τάχα γράφω.
Καλό και τούτο!!!
Έν’ απ’ τα πολλά,
έν’ απ’ τα μύρια λάθη
μες στο σύμπαν είμαι.

Θα πρέπει όμως να το πω:
Είμαι πολύ ευδαίμων,
είμαι ευτυχής,
με τούτη την αρρώστια
που με βρήκε!
Είθε να την πάθετε και σεις.

ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΡΣΟΥΡΗΣ
Από την συλλογή "ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ"