ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΗΠΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
O χρόνος, ο χαζορολογάς, τα ρολόγια μ' όλα έχει χαλάσει. Ένα μόνο ρολόι που χτυπάει τικ-τάκ

είν' η καρδιά μου, που μετράει την αγάπη που πετάει στα όνειρά μου.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣE ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΕΝΤΩΣΟΥ, Ω ΨΥΧΗ ΜΟΥ, Ν' ΑΨΗΛΩΣΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΟΝΤΟΥΣ,ΚΑΛΟΤΥΧΗ!







Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Πίνακας: Βαν Γκογκ, Ο Σπορέας


 

Σπορά

Ε! Γη μου τρυφερή… γυμνούλα μου..
ομορφοπόδα  θηλυκιά ρωγμή,
καρδούλα μου.
Μη φεύγεις…μη….
Ενδιαφέρομαι για Έρωτα , το ξέρεις.
Ναι, ναι,
ωσάν αυτόν που στα λουλούδια πάνω
πεταλούδες κάνουν φανερά,
σαν τα βατράχια, μέσα στα νερά,
όπως αυτόν που στις γατούλες
τα γατιά τ΄ αρσενικά .....
γατίσια, άγρια σπορά...

Σαν 'κείνον....-τον θυμάσαι;-
μες στα στάχυα
που κυλιστήκαμε μ' ορμή;
Που τρόμαξαν τα φίδια κι οι αράχνες
απ' το θόρυβο ζωής
κι απ' τις φωνές της ηδονής
και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν,
σπείρε!! σπείρε!!!
έ ο έ και τζι τζι τζι,
κι ύστερα γέννησες...
μου γέννησες ζωή,
ομορφοπόδα μου γυμνή…

ω Κύριε!...μού γέννησε...
μια θημωνιά παιδιών η Γη μου,
απ’ τον κρατήρα μου
ζέον υγρό, κλαγγή κορμιών…
φωτιά η κλήρα μου....


Νοιώσε με...Θέλω Έρωτα κι απόψε....

Θέλω και άλλην θημωνιά…
Έχω πολλήν ζωή ακόμα να σου σπείρω,
Μοίρα Μου.....

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013


Εξορία

….και να που ξαφνικά χάθηκε

το προνόμιο της επικοινωνίας.

Ερωτεύτηκα τη μοναξιά

του πνεύματος

και την ευωδία του οινοπνεύματος

και δεν θέλω σ’ άλλους να μιλώ.

Στο μπαούλο όλα.

Στη σκοτεινιά ιδιωτικώς.

Ω, όχι….όχι, δεν φταίει άλλος κανείς,

κανείς,

πλην απ’ το έτερον ολόκληρόν μου.

Αυτό….αυτό με εξόρισε

στη μέθη του μόνου.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
 
Πίνακας με τίτλο Light session
της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΛΦΑ

ΑΠΩΝ

Απών απ’ τους αγώνες στους δρόμους.
Απών από τα δικαιώματα εργασίας
Απών από της γνώσης τις διαδρομές.
Απών από της τέχνης τα οράματα.
Απών από τον έρωτα μετ’ αγάπης.
Απών από της αδερφοσύνης τις συνοχές
Απών από της ελευθερίας τους σταθμούς.
Απών από τα όνειρα για το αύριο
Απών  από τη μάχη για την αλήθεια
Απών από την αναζήτηση δικαιοσύνης
Απών από την  αληθινή ιστορία σου
Απών από την υπέρλαμπρη γλώσσα σου
Απών από την εναντίωση στους διακορευτές σου.
Απών απ’ τη ζωή σου, υπάνθρωπε.

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013


Οδός Πηγής

Ξυπόλητος και ασκεπής ταξιδεύω.
Στροφή προς την οδό πηγής αναζητώ.
Εγώ. Ο διψών για το ύδωρ της ζωής.
Ταξιδεύω ανήλιος προς το μέλλον
εποχούμενος των τρυφερών αναμνήσεων.
Μα ποιος ξέρει που πέφτει
η οδός πηγής, για να πιω να χορτάσω;
Ποιος θα μου δείξει
το δρόμο προς εκεί που πηγάζει η ζωή;
Ποτέ μου δεν ξεδίψασα …ποτέ μου…
φτωχή μου ηδονή.
Κι αυτός, ο εαυτός, ο άθλιος, ο αγαπητός.
Προχώρησε τόσα χρόνια μοναχός,
εγωιστής, Δον Κιχώτης, έφιππος στην έπαρσή του.
Έφτασε ως τον προ δρόμο της πηγής.
Μα δεν ήπιε. Όχι, δεν ήπιε…
Έτσι είναι φίλε.. φυλάγετε η οδός πηγής.
Φύλακες άγριοι την κρατούν κλειστή,
Κύκλωπες γίγαντες την κοιτάζουν
με λάγνο το μάτι της σάρκας, την διεκδικούν….
δική τους την θέλουν …δική τους πρόσκαιρα είναι.
Αλλά κι εγώ την ποθώ,
Κύριοι των δυνάμεων,
εραστές ξετσίπωτοι
της ωραίας πηγής.
Ω, άγριοι φύλακες,
θα σας επιτεθώ με σύσσωμες
και σύψυχες όλες τις δυνάμεις μου.
Πιότερο όλων εγώ, εγώ εραστής της!!
Κι όλο πιο πολύ την ποθώ,
όσο αποκλειόμενος διψώ…διψώ…διψώ…
Μουσκεμένα τα μούσκλια της
κι εγώ με πόθο θα επιτεθώ!!!
Θα σας πετσοκόψω, φύλακες.
Για μάχη διψώ.
Να σας σκοτώσω θέλω,
τέρατα της φυλακής.
Να την διαβώ την οδό πηγής.
Να καταχτήσω την ηδονή
την αληθινή.

(Ήταν άγρια η μάχη
κι ήταν ήδη αργά όταν νίκησα
τα Κυκλώπεια πάθη.
Πύρρειος η νίκη μου,
εκπρόθεσμη δόξα…
Η πηγή ήταν ήδη στεγνή για μένα.
Στην οδό της έπεσα ξερός,
ο διψών για το ύδωρ της ζωής.
Νικητής ηττημένος.
Δίχως πια έπαρση.
Εφτά φορές νεκρός.
Γάτα πατημένη στην άσφαλτο η ψυχή μου.
Στην οδό πηγής, αργοπορημένος,
μη ευτυχής, μη δυστυχής.
Εν ώρα θανάτου,
ουδέτερος ο νεκρός μου).

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013


Καυτό καλοκαιράκι

Θα κοιμηθώ στην άπειρη
αγκαλιά της άμμου.
Υγρός.

Ανέμη
η ψυχή μες στη φωτιά.
Σημαία πάνω σ' άυλο
ιστό.
Κι ιδρώτες πυρωμένου σώματος.
Μαζί σου.
Ηδονικά αρώματα αβύσσου.
 Καλοκαιράκι
μες στο σώμα μας
καυτό.
Ανταύγειες κι ιριδισμοί
ματιών κι υδάτων.
Πόσο πολύ
το πέλαγος ποθείς!
Σκιές κάτω απ' τη στέγη
των ξανθών σου
κι αλμύρα.
Κριταμάκι μυριστό.
Μαζί σου.
Λευκή ακρογιαλιά του Παραδείσου.
Καλοκαιράκι
μες στο αίμα μας
καυτό.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την  ΕΦΤΑΖΥΜΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

Παραλία Χαλκός, Κύθηρα. Φωτό Αλέξανδρος Τσίμπος.
 
Θαλασσόβραχε
 
Κράτα με, βράχε, κράτα με
ζεστόν στην αγκαλιά σου.
Και συ, πλατύ ορίζοντα
πάρε με στο μακριά.
Να πάω, να 'ρθω, ν' ανεβώ,
να πέσω , να γελάσω,

να κλάψω και να σ' αρνηθώ,
να σ' έχω, να σ' αντέχω,
ζωή που μοιάζεις θάλασσα,
ψυχή που βράχος μοιάζεις.
Καρδιά μου, Θαλασσόβραχε,
ορθή στο κύμα στάσου.....
 
ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΠΟΙΚΙΛΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
 

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Το νεραϊδομαντήλι


Τραγούδι: Τάκης Φάβιος-Κατερίνα Φατσέα
Στίχοι-Μουσική: Γιώργης Δρυμωνιάτης
Στα πλήκτρα: Γιώργος Τσοκάνης


Αυτό είναι το Καλαδί, στα Κύθηρα.
Φωτο Γ. Δρυμωνιατης

Το νεραϊδομαντήλι
Άλλα δεν έχει στον ντουνιά
μάτια, δεν έχει ίδια,
σαν τούτα που προβάλανε
στου Καλαδιού τα φρύδια.
Δεν έχει μάτια ολόλαμπρα
άλλα σαν τα δικά της,
σαν θάλασσα, σαν ουρανός
σαν άνεμος, σαν μπάτης.

Οπού, σαν φλόγα αφανού,
από μακριά σε καίνε,
σε ζώνουν μ’ έρωτα φωτιές,
όταν σου γλυκοκλαίνε.
Κι όταν γλυκά σ’ αναθωρρούν,
κρυφά σαν σου γελάνε,
πιο πάνω κι απ’ τον έβδομο
τον ουρανό σε πάνε.

Μάτια που σαν τ’ ολόγιομου
του φεγγαριού την λάμψη
φέγγουνε, λες κι ο Ουρανός
και ‘κείνα τα ‘χει ανάψει
την ίδια ώρα π’ άναβε
τ’ άστρα και το φεγγάρι
και τα ‘στειλε στο Καλαδί
το νου να μου ξωπάρει.

Βόηθα με Άγιε Θόδωρε,
βόηθα να μη λελέψω,
το νεραϊδομαντήλι της
βόηθα με να τση κλέψω,
το νεραϊδομαντήλι της
πίσω να μην μου πάρει,
μ’ όταν κρυφτούμε στην σπηλιά,
φιλί να με τρατάρει.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την: ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ  ΕΡΩΤΑΣ

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013


Νεφέλη

Αιματοδάκρυα στα μάγουλά της.
Στις παρειές τού Ουρανού
Στην άκρη τού βουνού
ένας γκρεμός ουρλιάζει
κι ένα κυκλάμινο μικρό
στο βράχο, συνδακρύζει.

Μη , Ουρανέ, μη σκοτωθεί.
Κάμε ζωή να θέλει.
Κι αν δεν την θέλει τη ζωή,
πλάσ’ την με φως και με φιλί
και κάμε την Νεφέλη.
 
Με μέλι άλειψε τα σωθικά της.
Δος της και νέκταρ λουλουδιού.
Καρδιά μικρού παιδιού
στο στέρνο της φωλιάζει.
Και μια ψυχή δυο ημερώ
στ’ εντός της φτερουγίζει.
 
Μη , Ουρανέ, μην πληγωθεί.
Κάμ’ Έρωτα να θέλει.
Κι αν δεν διψάει για έρωτα,
μην απαντάς σαν σε ρωτά,
μα κάμε την Νεφέλη.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την συλλογή
ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013
















Κοιμήθηκε ο έρωτας
Για πάντα θα κοιμάται
Μα όλο θα θυμάται...
Το τι μη με ρωτάς...

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

έργα και ημέραι...

έργα και ημέραι...

ευχαριστώ θερμά τις φίλες και τους φίλους που τα κόσμησαν





Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Πορφυρίς
 
 
 
Στα πλατιά τα πέλαγα,
τ’ ασύνορα,
στων ουρανών τις αυλές
γυρεύω  πατρίδα.
Αναζητώ τη φωνή του καλού
στην ανάσα σου,
ματωμένη χώρα,
γη μου κυρτή.
Ξεπεταρίζω εδώ κι εκεί,
ουρανό και γη.
Πατρίδα δεν έχω, δεν βρίσκω.
Ένα μαύρο πτώμα η θάλασσα έφερε
στα παράλιά μου.
Συντρίμμια ελπίδων στους βράχους,
τσακισμένα όνειρα παιδιών,
θάνατοι στην άμμο μας κείτονταν.
Γλάροι και κόρακες μαζί,
ασπρόμαυρο της ζωής το χρώμα
σκεπάζει την αχλύ  των ματιών
με ψέμα βαρύ.
Μου κλέψαν τη γη οι ταγοί
και σκλάβο,
στο χρήμα με πουλήσαν.
Μα εγώ Σπάρτακος.
Πεθαμένες πέτρες
και κοχύλια μάζεψα
και νησί έχτισα στη Μεσόγειο.
Και λόγο ανύψωσα
ν’ ακουστεί στα έγκατα
της νόθας συνείδησης των πεπλανημένων.
«Τη σημαία του κόσμου
να υψώσω εκεί,
στο νησί των ερώτων,
βόηθα καρδιά μου!»
Πατρίδα μου, κρίνα, κοχύλια,
ματιές φεγγαριών, Ηλιολούλουδα,
ανάσα ανέμου, βουή του σεισμού,
ποιος πρόδωσε τ’ άσπιλο χώμα σου;
Κραταιός ο Θάνατος.
Μα κι εγώ κραταιός.
Θα σ’ αντέξω φόβε.
Θα σ’ αντέξω πόνε της ξενιτιάς.
Στην πατρίδα μου ξένος θα σ’ αντέξω, Θάνατε.
Και θα χτίσω ξανά
το νησί της χαράς.
Με κοράλλια, με κεραυνούς,
με πέτρες  και ψυχή
το νησί μου θα χτίσω εκεί
που η γη το φως της μου χάρισε
και την πρώτη ζωή.
Εκεί που η Γη ζυγώνει
τα χείλη της αβύσσου.
Εκεί που κρυφά στης νυχτιάς τη σιωπή,
θηλυκιά μου ζωή,
πρωτενώθηκα μαζί σου.
Θα ‘ ρθουν καρδερίνες πολύχρωμες πάλι
στ’ αγκάθια του να κεραστούν
κι ουράνια τόξα
θα το στεφανώσουν.
Κι η μουσική του Ζέφυρου,
με συγχορδία εύηχων κυμάτων,
στ’ αέναο φως θα κυλιστεί.
Ηχώ θα ηχήσει στο ρηχό νησί
η φωνή:
Χαίρε, ω Θάλασσα, ψυχή μου υγρή!
Στους σεισμούς απάνω θα κοιμηθεί
κι ο στόλος των όλων δικός του.
Φοίνικες και Πελασγοί κι άλλοι λαοί νεκροί
ψυχή θα του δανείσουν
και πολύ θα ποθήσουν την πορφύρα του πάλι.
Κι ο βυθός θα δώσει στο χώμα του χρώμα.
Οι ελιές θ’ ανθίσουν κι οι αμυγδαλιές
και το θυμάρι μέλι θα δώσει γλυκί.
Ο αχός  της θάλασσας
θα δροσοποτίσει τις καρδιές των κοριτσιών
που στ’ αγριολούλουδα θα παραβγαίνουν
στις πλαγιές των βουνών,
π’ έρωτα θα περιμένουν
και τα καρπερά αγόρια θ’ αναζητούν
ζωή για να γεννήσουν μαζί τους.
Ε, σεις Νεράιδες,
Δρυάδες των δασών
και  Νηρηίδες, θυγατέρες  των Πόντων.
Μην είδατε της πορφύρας το νησί;
Είναι στη γη του άραγε;
Μα ναι, πείτε το , ναι,
είναι εκεί!
Χτισμένο από πέτρες και κοχύλια.
 
Ένας όμορφος κόσμος υπάρχει βαθιά
στις ψυχές των απλών. Δεν θα νικηθεί.
Ο πλούτος των εθνών
δεν θα λυγίσει τα όνειρα της ύπαρξής μας.
Εκεί , καταμεσής στη Μεσόγειο,
υπάρχει το ονειρονησί.
Ο Έρωτας ξανά θ' αναδυθεί
απ’ την ηφαίστεια γη του.
Έλα και Συ, Ερατώ μου εκεί,
δώδεκα Ποιητές να σου γεννήσω.
Κι ας ξαναζήσω εκεί,
διαρκώς ευτυχής,
ως την ώρα που θα σβήσω εντός του.
Νησί, ω νησί, που με πέτρα καρδιά
και κοχύλι ψυχή,
που με άρωμα πόθου και πόνου
σε έχω χτισμένο!
Σώμα μου! Πορφυρίς!
Τάλαινα κι ένδοξη γη μας!
Εγώ κι η Ερατώ σ' υμνούμε ,
δακρύζοντας στη λευτεριά μπροστά,
στη στέρεη ζωή μας…
 
ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τη συλλογή
ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ  ΕΡΩΤΑΣ 
 
 


 

 

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Δεν είναι απλό

....είναι κι αυτό το χώμα
που μυρίζει δίπλα μου,
λες και φωνάζει: "έλα μέσα...
έλα να ταφείς".

....είναι κι εκείνο το λουλούδι
που ανθίζει πλάι μου,
λες και φωνάζει: "ζήσε κι άλλο...
μάθε πως να ζεις".

Έχω μπερδέψει εντελώς
το θάνατό μου
στη ζωή. Διολισθαίνω...
Εκεί που ζω, εκεί πεθαίνω...

...κι έρχεσαι συ να με μπερδέψεις
πιο πολύ, καθώς φιλάς.
Τι λές;
"Δεν είναι απλό,
χωρίς να ζεις,
να αγαπάς;"

Μα ναι, δεν είναι απλό
να αγαπάς
χωρίς να ζεις....

....αχ , έχεις δίκιο,
Ουρανέ της Αφρικής μου,
Ήλιε του βόρειου Τροπικού!!!
Πάνω από την έρημό μου,
τι λοιπόν φεγγοβολάς;
Κάλλιο βομβάρδισε μ' αχτίνες,
κάψε την ψυχή μου,
παρά το άχρηστο κορμί μου
να φιλάς.....

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Χτένια ψυχής

Όταν ο Ήλιος θα μυρίσει
ψωμί και λάδι και κρασί
και με αλάτι θα ξομπλίσει
τ' αγαλματένιο σου κορμί,
θα 'ρθω κι εγώ να σε φιλήσω
στην άκρη του καλοκαιριού,
πουλί τ' ανέμου, πελαγίσο,
που μου 'χεις πάρει όλο το νου.

Όταν η θάλασσα θ' ανθίσει
και μύρο αλμυρών ανθών
το σώμα σου θα 'χει ποτίσει,
τ' ολόγυμν' επί των αφρών,
θα ' ρθω κρυφά στην αγκαλιά σου,
που φύκια θα μοσχοβολά
και με τα μάτια στα μαλλιά σου
θα σου χαϊδέψω τη χαρά.

Όταν οι φλόγες φτερουγίσουν,
άνομα εντός μου ως θα μπεις,
σαν φωτιστούν οι αφορισμοί μου
εκ της δικής σου αναλαμπής,
θα 'ρθω μικρή μου, ασημένια,
σ' απόσταση αναπνοής
και θα σου φέρω εγώ τα χτένια,
τα που ποθείς. Χτένια ψυχής.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από τα
ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Mέρες και νύχτες γήινες

'Ηταν η μέρα έμορφη.
Η Γη λαμποκοπούσε.
Φορούσε ρούχα Άνοιξης
κι άρωμα Παραδείσου
και χάνονταν χορεύοντας
στην πίστα της αβύσσου.
Ο Ουρανός καθότανε
στην άκρη του πελάγους
και την ερωτευότανε
την Γη τ' ωραίου άγους.
Κι εγώ, στην άκρη του γιαλού,
δυο μάτι' αναθωρρούσα
και την εντός μου άβυσσο
με φως χαϊδολογούσα.
Αχ, πόσο αγαπούσα
το φως και τη ζωή!!

Μα ήρθε η νύχτα σκοτεινή.
Η Γη μαυροφορούσε.
Διαγράφτηκαν τα χρώματα
και τ' όνειρα εξίσου
κι η Γη σέρνονταν άβουλη
στο χάος της αβύσσου.
Ο Ουρανός είχε σβηστεί
στα βάθη του πελάγους
κι έκλαιγε τη χρωματιστή
τη δύναμη του κάλλους.
Κι εγώ, στην άκρη του νησιού,
δυο μάτι' αναζητούσα
και την εντός μου άβυσσο
στη θλίψη ξεναγούσα.
Αχ, πόσο ήταν απούσα
στο σκότος η ζωή!!

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΕΝΔΡΕΙΑ

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Προεπιτάφιος ωδή Ηλιακή

Προεπιτάφιος ωδή Ηλιακή 


Η Ζωή σε τάφο, λουλουδιών μου ψυχή,
στων αστέρων το ασύλληπτο χάνομαι,
νεκρωμένος προχωρώντας προς τη Γη.

Ουρανέ , καλέ μου και συ Μαύρη Οπή,
στο απέραντο, που χάνομαι, κρύψτε με,
αιωρούμενον τυφλόν, σε στροφορμή.

Μακρινή αγάπη, πεθαμένο κρασί,
ακατάλυτη ουσία της ύπαρξης,
εν τω τάφω , μετ’ εμού, έλα και Συ.

Των Αγγέλων σχήμα, πεταλούδα, ορμή,
προσγειώσου στο μηδέν, ω Μητέρα μου,
Συ που έδωσες αξία στο κορμί.

Γοερά θα κλάψω των ερώτων το φως
που στο μνήμα , εν τω άμα, τυφλώνεται,
εν αγνοία των νεκρών μου ηδονών.

Θεία πόνου άκρη, το τετέλεσται, ω!
θα φωνάξω, στεντορία, το τέλος μου
υπέρ πάντων όλων όσων αγαπώ.

Παρελθόν μου Μέγα, τεθλασμένη ζωή,
σκιερά η πορεία μας σήμερον,
στην ευθεία που εκλείπει η πνοή.

Μυροφόρες ώρες, ω της Άνοιξης φως,
ω ανθοί μου επαρμένοι στο έπακρον,
καν νεκρός , ενώπιόν σας δυνατός.

Δυνατός , εντέλει, ο του τέλους χορός!
Στροβιλίζομαι στο άπειρον ήρεμος,
ως αστέρας, εκ βαρύτητος, νεκρός.

Προσδοκώ το χώμα, ως ο σπόρος τη γη.
Ζωοφόρος είν’ ο θάνατος , Ήλιε μου,
αν αφήσεις πίσω αίμα ‘πο πληγή.

Με τα χρώματά σας, ανθοφόρες καρδιές,
αποθέστε με στο τέλειον σήμερα.
Στο λυκόφως προσδοκώ το λυκαυγές.
-.-

Άξιον εστί
μακαρίζειν Σε, τον Θάνατόν μου,
τον επί της Γης διερχόμενον,
τον Ωραίον, ως το κάλλος του φωτός.

Άπειρη στιγμή!
Καθαρμέ, ω Συ, του λογισμού μου,
Θάνατε, αξίωμα άγιον,
καλώς όρισες στο τέλος του παντός.

Όλως κραταιός,
Συ καθήλωση του μέλλοντός μου,
όμορφος χτυπάς την καρδία μου
κι είμαι όμορφος κι εγώ, καν άψυχος.

Κράτα τη φωνή,
που ζεστότατη στο πριν πλανιόταν,
κράτα την, ω θάνατε, κράτα την
στον ερχόμενον ας γίνει οδηγός.

Κι από τα του νου,
τα των σπλάχνων επιτεύγματά του
σώσε προς τον νουν τον επόμενον.
Το αιώνιον τού νου αναλογεί.

Σώμα μου εσύ,
διχοτόμε του χωρόχρονού μου,
σώμα υλικό και αιθέριο,
αναπαύσου, σκότος, στ’ έλλειμμα φωτός.

Σάρκες και οστά,
λιγοχρόνια τεύχη του εγώ μου,
σκόνη του ανύπαρκτου αύριο,
ως αιώνιο εαυτό μου σας τιμώ.

Όνομα μικρό,
χαραγμένο πάνω στο σταυρό μου
συ, της ύπαρξης μου υπόλοιπον,
εν τιμή ας διανύσεις το κενό.

Γήινες πληγές,
ουρανόφερτα φαντάσματά μου,
ηρεμήστε τώρα στο μνήμα μου,
ότι έτεκεν το χάος το «καλώς».

Άνθρωποι εσείς,
πολυποίκιλτα της Φύσης δώρα,
πίσω που θα μείνετ΄ολόφωτα,
σεις δοξάστε την επόμενη στιγμή.

Κι από τον νεκρό,
τον ελάχιστο του κάτω κόσμου,
μην αναζητήσετε όνειρα.
Δεν ποθώ ο ταπεινός ν’ αναστηθώ.
-.-

Αι γενεαί ανθρώπων,
προστρέχουσι στο μέλλον,
ξεχνώντας σε, νεκρέ μου.

Αλλ’ όμως , ύπαρξή μου,
χαίρε, ότι επέστης
ως φλέγον πεφταστέρι.

Χαίρε ότι εφάνεις
εν μέσω των ανθρώπων,
άνθρωπος στιγμιαίος.

Λαμπρύνου όνειρό μου
ότι εναπετέθεις
στου λόγου σου την όψη.

Και συ καρδία μόνη,
που μόνη αιμορραγούσες,
χαίρε, ότι εζούσες.

Εζούσες κι η ψυχή σου
ευφράνθη , ως θεότης
που γεύθηκε το όλον.

Ω γλυκυτάτη πόρνη,
ω Άνοιξη , ερωμένη,
εσύ ας με ηδονίσεις,

Εσύ ας με τυλίξεις
με τη χαρά του τέλους,
ω, Άνοιξη , ανθοφόρα.

Ανάμεσα στα άνθη,
το άνθος μου ας εκλείψει
την ώρα τού μη χρόνου.

Και μέσα στο μη χώρο
των ευγενών αστέρων
το άρωμά μου ας μείνει.

Το άρωμά μου, μνήμη
στα εσώψυχα του κόσμου
-χαρά νεκρού ας γίνει-.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012


στην πέτρα

Ο Δρυμών ήτανε ένα δάσος από Δρύες
που είχαν χέρια , πόδια και μαλλιά,
φωνή νυχτός και φως στις άκριες των βλαστών,
γυναίκες λες, όμορφες , πράσινες,
που γένναγαν στη σκοτεινιά οξυγόνο,
συγνεφάκια και χαρά Θεού.
Ζώσες ψυχές, κορμοί δενδρών περήφανων.
Μα ήρθε ύστερα ο Κόνων,
ναύαρχος, οπού την ήττα είχε υποστεί
κι όλα του τα καράβια τού τα είχε πνίξει
ο ισχυρός του εχθρός.
Απέραντ' η κακία των ανθρώπων!!!
Έσφαξε τις δρυάδες και τις δρύες
και σκάρωσε καράβια άλλα, από σώμα δένδρου,
για να ναυλώσει μίσος εναντίον
τού ισχυρού του εχθρού κι εκδίκηση να πάρει.
Απέραντ' η κακία των ανθρώπων!!!
Αίμα φυτών περήφανων
στην πέτρα έσταξε πολύ
κι η πέτρα, γκρίζα ακόμα εκεί,
το έγκλημα της σφαγής αμάχων μαρτυρεί,
στο χώρο που δεν έχει δρύες πια,
μα που χωριό εγίνει με το όνομα
Δρυμώνας.
Της ψυχής μου!!!
Που ύστερα φύτρωσε εκείνη εκεί...
στην πέτρα......κι έχει πόδια , χέρια και μαλλιά,
σαν δρυς υπό σφαγήν που μοιάζει.....

Γιώργης Π. Κασιμάτης- Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012




Εικοσιεφτά χρόνια μετά τον απαγχονισμό του νεαρού τότε Ποιητή, (18.10.1985), θυμήθηκα πως, λίγες μέρες μετά το θάνατό του, είχα γράψει ένα ποίημα γι' αυτόν. Κι είπα να το μοιραστώ μαζί σας . Σκανάρισα λοιπόν το Τετράδιο ποιημάτων μου εκείνης της εποχής , στο οποίο είχα καταχωρίσει μια μικρή συλλογή που την έλεγα "Στίχοι και αντιστίχοι".

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012


Πεφταστέρι στο τετραπέλαγο

Στο νησί των δεκάξι ωραίων ανέμων
σκιά κινδύνου, σεισμός καραδοκεί.
Η ενέργεια ‘ναβλύζει
από τις πέτρες κι από τη θάλασσα.
Έν’ άστρο ψηλά σημαδεύει αθώα
να πέσει ολόλαμπρο κρυφά στην ψυχή μου.

Έλ’ άστρο μου! Έλα φωτιά!
Στο τετραπέλαγο νησί της αγάπης,
στων δεκάξι ανέμων το απάνεμο απάγκιο,
έλα δαίμονα, έλα τρέλα,
έλα ποίηση, κρυφό πεφταστέρι
της άκρας ψυχής μου.

Στο νησί της ζωής μου
πέσε αστέρι μου, αγκάλη ανοίγω.
Ορθό σαν θάνατος πέσε βαθιά μου.
Ορθό σαν θάνατος, είσαι η ζωή μου!

Στο Νότο Είναι μου
όλα τα σύμπαντα και η γη μου ένα.
Ένα κι εμείς, Κόρη τ’ αφρού, ω, αγία μου!
Στο νησί–όνειρο,
στων δεκάξι ανέμων την κουπαστή,
ποτέ ναυαγοί, αεί έρωτας,
εγώ κι εσύ
κρυφίως ένα, πεφταστέρι μου……

Γιώργης Π.Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

έλα μου

Ονειρέψου τ' άλλο,
το γνήσιο φως
που απ' αγάπη πηγάζει.
Κι έλα μου να πράξουμε.
Αν αλλάξουμε το εγώ,
θ' αλλάξει το σύμπαν.

Γιώργης Π. Κασιμάτης - Δρυμωνιάτης
Από το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΠΟΙΚΙΛΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Αίολος στο έωλο



Κολυμπώ μέσα στο αμνιακό υγρό της ύπαρξης.
Μετέωρος κι αίολος στο έωλο σύμπαν διάγω βίο.
Πλανητεύομαι πέριξ ενός Ήλιου Θεού, έμβρυο φωτός.
Ορώ μόνο τα όρη των ματαιοτήτων.
Διάττων παρελθοντικός
χρόνος έρμαιο του μηδενός. Πριν τι , μετά τι;
Ολούθε χάος ολόγυρα απ' το εγώ κι απ' το είμαι.
Αλλά κι εγώ κι όλοι γύρω μου, μετέωροι κι αίολοι,
όλοι κάτι νομίζουμε πως είμαστε , ύλη, αιθέρας, κάτι....
Κάτι φρέσκο στο έωλο λέμε...κάτι ημέρας αυγό..κάτι....
Νομίζουμε. Δεν είναι ενύπνιο. Νομίζουμε.....
Κι είναι όμορφο μες στο σύμπαν το νομίζειν!!!!!!

Γιώργης Π. Κασιμάτης- Δρυμωνιάτης

Από την ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012



Μέρα φωτός

Λάμπει η μέρ' απ' άκρου εις άκρον.
Ήλιος πολύς στη στενωπό
κι εντός μου μια φωνή φωνάζει
για τη χαρά πολλά να πω.
Είν' η φωνή των ονομάτων
και των γλυκών μου αμαρτημάτων
που σαν Θεούς μου τ' αγαπώ.
Κι όταν ο Ήλιος λάμπει ενδόξως
απ' άκρου εις άκρον στη ψυχή,
πετώ μαζί τους στ' άνωθέν μου
κι υμνολογώ Γη και Ζωή!

Λάμπει η μέρ' απ' άκρου εις άκρον.
Δεν ξέρω να το γράψω. Πως;
Μα είμαι ευτυχής π' αδράχνω Ήλιο.
Είμ' ευτυχής που ζω στο φως!

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΑΙΜΑΤΑ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Emma Shapplin & George Dalaras - Spente le Stelle (live)



Επώαση

Αναγάλλιασα μες στην ευεξία του εφαρμοσμένου ονείρου.
Κι όπως γυμνώθηκα μπρος απ' το υπέργειο σώμα της,
όπως εκσωματώθηκα όλος μπρος απ' το όλβιο φως της,
έγινα ουρανός που ποθούσε κατακλυσμό, κατηδονισμό,
μετέωρος, ουράνιος παλλινδρομιστής, φεγγοδότης Ήλιος,
αείζωος, φυσίζωος σπορέας ανέμων στην ύλη έγινα.
Κι ήμουνα μέσα την ώρα που ήθελε ο χρόνος της. Όλος δόλος.

Ύστερα, φεύγοντας αέρινη κι όμορφη, σαν Σελήνη,
κουβάλαγε κάτι πολύ δικό μου εντός της.
Χμ....το πολυαγαπημένο μου εγώ, συμπιεσμένο
σε λευκό υγρό περιτύλιγμα πύρινης δίψας.

Με επώαζε κουβαλώντας με 'ντός της
η μήτρα μητέρα των πάντων..

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από την ανέκδοτη συλλογή
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Πέτρα
Ο κόσμος μου είναι πέτρα μαύρη.
Ηφαίστεια  γη σκληρή.
Απάνω της φυτρώνει ένα κατάρτι.
Φυτρώνει κι ένα κάτι,
άυλος ατμός της πέτρας,
κάτι που έχει και δεν έχ' υφή.

Ψυχή. Μονάδα τ' όλου!
Τανύζεται στα όρια  ως άχρωμη φωνή.
Στον Ήλιο πάνω περπατάει ως  πουλί.
Γελάει.
Συνηθισμένη σ' ώρες θλίψης πιο πολύ.
 
Εκεί και το μικρό μου εγώ.
Μοναχικό σ' όλο αυτό εκεί.
Εγώ.
Κατάρτι στου χαμού τον ερχομό.
Στυλώνω τη ματιά στ' απείρου την ηχώ.
Μαθαίνω μέρα με τη μέρα 
πως ν' αγκομαχώ!
Κι όπως σφυράω στον άνεμο
αδιάφανο  τραγούδι της ερήμου,
χάνεται κι η φωνή μου
στον πλησιέστερό μου αστερισμό.

Μικρή ζωή....Πέτρα μου μαύρη......

Άχαρη ψυχή!
Κι αν όλα είναι γύρω θλίψη
και ματιών υγρή ροή
κι αν δεν υπάρχει αρχή χαράς
πάνω στην πέτρα τη σκληρή,
ένα τραγούδι της ερήμου
είν' η φωνή μου,
μα την λατρεύω την πανάρχαια ζωή!!

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011


δεν είναι να χασομεράς ζωή μου.
....περνά γοργά η ώρα της Ηούς,
το μεσημέρι, το εσπέρας, το λυκόφως.
κι ύστερα θάρθ' η νύχτα...
... κι όλα τού εγώ τα ξάρτια θα σπαστούν....
κι εκείνο το λυχνάρι, το γλυκύφωτο,
οπού έφεγγε στο πέλος των ματιών,
θα σβήσει και ξανά το σκότος θάρθει....
...κι όλα, χωρίς εμένα στο παρόν,
ωσάν να μην υπάρχουν θάναι....
όλα, χωρίς εμένα τίποτα.....
....μηδέν διασπασμένο τ' όνομά μου θάναι.....

γι' αυτό ας μη χασομερώ...
σήμερ' ας δείξω πόσο αγαπώ
κι όσο μπορώ πιότερο ας δοθώ,
πιότερο κι απ' το εγώ μου ας αγαπήσω...

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
Από τη συλλογή
ΕΦΤΑΖΥΜΟΣ ΨΥΧΗ ΔΙΠΥΡΩΜΕΝΗ