ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Πορφυρίς
 
 
 
Στα πλατιά τα πέλαγα,
τ’ ασύνορα,
στων ουρανών τις αυλές
γυρεύω  πατρίδα.
Αναζητώ τη φωνή του καλού
στην ανάσα σου,
ματωμένη χώρα,
γη μου κυρτή.
Ξεπεταρίζω εδώ κι εκεί,
ουρανό και γη.
Πατρίδα δεν έχω, δεν βρίσκω.
Ένα μαύρο πτώμα η θάλασσα έφερε
στα παράλιά μου.
Συντρίμμια ελπίδων στους βράχους,
τσακισμένα όνειρα παιδιών,
θάνατοι στην άμμο μας κείτονταν.
Γλάροι και κόρακες μαζί,
ασπρόμαυρο της ζωής το χρώμα
σκεπάζει την αχλύ  των ματιών
με ψέμα βαρύ.
Μου κλέψαν τη γη οι ταγοί
και σκλάβο,
στο χρήμα με πουλήσαν.
Μα εγώ Σπάρτακος.
Πεθαμένες πέτρες
και κοχύλια μάζεψα
και νησί έχτισα στη Μεσόγειο.
Και λόγο ανύψωσα
ν’ ακουστεί στα έγκατα
της νόθας συνείδησης των πεπλανημένων.
«Τη σημαία του κόσμου
να υψώσω εκεί,
στο νησί των ερώτων,
βόηθα καρδιά μου!»
Πατρίδα μου, κρίνα, κοχύλια,
ματιές φεγγαριών, Ηλιολούλουδα,
ανάσα ανέμου, βουή του σεισμού,
ποιος πρόδωσε τ’ άσπιλο χώμα σου;
Κραταιός ο Θάνατος.
Μα κι εγώ κραταιός.
Θα σ’ αντέξω φόβε.
Θα σ’ αντέξω πόνε της ξενιτιάς.
Στην πατρίδα μου ξένος θα σ’ αντέξω, Θάνατε.
Και θα χτίσω ξανά
το νησί της χαράς.
Με κοράλλια, με κεραυνούς,
με πέτρες  και ψυχή
το νησί μου θα χτίσω εκεί
που η γη το φως της μου χάρισε
και την πρώτη ζωή.
Εκεί που η Γη ζυγώνει
τα χείλη της αβύσσου.
Εκεί που κρυφά στης νυχτιάς τη σιωπή,
θηλυκιά μου ζωή,
πρωτενώθηκα μαζί σου.
Θα ‘ ρθουν καρδερίνες πολύχρωμες πάλι
στ’ αγκάθια του να κεραστούν
κι ουράνια τόξα
θα το στεφανώσουν.
Κι η μουσική του Ζέφυρου,
με συγχορδία εύηχων κυμάτων,
στ’ αέναο φως θα κυλιστεί.
Ηχώ θα ηχήσει στο ρηχό νησί
η φωνή:
Χαίρε, ω Θάλασσα, ψυχή μου υγρή!
Στους σεισμούς απάνω θα κοιμηθεί
κι ο στόλος των όλων δικός του.
Φοίνικες και Πελασγοί κι άλλοι λαοί νεκροί
ψυχή θα του δανείσουν
και πολύ θα ποθήσουν την πορφύρα του πάλι.
Κι ο βυθός θα δώσει στο χώμα του χρώμα.
Οι ελιές θ’ ανθίσουν κι οι αμυγδαλιές
και το θυμάρι μέλι θα δώσει γλυκί.
Ο αχός  της θάλασσας
θα δροσοποτίσει τις καρδιές των κοριτσιών
που στ’ αγριολούλουδα θα παραβγαίνουν
στις πλαγιές των βουνών,
π’ έρωτα θα περιμένουν
και τα καρπερά αγόρια θ’ αναζητούν
ζωή για να γεννήσουν μαζί τους.
Ε, σεις Νεράιδες,
Δρυάδες των δασών
και  Νηρηίδες, θυγατέρες  των Πόντων.
Μην είδατε της πορφύρας το νησί;
Είναι στη γη του άραγε;
Μα ναι, πείτε το , ναι,
είναι εκεί!
Χτισμένο από πέτρες και κοχύλια.
 
Ένας όμορφος κόσμος υπάρχει βαθιά
στις ψυχές των απλών. Δεν θα νικηθεί.
Ο πλούτος των εθνών
δεν θα λυγίσει τα όνειρα της ύπαρξής μας.
Εκεί , καταμεσής στη Μεσόγειο,
υπάρχει το ονειρονησί.
Ο Έρωτας ξανά θ' αναδυθεί
απ’ την ηφαίστεια γη του.
Έλα και Συ, Ερατώ μου εκεί,
δώδεκα Ποιητές να σου γεννήσω.
Κι ας ξαναζήσω εκεί,
διαρκώς ευτυχής,
ως την ώρα που θα σβήσω εντός του.
Νησί, ω νησί, που με πέτρα καρδιά
και κοχύλι ψυχή,
που με άρωμα πόθου και πόνου
σε έχω χτισμένο!
Σώμα μου! Πορφυρίς!
Τάλαινα κι ένδοξη γη μας!
Εγώ κι η Ερατώ σ' υμνούμε ,
δακρύζοντας στη λευτεριά μπροστά,
στη στέρεη ζωή μας…
 
ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τη συλλογή
ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ  ΕΡΩΤΑΣ 
 
 


 

 

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Δεν είναι απλό

....είναι κι αυτό το χώμα
που μυρίζει δίπλα μου,
λες και φωνάζει: "έλα μέσα...
έλα να ταφείς".

....είναι κι εκείνο το λουλούδι
που ανθίζει πλάι μου,
λες και φωνάζει: "ζήσε κι άλλο...
μάθε πως να ζεις".

Έχω μπερδέψει εντελώς
το θάνατό μου
στη ζωή. Διολισθαίνω...
Εκεί που ζω, εκεί πεθαίνω...

...κι έρχεσαι συ να με μπερδέψεις
πιο πολύ, καθώς φιλάς.
Τι λές;
"Δεν είναι απλό,
χωρίς να ζεις,
να αγαπάς;"

Μα ναι, δεν είναι απλό
να αγαπάς
χωρίς να ζεις....

....αχ , έχεις δίκιο,
Ουρανέ της Αφρικής μου,
Ήλιε του βόρειου Τροπικού!!!
Πάνω από την έρημό μου,
τι λοιπόν φεγγοβολάς;
Κάλλιο βομβάρδισε μ' αχτίνες,
κάψε την ψυχή μου,
παρά το άχρηστο κορμί μου
να φιλάς.....

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Χτένια ψυχής

Όταν ο Ήλιος θα μυρίσει
ψωμί και λάδι και κρασί
και με αλάτι θα ξομπλίσει
τ' αγαλματένιο σου κορμί,
θα 'ρθω κι εγώ να σε φιλήσω
στην άκρη του καλοκαιριού,
πουλί τ' ανέμου, πελαγίσο,
που μου 'χεις πάρει όλο το νου.

Όταν η θάλασσα θ' ανθίσει
και μύρο αλμυρών ανθών
το σώμα σου θα 'χει ποτίσει,
τ' ολόγυμν' επί των αφρών,
θα ' ρθω κρυφά στην αγκαλιά σου,
που φύκια θα μοσχοβολά
και με τα μάτια στα μαλλιά σου
θα σου χαϊδέψω τη χαρά.

Όταν οι φλόγες φτερουγίσουν,
άνομα εντός μου ως θα μπεις,
σαν φωτιστούν οι αφορισμοί μου
εκ της δικής σου αναλαμπής,
θα 'ρθω μικρή μου, ασημένια,
σ' απόσταση αναπνοής
και θα σου φέρω εγώ τα χτένια,
τα που ποθείς. Χτένια ψυχής.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα
ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Mέρες και νύχτες γήινες

'Ηταν η μέρα έμορφη.
Η Γη λαμποκοπούσε.
Φορούσε ρούχα Άνοιξης
κι άρωμα Παραδείσου
και χάνονταν χορεύοντας
στην πίστα της αβύσσου.
Ο Ουρανός καθότανε
στην άκρη του πελάγους
και την ερωτευότανε
την Γη τ' ωραίου άγους.
Κι εγώ, στην άκρη του γιαλού,
δυο μάτι' αναθωρρούσα
και την εντός μου άβυσσο
με φως χαϊδολογούσα.
Αχ, πόσο αγαπούσα
το φως και τη ζωή!!

Μα ήρθε η νύχτα σκοτεινή.
Η Γη μαυροφορούσε.
Διαγράφτηκαν τα χρώματα
και τ' όνειρα εξίσου
κι η Γη σέρνονταν άβουλη
στο χάος της αβύσσου.
Ο Ουρανός είχε σβηστεί
στα βάθη του πελάγους
κι έκλαιγε τη χρωματιστή
τη δύναμη του κάλλους.
Κι εγώ, στην άκρη του νησιού,
δυο μάτι' αναζητούσα
και την εντός μου άβυσσο
στη θλίψη ξεναγούσα.
Αχ, πόσο ήταν απούσα
στο σκότος η ζωή!!

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΕΝΔΡΕΙΑ

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Προεπιτάφιος ωδή Ηλιακή

Προεπιτάφιος ωδή Ηλιακή 


Η Ζωή σε τάφο, λουλουδιών μου ψυχή,
στων αστέρων το ασύλληπτο χάνομαι,
νεκρωμένος προχωρώντας προς τη Γη.

Ουρανέ , καλέ μου και συ Μαύρη Οπή,
στο απέραντο, που χάνομαι, κρύψτε με,
αιωρούμενον τυφλόν, σε στροφορμή.

Μακρινή αγάπη, πεθαμένο κρασί,
ακατάλυτη ουσία της ύπαρξης,
εν τω τάφω , μετ’ εμού, έλα και Συ.

Των Αγγέλων σχήμα, πεταλούδα, ορμή,
προσγειώσου στο μηδέν, ω Μητέρα μου,
Συ που έδωσες αξία στο κορμί.

Γοερά θα κλάψω των ερώτων το φως
που στο μνήμα , εν τω άμα, τυφλώνεται,
εν αγνοία των νεκρών μου ηδονών.

Θεία πόνου άκρη, το τετέλεσται, ω!
θα φωνάξω, στεντορία, το τέλος μου
υπέρ πάντων όλων όσων αγαπώ.

Παρελθόν μου Μέγα, τεθλασμένη ζωή,
σκιερά η πορεία μας σήμερον,
στην ευθεία που εκλείπει η πνοή.

Μυροφόρες ώρες, ω της Άνοιξης φως,
ω ανθοί μου επαρμένοι στο έπακρον,
καν νεκρός , ενώπιόν σας δυνατός.

Δυνατός , εντέλει, ο του τέλους χορός!
Στροβιλίζομαι στο άπειρον ήρεμος,
ως αστέρας, εκ βαρύτητος, νεκρός.

Προσδοκώ το χώμα, ως ο σπόρος τη γη.
Ζωοφόρος είν’ ο θάνατος , Ήλιε μου,
αν αφήσεις πίσω αίμα ‘πο πληγή.

Με τα χρώματά σας, ανθοφόρες καρδιές,
αποθέστε με στο τέλειον σήμερα.
Στο λυκόφως προσδοκώ το λυκαυγές.
-.-

Άξιον εστί
μακαρίζειν Σε, τον Θάνατόν μου,
τον επί της Γης διερχόμενον,
τον Ωραίον, ως το κάλλος του φωτός.

Άπειρη στιγμή!
Καθαρμέ, ω Συ, του λογισμού μου,
Θάνατε, αξίωμα άγιον,
καλώς όρισες στο τέλος του παντός.

Όλως κραταιός,
Συ καθήλωση του μέλλοντός μου,
όμορφος χτυπάς την καρδία μου
κι είμαι όμορφος κι εγώ, καν άψυχος.

Κράτα τη φωνή,
που ζεστότατη στο πριν πλανιόταν,
κράτα την, ω θάνατε, κράτα την
στον ερχόμενον ας γίνει οδηγός.

Κι από τα του νου,
τα των σπλάχνων επιτεύγματά του
σώσε προς τον νουν τον επόμενον.
Το αιώνιον τού νου αναλογεί.

Σώμα μου εσύ,
διχοτόμε του χωρόχρονού μου,
σώμα υλικό και αιθέριο,
αναπαύσου, σκότος, στ’ έλλειμμα φωτός.

Σάρκες και οστά,
λιγοχρόνια τεύχη του εγώ μου,
σκόνη του ανύπαρκτου αύριο,
ως αιώνιο εαυτό μου σας τιμώ.

Όνομα μικρό,
χαραγμένο πάνω στο σταυρό μου
συ, της ύπαρξης μου υπόλοιπον,
εν τιμή ας διανύσεις το κενό.

Γήινες πληγές,
ουρανόφερτα φαντάσματά μου,
ηρεμήστε τώρα στο μνήμα μου,
ότι έτεκεν το χάος το «καλώς».

Άνθρωποι εσείς,
πολυποίκιλτα της Φύσης δώρα,
πίσω που θα μείνετ΄ολόφωτα,
σεις δοξάστε την επόμενη στιγμή.

Κι από τον νεκρό,
τον ελάχιστο του κάτω κόσμου,
μην αναζητήσετε όνειρα.
Δεν ποθώ ο ταπεινός ν’ αναστηθώ.
-.-

Αι γενεαί ανθρώπων,
προστρέχουσι στο μέλλον,
ξεχνώντας σε, νεκρέ μου.

Αλλ’ όμως , ύπαρξή μου,
χαίρε, ότι επέστης
ως φλέγον πεφταστέρι.

Χαίρε ότι εφάνεις
εν μέσω των ανθρώπων,
άνθρωπος στιγμιαίος.

Λαμπρύνου όνειρό μου
ότι εναπετέθεις
στου λόγου σου την όψη.

Και συ καρδία μόνη,
που μόνη αιμορραγούσες,
χαίρε, ότι εζούσες.

Εζούσες κι η ψυχή σου
ευφράνθη , ως θεότης
που γεύθηκε το όλον.

Ω γλυκυτάτη πόρνη,
ω Άνοιξη , ερωμένη,
εσύ ας με ηδονίσεις,

Εσύ ας με τυλίξεις
με τη χαρά του τέλους,
ω, Άνοιξη , ανθοφόρα.

Ανάμεσα στα άνθη,
το άνθος μου ας εκλείψει
την ώρα τού μη χρόνου.

Και μέσα στο μη χώρο
των ευγενών αστέρων
το άρωμά μου ας μείνει.

Το άρωμά μου, μνήμη
στα εσώψυχα του κόσμου
-χαρά νεκρού ας γίνει-.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012


στην πέτρα

Ο Δρυμών ήτανε ένα δάσος από Δρύες
που είχαν χέρια , πόδια και μαλλιά,
φωνή νυχτός και φως στις άκριες των βλαστών,
γυναίκες λες, όμορφες , πράσινες,
που γένναγαν στη σκοτεινιά οξυγόνο,
συγνεφάκια και χαρά Θεού.
Ζώσες ψυχές, κορμοί δενδρών περήφανων.
Μα ήρθε ύστερα ο Κόνων,
ναύαρχος, οπού την ήττα είχε υποστεί
κι όλα του τα καράβια τού τα είχε πνίξει
ο ισχυρός του εχθρός.
Απέραντ' η κακία των ανθρώπων!!!
Έσφαξε τις δρυάδες και τις δρύες
και σκάρωσε καράβια άλλα, από σώμα δένδρου,
για να ναυλώσει μίσος εναντίον
τού ισχυρού του εχθρού κι εκδίκηση να πάρει.
Απέραντ' η κακία των ανθρώπων!!!
Αίμα φυτών περήφανων
στην πέτρα έσταξε πολύ
κι η πέτρα, γκρίζα ακόμα εκεί,
το έγκλημα της σφαγής αμάχων μαρτυρεί,
στο χώρο που δεν έχει δρύες πια,
μα που χωριό εγίνει με το όνομα
Δρυμώνας.
Της ψυχής μου!!!
Που ύστερα φύτρωσε εκείνη εκεί...
στην πέτρα......κι έχει πόδια , χέρια και μαλλιά,
σαν δρυς υπό σφαγήν που μοιάζει.....

Γιώργης Π. Κασιμάτης- Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012




Εικοσιεφτά χρόνια μετά τον απαγχονισμό του νεαρού τότε Ποιητή, (18.10.1985), θυμήθηκα πως, λίγες μέρες μετά το θάνατό του, είχα γράψει ένα ποίημα γι' αυτόν. Κι είπα να το μοιραστώ μαζί σας . Σκανάρισα λοιπόν το Τετράδιο ποιημάτων μου εκείνης της εποχής , στο οποίο είχα καταχωρίσει μια μικρή συλλογή που την έλεγα "Στίχοι και αντιστίχοι".

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012


Πεφταστέρι στο τετραπέλαγο

Στο νησί των δεκάξι ωραίων ανέμων
σκιά κινδύνου, σεισμός καραδοκεί.
Η ενέργεια ‘ναβλύζει
από τις πέτρες κι από τη θάλασσα.
Έν’ άστρο ψηλά σημαδεύει αθώα
να πέσει ολόλαμπρο κρυφά στην ψυχή μου.

Έλ’ άστρο μου! Έλα φωτιά!
Στο τετραπέλαγο νησί της αγάπης,
στων δεκάξι ανέμων το απάνεμο απάγκιο,
έλα δαίμονα, έλα τρέλα,
έλα ποίηση, κρυφό πεφταστέρι
της άκρας ψυχής μου.

Στο νησί της ζωής μου
πέσε αστέρι μου, αγκάλη ανοίγω.
Ορθό σαν θάνατος πέσε βαθιά μου.
Ορθό σαν θάνατος, είσαι η ζωή μου!

Στο Νότο Είναι μου
όλα τα σύμπαντα και η γη μου ένα.
Ένα κι εμείς, Κόρη τ’ αφρού, ω, αγία μου!
Στο νησί–όνειρο,
στων δεκάξι ανέμων την κουπαστή,
ποτέ ναυαγοί, αεί έρωτας,
εγώ κι εσύ
κρυφίως ένα, πεφταστέρι μου……

Γιώργης Π.Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

έλα μου

Ονειρέψου τ' άλλο,
το γνήσιο φως
που απ' αγάπη πηγάζει.
Κι έλα μου να πράξουμε.
Αν αλλάξουμε το εγώ,
θ' αλλάξει το σύμπαν.

Γιώργης Π. Κασιμάτης - Δρυμωνιάτης
Από το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΠΟΙΚΙΛΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Αίολος στο έωλο



Κολυμπώ μέσα στο αμνιακό υγρό της ύπαρξης.
Μετέωρος κι αίολος στο έωλο σύμπαν διάγω βίο.
Πλανητεύομαι πέριξ ενός Ήλιου Θεού, έμβρυο φωτός.
Ορώ μόνο τα όρη των ματαιοτήτων.
Διάττων παρελθοντικός
χρόνος έρμαιο του μηδενός. Πριν τι , μετά τι;
Ολούθε χάος ολόγυρα απ' το εγώ κι απ' το είμαι.
Αλλά κι εγώ κι όλοι γύρω μου, μετέωροι κι αίολοι,
όλοι κάτι νομίζουμε πως είμαστε , ύλη, αιθέρας, κάτι....
Κάτι φρέσκο στο έωλο λέμε...κάτι ημέρας αυγό..κάτι....
Νομίζουμε. Δεν είναι ενύπνιο. Νομίζουμε.....
Κι είναι όμορφο μες στο σύμπαν το νομίζειν!!!!!!

Γιώργης Π. Κασιμάτης- Δρυμωνιάτης

Από την ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012



Μέρα φωτός

Λάμπει η μέρ' απ' άκρου εις άκρον.
Ήλιος πολύς στη στενωπό
κι εντός μου μια φωνή φωνάζει
για τη χαρά πολλά να πω.
Είν' η φωνή των ονομάτων
και των γλυκών μου αμαρτημάτων
που σαν Θεούς μου τ' αγαπώ.
Κι όταν ο Ήλιος λάμπει ενδόξως
απ' άκρου εις άκρον στη ψυχή,
πετώ μαζί τους στ' άνωθέν μου
κι υμνολογώ Γη και Ζωή!

Λάμπει η μέρ' απ' άκρου εις άκρον.
Δεν ξέρω να το γράψω. Πως;
Μα είμαι ευτυχής π' αδράχνω Ήλιο.
Είμ' ευτυχής που ζω στο φως!

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Emma Shapplin & George Dalaras - Spente le Stelle (live)



Επώαση

Αναγάλλιασα μες στην ευεξία του εφαρμοσμένου ονείρου.
Κι όπως γυμνώθηκα μπρος απ' το υπέργειο σώμα της,
όπως εκσωματώθηκα όλος μπρος απ' το όλβιο φως της,
έγινα ουρανός που ποθούσε κατακλυσμό, κατηδονισμό,
μετέωρος, ουράνιος παλλινδρομιστής, φεγγοδότης Ήλιος,
αείζωος, φυσίζωος σπορέας ανέμων στην ύλη έγινα.
Κι ήμουνα μέσα την ώρα που ήθελε ο χρόνος της. Όλος δόλος.

Ύστερα, φεύγοντας αέρινη κι όμορφη, σαν Σελήνη,
κουβάλαγε κάτι πολύ δικό μου εντός της.
Χμ....το πολυαγαπημένο μου εγώ, συμπιεσμένο
σε λευκό υγρό περιτύλιγμα πύρινης δίψας.

Με επώαζε κουβαλώντας με 'ντός της
η μήτρα μητέρα των πάντων..

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από την ανέκδοτη συλλογή
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Πέτρα
Ο κόσμος μου είναι πέτρα μαύρη.
Ηφαίστεια  γη σκληρή.
Απάνω της φυτρώνει ένα κατάρτι.
Φυτρώνει κι ένα κάτι,
άυλος ατμός της πέτρας,
κάτι που έχει και δεν έχ' υφή.

Ψυχή. Μονάδα τ' όλου!
Τανύζεται στα όρια  ως άχρωμη φωνή.
Στον Ήλιο πάνω περπατάει ως  πουλί.
Γελάει.
Συνηθισμένη σ' ώρες θλίψης πιο πολύ.
 
Εκεί και το μικρό μου εγώ.
Μοναχικό σ' όλο αυτό εκεί.
Εγώ.
Κατάρτι στου χαμού τον ερχομό.
Στυλώνω τη ματιά στ' απείρου την ηχώ.
Μαθαίνω μέρα με τη μέρα 
πως ν' αγκομαχώ!
Κι όπως σφυράω στον άνεμο
αδιάφανο  τραγούδι της ερήμου,
χάνεται κι η φωνή μου
στον πλησιέστερό μου αστερισμό.

Μικρή ζωή....Πέτρα μου μαύρη......

Άχαρη ψυχή!
Κι αν όλα είναι γύρω θλίψη
και ματιών υγρή ροή
κι αν δεν υπάρχει αρχή χαράς
πάνω στην πέτρα τη σκληρή,
ένα τραγούδι της ερήμου
είν' η φωνή μου,
μα την λατρεύω την πανάρχαια ζωή!!

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011


δεν είναι να χασομεράς ζωή μου.
....περνά γοργά η ώρα της Ηούς,
το μεσημέρι, το εσπέρας, το λυκόφως.
κι ύστερα θάρθ' η νύχτα...
... κι όλα τού εγώ τα ξάρτια θα σπαστούν....
κι εκείνο το λυχνάρι, το γλυκύφωτο,
οπού έφεγγε στο πέλος των ματιών,
θα σβήσει και ξανά το σκότος θάρθει....
...κι όλα, χωρίς εμένα στο παρόν,
ωσάν να μην υπάρχουν θάναι....
όλα, χωρίς εμένα τίποτα.....
....μηδέν διασπασμένο τ' όνομά μου θάναι.....

γι' αυτό ας μη χασομερώ...
σήμερ' ας δείξω πόσο αγαπώ
κι όσο μπορώ πιότερο ας δοθώ,
πιότερο κι απ' το εγώ μου ας αγαπήσω...

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΕΦΤΑΖΥΜΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ
 

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011


Καληνύχτα Ηλιοβελουδένια


Ήταν ένας γλάρος που πέρασε και είδε
μονάχη της
να κλαίει στο βράχο της.
... Σταγόνες ζωής τα δάκρυα
έσμιγαν με το νερό. Θάλασσα μπλάβη!
Ένας αγέρας, Ζέφυρος, λυπητερός,
«ο Ήλιος θα δύσει» , μουρμούρισε,
…της ξεχτένισε τα μαλλιά,
«απλή σε θέλει ο χρόνος τη νύχτα», της είπε
κι έπιασε κι έβαψε τα χείλη της με πορφυρό,
καθώς από το δάγκωμα τα είχε κόψει….
Ένας μικρός πετάλαγας πήδηξε κι έκατσε
στο στήθος της…
«φλογίσου απ’ την αγάπη σου
και κλάψε να ευφρανθείς», της είπε
κι έφυγε γι’ άλλο κλαρί να πάει να κάτσει…
Ω, να και τ’ αγριοκάτσικο
που πάει βράχο βράχο…θάλασσα να πιει.
Θα ξεδιψάσει με αλάτι και νερό , ζωή!
«Ε συ, μικρή και όμορφη
και Ηλιοβελουδένια,
πάρε το Ζέφυρο άλογο
και τράβα αλλού να βρεις», της φώναξε…
Ο γλάρος στροφάριζε πάνω απ’ τη θλίψη.
«Λευκό, λευκότερο κι από το φόρεμα του Ήλιου ,
το πέπλο σου
και των ματιών σου η φωτιά
πύρινη δρόσος έρωτος,
κάπου άλλού ζωή σε περιμένει,
μην απεμπολείς».
«Ω γλάρε! μη μου τραγουδάς
απόψε που πεθαίνω!!!»
του φώναξε θλιμμένη….
…κι έκλαιγε όπως πριν,
σταγόνες φωτιάς τα δάκρυα
έσμιγαν με τη θλίψη. Θάλασσα μαβιά!

Ήταν ηλιοβασίλεμα, στη δύση των καημών.
Ήταν έξω όλα όμορφα, το φως,
η γη, ο Ήλιος, το πέλαγος….
Ήτανε μέσα της νεκρά τα όνειρα
κι ο πόνος ραδιενεργός,
ο καπετάνιος χάθηκε στον ωκεανό!!
Ήτανε όλα ελλείποντα για της ψυχής της τη δίψα
και μίσησε τα νόστιμα της φύσης τ’ αναγκαία…
Ήταν έν’ ανακάτεμα, νους, ψυχή,
άμπωτις, πλημμυρίς…
Πριν καν τη ζήσει τη ζωή, την είχε μπαϊλντίσει….
Ο θάνατος της άρπαξε τον άντρα π’ αγαπούσε,
ας της αρπάξει τώρα πια και το λευκό της πέπλο….
Κρεμάστηκ’ από τ’ άπειρο..
Ποιο το σωστό; Ποιο λάθος;

Άνοιξε τα χεράκια της
και τάκανε φτερά.
Προς τον γκρεμό επέταξε,
στη θάλασσα επνίγει,
χάθηκε πριν αγαπηθεί,
πριν έρωτα χορτάσει.

Ο Ήλιος βυθιζότανε
κι όλα τριγύρω κλαίγαν.
Κι ο γλάρος κι ο πετάλαγας
και τ΄άγριο κατσίκι
κι ο Ζέφυρος κι η ολότητα
της φύσης και του πόντου,

όλα γι’ αυτήν εκλαίγανε
πούκοψε τον ιμάντα
και στους βυθούς των θαλασσών
θα κοιμηθεί για πάντα.

Όλα γι’ αυτήν εκλαίγανε
που στους βυθούς εχύθει
να βρει τον που αγάπησε
κι η γη της τον αρνήθει.

Όλα γι’ αυτήν εκλαίγανε,
τη θλίψη και την έγνοια
π’ έσβησε , καθώς σβήστηκε,
η Ηλιοβελουδένια……

Από τη μικροσυλλογή
"ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ"

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011


Όσα ο Ήλιος δεν μπορεί


Όσα ο Ήλιος δεν προλάβει να σου φέρει,
θα σου τα φέρω εγώ ζωντανός το πρωί,
αγαπημένη των ματιών και της ψυχής μου.

Κι αν ξεχαστεί και σου φέρει μονάχα το φως,
ένα χαμόγελο άπλετο θα σου φέρω εγώ το πρωί ,
αγαπημένη των ματιών και της ψυχής μου.

Κι αν καλημέρα απλά ο Πατέρας σου πει,
ένα φιλί, θα στο φέρω θερμότατο εγώ το πρωί
αγαπημένη των ματιών και της ψυχής μου.

Κι ως θα χαρίσει το χρώμα και τ’ άρωμα γύρω, παντού,
τον μυροβόλο ανθό της καρδιάς θα στον φέρω εγώ το πρωί,
αγαπημένη των ματιών και της ψυχής μου.

Δεν είμαι Ήλιος, μα είμαι ψυχή
κι απ΄την ψυχή μου βαθιά , όσην έχω ζωή, πάρτην…να…,
αγαπημένη των ματιών και της ψυχής μου.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τη συλλογή
ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

 


Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Όλα τα των Ουρανών

Περιπλανήθηκα περί τον έναστρο
χρόνους και χρόνους!
Ώσπου ήρθες και φωταγώγησες
εσύ την καλύβα μου.
Κι ο νους μου έγινε παλάτι στο χώμα
κι η σκέψη μου έγινε αιθέρας στο σύμπαν
κι η αγάπη μου όρμησε σαν χάος στο χάος!!
Όλα τα των Ουρανών
επί Γης τ' ανακάλυψα,
ως περιεχόμενο του "σ' αγαπώ"
που, με τα μάτια κλειστά,
καυτερά μου ψιθύρισες
ακουμπώντας τα χείλη
στ' αυτί της ψυχής μου!!!
Τι νύχτα που μου χάρισες
τ' άπειρο του κορμιού σου....
Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης.
Από τη συλλογή
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

Η Ζωή και το έργο του Κώστα Βάρναλη


Δάσκαλος του αγώνα στην νιότη μου...με σεβασμό μπρος από τ' όνομά του!!!

μόνο και μόνο

Μόνο και μόνο

στην κόρη της ποίησης

…κατάλαβε, λατρεμένη των αισθήσεών μου,
πως ο Ουρανός δεν γεννήθηκε παρά μόνο
για ν’ αποτρέψει το άστρο σου να κατέλθει στη Γη
κι οι θάλασσες γεννηθήκανε μόνο
για ν’ αντικατοπτρίζουν εν ηρεμία τη θεότητά σου,
…κατάλαβε πως ο Ήλιος γεννήθηκε κι ανατέλλει τα πρωινά
μόνο για να παραβγεί στη λαμπρότητά σου
κι οι άνεμοι γεννηθήκανε στα βουνά
μόνο για να δροσίζουν το πυρ της ύπαρξής σου,
….κατάλαβε πως κι εγώ γεννήθηκα μόνο και μόνο
επειδή στο σχέδιο του μέλλοντος ήταν εγγεγραμμένο,
ως σημείο συμπλήρωσης του παντός μου,
το στόμα σου στο πρώτο φιλί μας,
ως σημείο έκρηξης του πυρήνα της ζωής,
η ένωση των ψυχών μας τη νύχτα με στρώμα το σώμα
….ναι , γεννήθηκα μόνο και μόνο εγώ
επειδή στο σχέδιο του μέλλοντος
είχε περιληφθεί η εντολή αποθέωσης της ύλης μας
την μέρα του Έρωτά μας...
..μόνο και μόνο γι’ αυτό γεννήθηκα,
Φως των ματιών μου!!!!

Γιώργης Π. Κασιμάτης- Δρυμωνιάτης
από τη συλλογή
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ


Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Σ ΑΓΑΠΩ-ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ-ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ



Αποχαιρετώντας την κορυφαία του έρωτα την ποιήτρια με το πιο ερωτικό τραγούδι που έχει δεχτεί ποτέ η ακοή μου. Μυρτιώτισσα, Μάνο, Φλέρυ, κορυφαίοι θα είστε παντα στη ζωή μου!!!! Σύμβολα και οδηγοί μου!!!
Σώμα της νύχτας .

κοιμήσου ανάσα μου
...στο στέρνο μου επάνω
και μέτρα τους κτύπους μου
για σένα που κάνω....

...πλανιέμαι μες στ' όμορφο,
στο λάγνο σκοτάδι,
το χέρι μου σύννεφο
σ' αέρινο χάδι!

Το σώμα στο σώμα σου!
Φωτιά να σου δώσω,
στο πνεύμα και στ' όμμα σου
το φως μου να ενώσω,

να γίνω επέκταση
του θείου εγώ σου.
Απάνω στην έκσταση,
ψυχή μου, λιγώσου!

Αστέρι της νύχτας μου,
ωραία φθορά μου,
λατρεία αμέτρητη,
γυναίκα , χαρά μου,

αφέσου και δώσε μου
το όλον του όλου,
γυναίκα μου, υπέρτερη
Θεού και διαβόλου !!! ♥


Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
από τη συλλογή
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ,

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Που;

 
Σε ψάχνω στα βουνά των ονείρων μου...
Σε ψάχνω στις κοιλάδες της λύπης...
Σε ψάχνω στ' άπειρο του φωτός...
μα εσύ λείπεις...λείπεις..λείπεις....

και μου μένει στα χείλη το που;
πουθενά και παντού....
όπως πάντα......

πεταλούδα μου πέτα στα ωραία τα άνθη του κόσμου...
μου αρκεί να σ' υμνώ
εντός μου......

Γιώργης Π.Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
από τη συλλογή
ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Στο Γιο Μου - Μυρτιωτισσα


Στον Γιο Μου... **

Τα πλοία που λαχτάριζες μακριά για να σε φέρουν
στις χώρες που 'ν' σαν όνειρο, στις χώρες που μαγεύουν

κάθε παιδιού τη νια καρδιά π' όλο ποθεί και θέλει
να δει, ν' αγγίξει, να γευτεί της γης όλο το μέλι!

Την άγια θύρα της ζωής τρεμάμενη σ' ανοίγω
και κρύβω τη λαχτάρα μου και τον καημό μου πνίγω.

Μα είναι μεγάλος μου καημός κι είναι πικρή η ψυχή μου...
Ω! διάφανο αγριολούλουδο βγαλμένο απ' τη πνοή μου.

Μονάχα συ, φωτίζοντας βαθιά τη σκοτεινιά μου,
το νεκρωμένο ξύπναγες, παλμό μες στη καρδιά μου.

Τώρα σε χάνω. Αμίλητη, αδάκρυτη και μόνη,
βλέπω τη νύχτα να 'ρχεται βαριά και να με ζώνει...

Mυρτιώτισσα
** (ο γιος της ήταν ο γνωστός τότε πρωταγωνιστής του δραματικού θεάτρου Γιώργος Παππάς, που χάθηκε νεότατος)

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

στην άκρη του χρόνου

Η αγάπη μου είν' ένας άνεμος
απαλός , σαν του Νότου το χάδι.
Η αγάπη μου είναι μια δύναμη
ισχυρή, σαν των άστρων την έλξη.
Η αγάπη μου είναι διάσπαρτη,
σαν τη σκόνη στην άκρη του χρόνου.
Η αγάπη μου είναι το ήμισυ
του φωτός , του ενός, του εγώ μου!!!!
.
Η αγάπη μου είσαι ολόκληρη Συ ,
ω καρδιά του Σύμπαντός μου!!!!

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
από τη συλλογή ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ,

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Νεκρέ Έρωτά Μου!


Νύχτα, φεγγάρι,
και συ μπροστά μου
ζωντανεμένος,
νεκρέ Έρωτά μου!

Κάτι μου δείχνει
το θείο σου χέρι,
πότε το κύμα
πότ' ένα αστέρι.

Σου λέω: "Καλέ μου
άργησες τόσο!
Τί θα μπορέσω
πια να σου δώσω";

Μου λες: "Το φως μου
θα σε φωτίζει
κι η άυλη ζωή μου
θα σε στολίζει"!

Και περπατούμε
και το φεγγάρι
μας στεφανώνει
ουράνια χάρη!

Ξάφνου σε χάνω.
Κι αντικρινά μου
το ξέρο δέντρο
για συντροφιά μου!

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

Fontana Amorosa-Α. Αρτέμης-Θέλω να ξέρεις (Μυρτιώτισσα)


Ποίηση Μυρτιώτισσα

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

η μελωδία της θλίψης


Νόμιζα πως θα ήσουν πάντα….
…αλλά συ έφυγες νωρίς…
έσπασες το μικρό ιμάντα
και για αλλού αναχωρείς.

Δεν κοίταξες καθόλου πίσω
να δεις που βρέχει ολημερίς.
Το σπίτι μας το πελαγίσο
μοιάζει με δάκρυ της βροχής.

Μοιάζει με κάστρο εμπολέμων
που θλίψη πια το κατοικεί,
π’ έγινε σπίτι των ανέμων.
Kι εσύ δεν είσαι πια εκεί.

Δεν είσ’ εσύ που ισορροπούσες
το λόγο μέσα στη σιωπή
και μες τα μάτια ζωγραφούσες
φως απ’ των άστρων την κλοπή.

Ναι, σε ζηλέψανε τα άστρα
και βρήκαν την κλοπή αφορμή,
μια νύχτα, μια Θεοδαμάστρα,
ψυχή σού πήραν και κορμί.

Νόμιζα πως θα ήσουν πάντα…..
αλλά συ μίσεψες γοργά
και στην ψυχή μου , μια γιρλάντα
η θλίψη, δρα ραδιενεργά...

Γιώργη Π. Κασιμάτη- Δρυμωνιατη
από τη συλλογή του ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

.::Μυρτιώτισσα - Ερωφίλη::. (Myrtiotissa - Erofeely)


Yπέροχοι στίχοι της Μυρτιώτισσας!!!

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Στη γέννηση του γιου μας


Καλώς όρισες μικρέ μας στο σπίτι μας,
καλώς ήρθες χαρά της ζωής μας.
Τις αγκάλες διάπλατ' ανοίγουμε,
καλώς ήρθες κοντά μας, ψυχή μας.

Ηρθες κι έφερες όμορφην άνοιξη,
ελουλούδιασαν όλα, ανθέ μας,
κι η ζωή μας απόχτησε νόημα
με το πρώτο σου κλάμα, καλέ μας.

Ελα μπες στη ζεστούλα την κούνια σου.
'Κει κοντά τα πολλά όνειρά μας
φτερουγίζουν και σχήματα παίρνουνε,
που σου μοιάζουνε όλα, χαρά μας.

Η μανούλα σού στρώνει προσκέφαλο
του λαιμού της το πλάϊ και λέει
νανουρίσματα χίλια για σένανε,
σε ζεσταίνει μ' ανάσα που καίει.

Κι ο πατέρας, γλυκέ κανακάρη του,
χίλιες πόρτες ν' ανοίξει ορμάει,
να σε δει αϊτόν ονειρεύεται
κάθε που τρυφερά σε φιλάει.

Πάρε ό,τι για σένανε κρύψαμε
τόσα χρόνια βαθιά στην ψυχή μας.
Πάρ' την άπειρη κι άφατ' αγάπη μας
κι εσαεί νάχεις κάθε ευχή μας.

Καλώς μπήκες γλυκέ μας στον σπίτι μας.
Καλώς ήρθες καινούργια πνοή μας.
Από τώρα και μπρος κάθε βήμα μας
σ' ακλουθεί. Η ζωή σου, ζωή μας.
12.3.1996

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
από τη συλλογή
ΕΦΤΑΨΥΧΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ

Στο Γιο Μου - Μυρτιωτισσα

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

κάτω απ’ τον αμμόλοφο ας είμαι


άσε με να πεθάνω μοναχός στην έρημο των ονείρων μου.
οι αμμόλοφοι της χαράς να με σκεπάσουν εν ώρα ευτυχίας.
να μην καίγομαι πια απ' τις αχτίνες σου, Ήλιε μου.
να μην διψώ για το ύδωρ το απεσταγμένο του έρωτά σου.
αν νοιώθεις πως αμαρτάνεις που ζεις,
πρέπει να κόβεις τους ιμάντες που σε συνδέουν..

Άμμος της ερήμου τα όνειρα που με σκέπασαν,
όμορφος αμμόλοφος ο τύμβος μου…
όμορφο τριαντάφυλλο εσύ , ανοιχτό,
μοσχομυριστό, στου εχθρού μου τον κήπο…..

....σκέφτομαι ….διαγωνίως ανακλώντας την όρασή μου.....
στην έρημο των ονείρων μου μοναχός,…
..μα είμαι όμορφος......!
πιο όμορφος κι απ' το θάνατο ακόμα!!
Έτσι σκέφτομαι σ’ οριζόντια στάση………
ερωτευμένος με το τίποτα πλέον…………
κάτω απ' τις σκιές της άμμου και του χρόνου....

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Πάθος ΑΛΕΚΑ ΜΑΒΙΛΗ


Πάθος

Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ' αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια - τα χέρια σου -
τα γερά, τ' ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη



(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Α'
Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

Β'
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό

ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

Γ'
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

Δ'
Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

Ε'
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30

Γ.ΝΤΑΛΑΡΑΣ : ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ

ότι άνθρωπος έτυχε να ‘μαι.


Χάθηκα στη χάση του φεγγαριού,
σαν αστεράκι χλωμό στον ουρανό των ονείρων,
χάθηκα φτωχή μου ψυχή πλασμένη από πετρέλαιο,
χάθηκα στην χάση του φεγγαριού,
πως χάνονται κι οι αέρηδες και πίσω λυσσομανούν, φυσούν,
λες κι ο χρόνος ανέτρεψε τους μελλούμενους δρόμους,
Χάθηκα στη χάση του φεγγαριού
ολομόναχος στα τρίσβαθα καταβόθρας δαιμόνων,
εγώ που Θεό δεν εδόξασα και χαρά δεν απόδιωξα.,
ααα αααααα ααα αα ααααααα
στην αμαρτία μου αφήστε με να ζήσω
φίλοι, Θεοί και Δαίμονες
στην αμαρτία μου αφήστε με να ζήσω
άγγελοι, άγγελοι δειλοί,
ότι άνθρωπος στο σύμπαν , το μέγα εντός ,
ότι άνθρωπος μικρός πενιχρός
στο σύμπαν το μέγα εντός,
ότι άνθρωπος έτυχε νάμαι…..

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ


ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣΠΟΙΗΣΗ:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΜΟΥΣΙΚΗ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΙ: ΧΟΡΩΔΙΑ(Mονωδίες: ΛΙΛΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΛΑΚΗΣ ΧΑΛΚΙΑΣ)
Ο τόπος μας είναι κλειστός,
όλο βουνά που έχουνε σκεπή
τον χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε
πηγάδια, δεν έχουμε πηγές.
Μονάχα λίγες στέρνες,
άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος, κούφιος,
ίδιος με τη μοναξιά μας,
ίδιος με την αγάπη μας,
ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο
που κάποτε μπορέσαμε
να χτίσουμε τα σπίτια,
τα καλύβια και τις στάνες μας.
Και οι γάμοι μας, τα δροσερά
στεφάνια και τα δάχτυλα,
γίνουνται αινίγματα
ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν,
πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Δεν έχουμε ποτάμια,
δεν έχουμεπηγάδια,
δεν έχουμε πηγές.
Μονάχα λίγες στέρνες,
άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ο τόπος μας είναι κλειστός.
Τον κλείνουν οι δυο μαύρες
Συμπληγάδες.
Στα λιμάνια την Κυριακή
σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε,
βλέπουμε να φωτίζουνται
στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα,
απο ταξείδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια
πώς ν' αγαπήσουν.
Έγκωμη

Σεφέρης Γιώργος


Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός· από μακριά φαι-
νόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου-κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη· το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και στ' αγκάθια τριγυρίζαν 5
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες· θά 'χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.
Kι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ' αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά· τειχιά δρόμοι και σπίτια 10
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ' το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά 15
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.

Kι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ' ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας. 20

Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι είταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ' ουρανού, κι είτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι' ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν' ανηφορίζει. 25
Tα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ' τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ' άγουρα βυζιά της οδηγήτρας, 30
χορός ακίνητος.

Kι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ' αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν 35
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ' ανάερη τη βουκέντρα.
Kαι ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν' ανεβαίνει·
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν. 40
Tώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Tα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν· μια ανάληψη.
O κόσμος 45
ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.
Aρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·
κι' όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου 50
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ' αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)

Γιώργος Σεφέρης «ΕΛΕΝΗ»

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Ελένη

Σε βρήκα στα περβόλια
των δώδεκα αγγέλων
να σιγοτραγουδάς
και δυο δροσοσταλίδες,
σαν άστρα στολισμένα,
στα μάτια να φοράς.

Σε βρήκα μες στ’ αμπέλια
των δώδεκα ανέμων
φτερά να κουβαλάς.
Αερικό γινόσουν,
τα νέφη προσπερνούσες.
Μ’ άρεσε να πετάς!

Σε βρήκα στα πελάγη,
υγρήν κι αλλοπαρμένη,
μ’ αλμύρα να μεθάς
κι από αγάπης χείλη,
ρόδινες πυρπολίες,
άλλο να μην ζητάς

Ελένη, μικρή μου φωτιά,
απόσταγμ’ αγάπης στο Είναι μου,
Ελένη, σου δίνω καρδιά.
Για πάντα τον έρωτα δίνε μου!!

Σε βρήκα μες στον Ήλιο
στα χρυσαφιά μαλλιά σου
αχτίνες να φοράς,
με την αγνότητά σου ,
με το λευκό το φως σου
να με πυροβολάς!

Σε βρήκα τρεις αιώνες
βαθιά μου θρονιασμένη,
σχεδόν παντοτινή,
εντός μου εντοιχισμένη,
από κομμάτι ψέμα
πλευρά αληθινή

Σε βρήκα σκαλωμένη
στην ταπεινή μ’ αγκάλη
φιλί να εκπορθείς.
Σε βρήκα όλη εντός μου,
δαίμονας και Θεός μου.
Τόξερα πως θα ρθείς!!!

Γιώργης Π.Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

για ένα μαγισσάκι, ποιηματάκι.


Ένα μαγισσάκι
μούφερ' ένα όνειρο
σ' αγάπη τυλιγμένο
και σ' ανθόνερο.
.
"Πάρτο , μου λέει, πάρτο
το γυμνούλικο...
είναι ο θησαυρός σου,
που κοιμότανε
σαράντα τόσους χρόνους
στον ίσκιο της καρδιάς.
Πάρτο και βάλτο εντός σου
τ' ονειράκι αυτό,
που σαράντα χρόνους
σε νάρκη ήτανε.
Σιγά να το ξυπνήσεις,
να του απαλομιλήσεις,
σιγά-σιγά το φως,
μην το τρομάξει ο Ήλιος
και φύγει και χαθεί.
Ω ναι , να το λατρεύεις,
να το κρυφομεθάς
κι αιώνια να δίνεις
το μαξιλάρι σου,
για να μην το χάσεις
τ' ονειράκι αυτό,
τον αφροανθό
των ονείρων σου".
.
Ω μάγισσα του Χρόνου,
πόσο σ' ευχαριστώ!!!
Σ' αγάπη τυλιγμένο
και σ' ανθόνερο
μούφερες μαγισσάκι
το μεγαόνειρο!!!
Όπου σαράντα χρόνους
το περίμενα,
το γυμνούλικο,
να ρθει να με χαϊδέψει
με της φλογός τα μάτια,
την ξωτικοψυχή του,
την πύρινη!!!

Γιώργης Π.Κασιμάτης Δρυμωνιάτης
από τη συλλογή

ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Η Λυπημένη-Μελίνα Κανά [Ποίηση Γ. Σεφέρης]


Η Λυπημένη

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης

Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες προς το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς•

κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί•

κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό•

μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Γιώργος Σεφέρης "Το Φως" - Giorgos Seferis "To Fos"

Ύμνος στο ξερό του έρωτα λουλούδι

Λουλούδι της πέτρας και του ονείρου μου,
κομμάτι τρυφερό της ψυχής μου,
αιώνια ομορφιά του νόστου μου,
άρωμα δροσερό στον αέρα της ερήμου!
Σκαρφαλωμένος στο βράχο σου σ’ αγκαλιάζω,
να σ’ αποκόψω ποθώ, να ενωθώ,
έτσι κι αλλιώς ένα μαζί σου η ζωή μου!
.
Στο βράχο σου οι ρίζες μου εμπηγμένες,
στο απρόσιτο μετέωρο της μαγείας σου
λαμνοκοπά η καρδιά μου..
Εκεί στη ρωγμή π’ αναβλύζει ενέργεια πάθους,
στην τομή του χρόνου και του φωτός,
αιωρούμενος ανάμεσα στο μέγα και στο μικρό,
σε φιλώ φιλήδονο άνθος του πόθου!
.
Τα διαπιστευτήρια από κοινού του υπαρκτού μας
στο Κάστρο κρέμονται, στο βράχο καρφωμένα.
Λουλούδι και Άνθρωπος Ένα!
Εσύ κι Εγώ. Δόξα χωμάτων κι αιμάτων!!
.
Ρουφώ με τα μάτια μου το κίτρινο,
με την ψυχή μου το αιώνιο φως
κι ακολουθώ, δυνατός σαν το τέλος των πάντων,
τ’ ονόματός σου τον συμβολισμό…
Sempre Vivere!! Πάντα Ζω!!
.
Στον Άγιο Ου Τόπο των ονείρων, που φυτρώσαμε,
σου μαρτυρώ του έρωτά μου το πάθος,
ω, σεμπρεβίβα, κόρη των Κυθήρων μου,
ω, επέκταση τρυφερή της ψυχής μου,
ω άνθος μου ξερό της γης του έρωτά μου!!
.
Γιώργης Π. Κασιμάτης Δρυμωνιατης
Από τη συλλογή
ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Ύγρά Ύπαρξης
Άντλησα τα νερά του αίματός μου
με την αντλία της καρδίας μου.
Αίμα και νερό! Άμπωτις και πλημυρίς!
Παλλίροια η ζωή μου..
Κουράστηκα κάτω απ' τους ιδρώτες των προσώπων....
Διψώ!!!
Και τι να πιώ από τούτο το ποτήρι;
Ποιο είναι πιο υγρό ύπαρξης;
.
Αναπαυόμουν κι όπως θυμόμουν πάλι
εκείνες τις εκλάμψεις
των μεγάλων οφθαλμών,
πήρα και την εικόνα σου,
να προσκυνήσω, ο αμαρτωλός.
.
Αίμα και νερό έρεε στα σπλάχνα μου.
Τα μάτια εκείνα!! Τα ηλιοτρόπια!!
Πολύρροη αύρα δακρύων ωραίων
ωραία ,ωραία κελάριζε
στη μοναξιά του ονείρου μου....
περιεχόμενο της σιωπής μου
ο ουρανός σου.....
.
Ήμουν πάντα περήφανος για σένα.
Πιότερο σήμερα που διψώ και συ
καρδία και μάτια μού έδωσες,
πηγές, προς χάριν μου ρέουσες
υγρά ύπαρξης!!!!
.
Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
από την ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ του